medlabnews.gr
Οι Ταλιμπάν κατέλαβαν για δεύτερη φορά την εξουσία στο Αφγανιστάν το 2021. Έκτοτε, έχουν εδραιώσει τον απόλυτο έλεγχό τους, αποκλείοντας γυναίκες και κορίτσια από τη δημόσια ζωή, εξαλείφοντας την εσωτερική διαφωνία και αποκτώντας την πρώτη τους επίσημη αναγνώριση από μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ - τη Ρωσία.
Παρά την αυταρχική διακυβέρνηση μέσω διαταγμάτων, οι Αφγανοί αντιμετωπίζουν προκλήσεις που δεν λύνονται μόνο με ιδεολογία: κλιματική αλλαγή, πληθυσμιακή έκρηξη και σοβαρές περικοπές στη διεθνή βοήθεια δοκιμάζουν την ικανότητα των Ταλιμπάν όχι μόνο να κυβερνούν, αλλά και να ηγούνται. Ωστόσο, η υποβάθμιση της θέσης των γυναικών, ο αποκλεισμός τους από την εκπαίδευση και τη δημόσια ζωή είναι εξαιρετικά ανησυχητικός: Μια γάτα έχει περισσότερες ελευθερίες από μια γυναίκα στο Αφγανιστάν των Ταλιμπάν, είχε δηλώσει η Μέριλ Στριπ τον Σεπτέμβριο του 2024.
Έντονες διεθνείς αντιδράσεις έχει προκαλέσει ο νέος νόμος που τέθηκε σε ισχύ στο Αφγανιστάν από το καθεστώς των Taliban, καθώς σύμφωνα με οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων θεσμοθετεί διατάξεις που επιτρέπουν μορφές ενδοοικογενειακής βίας και διατηρούν τη θανατική ποινή για την ομοφυλοφιλία. Το κείμενο του νόμου, το οποίο τέθηκε σε εφαρμογή τον προηγούμενο μήνα, δημοσιοποιήθηκε στην παστούν γλώσσα από την οργάνωση Rawadari και μεταφράστηκε στα αγγλικά από το Afghanistan Analysts Network. Το περιεχόμενό του περιγράφει ένα αυστηρό ποινικό και κοινωνικό πλαίσιο που εδραιώνει περαιτέρω τους περιορισμούς σε βάρος γυναικών και μειονοτήτων, ενισχύοντας ένα καθεστώς που ήδη χαρακτηρίζεται από σοβαρές παραβιάσεις δικαιωμάτων.
Αφγανιστάν: Τι προβλέπει ο νόμος των Ταλιμπάν
Σύμφωνα με τη μετάφραση του κειμένου, σε περίπτωση που ένας σύζυγος προκαλέσει σοβαρό τραυματισμό στη σύζυγό του, όπως κάταγμα ή ανοιχτή πληγή, και εκείνη προσφύγει στη Δικαιοσύνη, η προβλεπόμενη ποινή για τον δράστη μπορεί να φτάσει έως και 15 ημέρες φυλάκισης. Ουσιαστικά, όπως επισημαίνουν οργανώσεις, το πλαίσιο αυτό δημιουργεί ένα περιβάλλον όπου η σωματική βία δεν αντιμετωπίζεται ως σοβαρό αδίκημα, εκτός αν αποδειχθεί βαρύς τραυματισμός. Παράλληλα, για τη διοργάνωση ή την επιβολή αγώνων μεταξύ ζώων, όπως σκυλομαχίες ή κοκορομαχίες, προβλέπεται ποινή φυλάκισης έως πέντε μηνών. Η σύγκριση των ποινών αυτών έχει προκαλέσει αντιδράσεις, καθώς οργανώσεις υπογραμμίζουν την αναντιστοιχία στη βαρύτητα των αδικημάτων.
Ο νόμος φέρεται επίσης να δίνει τη δυνατότητα σε πατέρες να τιμωρούν τα παιδιά τους για θρησκευτικές παραλείψεις, ενώ προβλέπει διοικητικές κυρώσεις για εκπαιδευτικούς που προκαλούν σοβαρό τραυματισμό σε μαθητές. Οι διατάξεις αυτές εντάσσονται σε ένα ευρύτερο σύστημα εφαρμογής της Σαρία, όπως την ερμηνεύει το καθεστώς.
Η θέση των γυναικών και τα βασικά σημεία που άλλαξαν οι Ταλιμπάν στα τέσσερα χρόνια που κυβερνούν
Στο σημερινό Αφγανιστάν, οι γυναίκες αντιμετωπίζουν αυστηρούς περιορισμούς στην εκπαίδευση, την εργασία και την ελεύθερη μετακίνηση. Η μαρτυρία τους στα δικαστήρια έχει μικρότερη βαρύτητα από εκείνη των ανδρών, ενώ η πρόσβασή τους στη δημόσια ζωή είναι δραστικά περιορισμένη. Η θανατική ποινή επιβάλλεται για αδικήματα που θεωρούνται αντίθετα με τη Σαρία, μεταξύ των οποίων η ομοφυλοφιλία και η «βλασφημία». Σύμφωνα με τη UNICEF, περισσότερα από δύο εκατομμύρια κορίτσια παραμένουν εκτός δευτεροβάθμιας και τριτοβάθμιας εκπαίδευσης μετά την επιστροφή των Ταλιμπάν στην εξουσία τον Αύγουστο του 2021. Η απαγόρευση πρόσβασης των κοριτσιών στην εκπαίδευση αποτελεί έναν από τους βασικούς λόγους διεθνούς κατακραυγής.
Ο Ύπατος Αρμοστής του ΟΗΕ για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, Volker Turk, δήλωσε στο Συμβούλιο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ότι ο νέος νόμος «νομιμοποιεί τη βία κατά των γυναικών και των παιδιών» και έκανε λόγο για ένα σύστημα διαχωρισμού που «θυμίζει απαρτχάιντ φύλου». Οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων προειδοποιούν ότι η νέα νομοθεσία ενδέχεται να ενισχύσει το κλίμα φόβου και ατιμωρησίας, αποτρέποντας τα θύματα βίας από το να προσφύγουν στη Δικαιοσύνη. Παρά τις διεθνείς πιέσεις, το καθεστώς στην Καμπούλ δεν έχει δείξει διάθεση αναθεώρησης της πολιτικής του, επιμένοντας σε ένα αυστηρό θεοκρατικό μοντέλο διακυβέρνησης που περιορίζει δραστικά τα ατομικά δικαιώματα και τις ελευθερίες.
Ακολουθούν πέντε σημεία-κλειδιά για την τρέχουσα κατάσταση στο Αφγανιστάν λόγω Ταλιμπάν:
1. Ο ανώτατος ηγέτης εδραιώνει την εξουσία του
Ο Χιμπατουλάχ Αχούντζαντα, από την Κανταχάρ, ηγείται των Ταλιμπάν από το 2016, οδηγώντας τους από την εξέγερση στην εξουσία. Κεντρικό στοιχείο του οράματός του ήταν η εγκαθίδρυση ενός ισλαμικού συστήματος, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την επικύρωση του «Νόμου περί Διάδοσης της Αρετής και Πρόληψης της Φαυλότητας» το 2023, που ρυθμίζει ακόμη και τις κοινωνικές σχέσεις.
Τον Ιούνιο, τόνισε πως η τήρηση των εντολών της ηγεσίας είναι υποχρεωτική για όλους. Υπουργοί και αξιωματούχοι έχουν φτάσει στο σημείο να χαρακτηρίζουν την κριτική εις βάρος του ως «βλασφημία».
2. Οι εσωτερικές διαφορές μένουν στο παρασκήνιο
Παρά την ύπαρξη στελεχών που ζητούσαν χαλάρωση των περιορισμών κατά των γυναικών για να βελτιωθεί η διεθνής εικόνα της χώρας, ο Αχούντζαντα έχει αντισταθεί σε κάθε αλλαγή. Οι ισχυροί παίκτες του κινήματος, όπως ο υπουργός Εσωτερικών Σιρατζουντίν Χακάνι, έχουν περιοριστεί, ενώ ο ίδιος ο ηγέτης έχει αναλάβει άμεσο έλεγχο στον στρατιωτικό εξοπλισμό, παραμερίζοντας υπουργεία.
3. Καμία βελτίωση για τις γυναίκες και τα κορίτσια
Η αναγνώριση από τη Ρωσία ερμηνεύεται από ακτιβιστές ως επικίνδυνο μήνυμα: ότι οι Ταλιμπάν μπορούν να συνεχίσουν τις καταπατήσεις των δικαιωμάτων των γυναικών χωρίς συνέπειες. Παρά την καταστολή των δημόσιων διαμαρτυριών, η αντίσταση παραμένει υπόγεια, με πολλές γυναίκες να ζουν με την ελπίδα ότι το καθεστώς αυτό δεν θα διαρκέσει για πάντα.
4. Περιφερειακές σχέσεις βασισμένες σε συμφέροντα
Οι σχέσεις των Ταλιμπάν με τις γειτονικές χώρες καθορίζονται από πρακτικά ζητήματα – σύνορα, διαμετακόμιση, ασφάλεια – και όχι από κοινές αξίες. Παρά τη «μη αναγνώριση» που διακηρύσσει η Δύση, οι περιφερειακές επαφές και η διπλωματική εμπλοκή αυξάνονται, οδηγώντας σε μια de facto ομαλοποίηση του καθεστώτος.
5. Η πραγματική δοκιμασία είναι μπροστά
Η διακοπή της επείγουσας βοήθειας από τις ΗΠΑ, που ήταν ο μεγαλύτερος δωρητής, και οι περικοπές χρηματοδότησης των ΜΚΟ απειλούν την ήδη εύθραυστη οικονομία. Η αύξηση του πληθυσμού - που αναμένεται να φτάσει τα 76,88 εκατομμύρια έως το 2050 - σε συνδυασμό με την ανεργία και τις μαζικές απελάσεις από γειτονικές χώρες, θα δοκιμάσει την αντοχή του συστήματος.




Δεν υπάρχουν σχόλια
Δημοσίευση σχολίου