επιμέλεια Γιάννης Γιαντζουράκης, δικηγόρος για το medlabnews.gr
Υπάρχουν στιγμές που η κοινωνία κοιτάζει μια υπόθεση και καταλαβαίνει ότι κάτι έχει σπάσει βαθιά μέσα στο σύστημα. Όχι απλώς νομικά. Ανθρώπινα. Γιατί πώς αλλιώς να περιγράψει κανείς την περίπτωση ενός ανθρώπου που βρέθηκε να χάνει την πρώτη κατοικία του για οφειλή 14.000 ευρώ, την ώρα που έδινε μάχη με μεταστατικό καρκίνο και μόλις είχε ολοκληρώσει τις χημειοθεραπείες του;
Όσο εκείνος προσπαθούσε να κρατηθεί όρθιος, να σταθεί δίπλα στην οικογένειά του και να αντέξει το βάρος της ασθένειας, η άλλη πλευρά προχωρούσε ψυχρά. Ο servicer και το fund που υπερθεμάτισε δεν στάθηκαν ούτε για μια στιγμή στο αυτονόητο ερώτημα: τι θα απογίνει αυτός ο άνθρωπος αν βρεθεί στον δρόμο; Πώς θα συνεχίσει τη θεραπεία του; Πώς θα σταθεί η οικογένειά του; Ποιος θα επωμιστεί το κόστος της κατάρρευσης ενός ήδη εξαντλημένου ασθενούς;
Η ιστορία είναι σοκαριστική και για έναν ακόμη λόγο. Ο πλειστηριασμός αφορούσε πρώτη κατοικία αξίας περίπου 170.000 ευρώ για μια απαίτηση 14.000 ευρώ. Δηλαδή ένα σπίτι πολλαπλάσιας αξίας από την οφειλή. Ένα μέτρο εξόντωσης για ένα ποσό που, σε μια πολιτεία με πραγματικές δικλείδες προστασίας, θα έπρεπε να οδηγεί πρώτα σε εξαντλητική αναζήτηση ηπιότερων λύσεων και όχι σε βίαιη απώλεια στέγης.
Ο δικηγόρος του κατέθεσε ασφαλιστικά μέτρα και ζήτησε προσωρινή προστασία μέχρι τη συζήτηση της αποβολής. Στο στάδιο της προσωρινής διαταγής, όμως, δεν του δόθηκε η άμεση ασπίδα που χρειαζόταν. Και τότε άρχισε ένας πραγματικός Γολγοθάς. Δύο μήνες ασφυκτικού άγχους, με την αγωνία αν από τη μια στιγμή στην άλλη θα βρεθεί έξω από το σπίτι του. Δύο μήνες στους οποίους ο άνθρωπος αυτός, αντί να αναρρώνει, έπρεπε να αποδεικνύει ότι δεν είναι απλώς ένας αριθμός σε φάκελο.
Αναζήτησε βοήθεια παντού. Στην Τράπεζα της Ελλάδος, στη Διεύθυνση Ιδιωτικού Χρέους, στον Συνήγορο του Πολίτη. Και εκεί φάνηκε ξανά το μεγάλο πρόβλημα του ελληνικού μοντέλου προστασίας: ο ένας φορέας παραπέμπει στον άλλον, αλλά όταν έρχεται η κρίσιμη ώρα σχεδόν κανείς δεν μπορεί να σταματήσει αποτελεσματικά μια άδικη εξέλιξη σε πραγματικό χρόνο. Η διοικητική εποπτεία υπάρχει, οι καταγγελίες κατατίθενται, οι πλατφόρμες λειτουργούν, οι πολίτες παραπέμπονται σε διαδικασίες. Όμως όταν ένας άνθρωπος κινδυνεύει να βγει από το σπίτι του μέσα σε συνθήκες ακραίας υγειονομικής και ψυχικής επιβάρυνσης, η πραγματική προστασία κρίνεται στο δικαστήριο και συχνά μόνο εκεί.
Στο Πρωτοδικείο, ευτυχώς, η εικόνα αποτυπώθηκε καθαρά. Ο μάρτυρας περιέγραψε τη σοβαρότητα της κατάστασης, εξήγησε ότι ο άνθρωπος βρισκόταν σε θεραπεία, ότι όλοι γύρω του έτρεχαν να τον στηρίξουν και ότι ο servicer συνέχισε τη διαδικασία χωρίς να υπολογίσει ούτε την ασθένεια ούτε την οικογενειακή κατάρρευση που θα προκαλούσε. Το σημαντικότερο: αναδείχθηκε ότι μιλάμε για απώλεια πρώτης κατοικίας δυσανάλογης αξίας σε σχέση με το χρέος.
Και τότε συνέβη το αυτονόητο που όμως στις μέρες μας μοιάζει σχεδόν με θαύμα: η δικαστής είδε άνθρωπο και όχι μόνο αριθμούς. Βλέποντας ότι υπάρχουν σοβαροί και βάσιμοι λόγοι να ευδοκιμήσει η ανακοπή κατά της κατακυρωτικής έκθεσης, έκρινε ότι η αποβολή δεν μπορεί να προχωρήσει μέχρι να συζητηθεί η κύρια υπόθεση, η οποία έχει προσδιοριστεί για το 2035. Δεν έλυσε οριστικά το πρόβλημα. Έδωσε όμως ανάσα. Και κάποιες φορές, για έναν βαριά ασθενή άνθρωπο, η ανάσα αυτή είναι η διαφορά ανάμεσα στην κατάρρευση και στην επιβίωση.
Το ερώτημα, βέβαια, παραμένει ανατριχιαστικό: θα ζει ως τότε για να δει την οριστική δικαίωση; Είναι δυνατόν σε ένα ευρωπαϊκό κράτος δικαίου ένας άνθρωπος με τόσο βαριά κατάσταση υγείας να κρεμιέται για χρόνια από μια δικαστική εκκρεμότητα, επειδή το σύστημα δεν έχει μηχανισμό ταχείας ουσιαστικής προστασίας σε περιπτώσεις προφανούς υπέρμετρης εκτέλεσης;
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η ουσία. Η υπόθεση αυτή δεν είναι μία εξαίρεση. Είναι καθρέφτης μιας σκληρής πραγματικότητας. Υπάρχουν πολλοί πολίτες που δεν πληρούν τα στενά οικονομικά κριτήρια του «ευάλωτου οφειλέτη», αλλά είναι ουσιαστικά ευάλωτοι για λόγους υγείας, αναπηρίας, οικογενειακής κατάρρευσης ή εξαιρετικών κοινωνικών συνθηκών. Για αυτούς τους ανθρώπους η Πολιτεία δεν έχει ακόμη δημιουργήσει ένα πραγματικά αποτελεσματικό φίλτρο προστασίας πριν φτάσει το κακό στο σημείο μηδέν.
Τα τελευταία δύο χρόνια, πάντως, όλο και περισσότερες δικαστικές αποφάσεις δείχνουν ότι οι δικαστές αρχίζουν να βάζουν φρένο σε περιπτώσεις όπου η αναγκαστική εκτέλεση ξεπερνά τα όρια της αναλογικότητας και μετατρέπεται σε κατάχρηση. Υπάρχουν ήδη αποφάσεις που ακύρωσαν κατασχέσεις ή πλειστηριασμούς όταν η απαίτηση ήταν εμφανώς μικρή σε σχέση με την αξία του ακινήτου ή όταν η συμπεριφορά του επισπεύδοντος κρίθηκε καταχρηστική. Αυτό δεν σημαίνει ότι το πρόβλημα λύθηκε. Σημαίνει, όμως, ότι η Δικαιοσύνη αρχίζει να στέλνει μήνυμα: ακόμη και στην αναγκαστική εκτέλεση, υπάρχουν όρια.
Το ακόμη πιο πικρό στοιχείο της υπόθεσης ήρθε μετά την έκδοση της δικαστικής απόφασης. Τότε επικοινώνησαν από τον Συνήγορο για να ενημερώσουν ότι δεν μπορούν να βοηθήσουν, επειδή δεν έχουν αρμοδιότητα. Δηλαδή, αφού ο άνθρωπος είχε περάσει τον εφιάλτη, αφού είχε τρέξει από υπηρεσία σε υπηρεσία, αφού τελικά σώθηκε προσωρινά μόνο από το δικαστήριο, το σύστημα του είπε επισήμως αυτό που ήδη είχε βιώσει στην πράξη: ότι δεν υπήρχε θεσμός έτοιμος να παρέμβει έγκαιρα και αποτελεσματικά.
Τελικά, ποιος μπορεί να παρέμβει σε τέτοιες περιπτώσεις; Στην πράξη, ο μόνος φορέας που μπορεί να μπλοκάρει άμεσα την αποβολή ή να αναστείλει την εξέλιξη είναι το δικαστήριο, μέσω ασφαλιστικών μέτρων, προσωρινής διαταγής, ανακοπών και αιτήσεων αναστολής. Η Τράπεζα της Ελλάδος έχει εποπτικό ρόλο για τους servicers και για την τήρηση του Κώδικα Δεοντολογίας, αλλά δεν λειτουργεί ως δικαστήριο που σταματά πλειστηριασμούς. Η Γενική Γραμματεία για το Ιδιωτικό Χρέος παρέχει εργαλεία ρύθμισης και πλατφόρμες, κυρίως για όσους εντάσσονται στα προβλεπόμενα καθεστώτα. Ο Συνήγορος του Πολίτη δεν επιλαμβάνεται ιδιωτικών διαφορών αυτού του είδους με τον τρόπο που φαντάζεται ο πολίτης. Ο Συνήγορος του Καταναλωτή μπορεί να εξετάσει αναφορές για χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες, αλλά και πάλι δεν είναι ο μηχανισμός που θα σηκώσει φρένο την ύστατη ώρα στην αποβολή από την κατοικία. Όταν προκύπτουν ενδείξεις παρανομίας, εξαπάτησης, καταχρηστικότητας ή παράκαμψης υποχρεώσεων ενημέρωσης, ο δρόμος προς τον εισαγγελέα και τα πολιτικά δικαστήρια γίνεται αναπόφευκτος.
Αν η Πολιτεία θέλει πραγματικά να μιλά για κοινωνική συνοχή, οφείλει να θεσπίσει κάτι απλό αλλά κρίσιμο: ειδική διαδικασία ταχείας προστασίας για περιπτώσεις μη οικονομικής ευαλωτότητας, ιδίως όταν συντρέχουν σοβαρά προβλήματα υγείας, μεταστατική νόσος, βαριά αναπηρία ή αποδεδειγμένες εξαιρετικές περιστάσεις. Γιατί ένας άνθρωπος μπορεί να μην είναι «ευάλωτος» με βάση ένα εισοδηματικό κουτάκι, αλλά να είναι απολύτως αδύναμος απέναντι σε έναν απρόσωπο μηχανισμό εκτέλεσης.
Η υπόθεση αυτού του ανθρώπου δεν είναι απλώς μια δικαστική μάχη. Είναι προειδοποίηση. Για το πού μπορεί να φτάσει ένα σύστημα όταν χάνει την επαφή του με την αναλογικότητα, τη λογική και τελικά με την ίδια την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.











