Η πρόσβαση των Ελλήνων ασθενών στα νέα, καινοτόμα φάρμακα δεν είναι θεωρητικό ζήτημα. Είναι θέμα ζωής, ποιότητας ζωής και ισότητας απέναντι στην ασθένεια. Όταν ένα φάρμακο εγκρίνεται από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Φαρμάκων, πολλοί ασθενείς περιμένουν ότι αργά ή γρήγορα θα μπορούν να το λάβουν και στην Ελλάδα. Τα στοιχεία όμως που παρουσίασε ο ΣΦΕΕ δείχνουν μια πολύ διαφορετική πραγματικότητα.
Σύμφωνα με τη μελέτη EFPIA Patients W.A.I.T. Indicator 2025, από τα 168 νέα φάρμακα που εγκρίθηκαν από τον EMA την περίοδο 2021–2024, στην Ελλάδα είναι διαθέσιμα μόλις 69. Δηλαδή λιγότερα από τα μισά. Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι ότι μόνο 36 από αυτά είναι πλήρως προσβάσιμα στους ασθενείς, ενώ τα υπόλοιπα δίνονται με περιορισμούς, μέσα από ειδικές διαδικασίες όπως ο ΙΦΕΤ ή το Σύστημα Ηλεκτρονικής Προέγκρισης.
Με απλά λόγια, ο Έλληνας ασθενής έχει απρόσκοπτη πρόσβαση μόνο σε 1 στα 5 καινοτόμα φάρμακα της τελευταίας τετραετίας. Σε άλλο 1 στα 5 έχει περιορισμένη πρόσβαση. Και σε 3 στα 5 δεν έχει ουσιαστικά πρόσβαση.
Αυτό δεν σημαίνει απλώς ότι ένα φάρμακο «λείπει» από το ράφι. Σημαίνει ότι ένα φάρμακο που μπορεί να είναι διαθέσιμο σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, στην Ελλάδα μπορεί να μην έχει τιμή, να μην αποζημιώνεται ή να χορηγείται μόνο μέσα από δύσκολες, χρονοβόρες και αβέβαιες διαδικασίες.
Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο σοβαρό όταν δούμε τον χρόνο αναμονής. Η Ελλάδα χρειάζεται κατά μέσο όρο 641 ημέρες από την ευρωπαϊκή έγκριση ενός νέου φαρμάκου μέχρι αυτό να γίνει διαθέσιμο στους ασθενείς. Δηλαδή σχεδόν 21 μήνες. Για έναν ασθενή με καρκίνο, σπάνιο νόσημα ή σοβαρή χρόνια πάθηση, οι 21 μήνες δεν είναι ένας απλός διοικητικός χρόνος. Είναι χρόνος αγωνίας, επιδείνωσης και, σε αρκετές περιπτώσεις, χαμένης θεραπευτικής ευκαιρίας.
Η δεύτερη μελέτη της IQVIA για την ελληνική αγορά είναι ακόμη πιο αποκαλυπτική. Από 214 νέα καινοτόμα φάρμακα που εγκρίθηκαν από τον EMA την περίοδο 2022–2025, μόνο 42, δηλαδή 20%, είναι σήμερα διαθέσιμα στην ελληνική αγορά. Τα 172 δεν αποζημιώνονται, ενώ τα 131 δεν έχουν καν τιμολογηθεί στην Ελλάδα.
Επομένως, ο ισχυρισμός ότι «3 στα 5 νέα φάρμακα δεν έρχονται στην Ελλάδα» δεν είναι υπερβολή επικοινωνιακού τύπου. Είναι μια σκληρή πραγματικότητα, εφόσον μιλάμε για ουσιαστική, δημόσια και αποζημιούμενη πρόσβαση των ασθενών.
Το πιο ανησυχητικό όμως είναι ότι, αντί να ανοίξει ο δρόμος για ταχύτερη πρόσβαση, οι αλλαγές που προωθούνται από το Υπουργείο κινδυνεύουν να φέρουν ακόμη μεγαλύτερη καθυστέρηση. Ο ΣΦΕΕ επισημαίνει ότι η αλλαγή στο λεγόμενο «καλάθι» των χωρών αναφοράς —με αντικατάσταση χωρών όπως η Γερμανία, η Αυστρία και η Ιταλία από χώρες όπως η Πολωνία, η Σλοβενία και η Τσεχία— μπορεί να προσθέσει περίπου 79 επιπλέον ημέρες αναμονής.
Δηλαδή, η σημερινή καθυστέρηση των 641 ημερών μπορεί να φτάσει περίπου τις 720 ημέρες. Πρακτικά, σχεδόν δύο χρόνια αναμονής για να αποκτήσει ο Έλληνας ασθενής πρόσβαση σε φάρμακα που έχουν ήδη εγκριθεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Το ερώτημα είναι απλό και πρέπει να απαντηθεί καθαρά: αυτές οι αλλαγές γίνονται για να εξυπηρετήσουν καλύτερα τους ασθενείς ή για να συγκρατηθεί η φαρμακευτική δαπάνη με στενά λογιστικά κριτήρια;
Κανείς δεν αμφισβητεί ότι το φαρμακευτικό σύστημα πρέπει να είναι βιώσιμο. Κανείς δεν λέει ότι κάθε νέο φάρμακο πρέπει να αποζημιώνεται αυτόματα, χωρίς αξιολόγηση, χωρίς διαπραγμάτευση και χωρίς έλεγχο της πραγματικής του αξίας. Όμως άλλο πράγμα είναι η ορθολογική αξιολόγηση και άλλο πράγμα η δημιουργία πρόσθετων εμποδίων που καθυστερούν την πρόσβαση των ασθενών.
Όταν η Πολιτεία επιλέγει χώρες αναφοράς με χαμηλότερες τιμές ή πιο αργές διαδικασίες πρόσβασης, μπορεί να πετυχαίνει μια βραχυπρόθεσμη οικονομική εξοικονόμηση. Όμως αυτό έχει κόστος. Και το κόστος δεν το πληρώνουν μόνο οι εταιρείες. Το πληρώνουν πρώτα οι ασθενείς, που βλέπουν θεραπείες διαθέσιμες στην Ευρώπη αλλά όχι στην Ελλάδα. Η ιδιωτική ασφάλιση δεν μπορεί να αποτελέσει σοβαρή απάντηση σε αυτό το πρόβλημα. Μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να καλύψει μέρος της νοσηλείας ή κάποια φάρμακα, ανάλογα με το συμβόλαιο. Δεν μπορεί όμως να αντικαταστήσει την κρατική αποζημίωση για ακριβές καινοτόμες θεραπείες, όπως ογκολογικά φάρμακα, γονιδιακές και κυτταρικές θεραπείες ή φάρμακα για σπάνια νοσήματα. Αν η πρόσβαση στην καινοτομία αφεθεί στην ιδιωτική οικονομική δυνατότητα κάθε ασθενούς, τότε δημιουργείται ένα σύστημα δύο ταχυτήτων: όσοι μπορούν να πληρώσουν και όσοι μένουν πίσω.
Η Ελλάδα χρειάζεται ακριβώς το αντίθετο. Χρειάζεται ένα σύστημα που να αξιολογεί γρήγορα, να διαπραγματεύεται έξυπνα, να ελέγχει την υπερσυνταγογράφηση, να αξιοποιεί τα ψηφιακά εργαλεία και να επιβραβεύει την πραγματική θεραπευτική αξία. Όχι ένα σύστημα που καθυστερεί, αποθαρρύνει τις εταιρείες να φέρουν νέα φάρμακα και αφήνει τον ασθενή να ψάχνει λύση μέσα από εξαιρέσεις, ατομικές εγκρίσεις και γραφειοκρατικές διαδικασίες.
Ο ΣΦΕΕ έχει δίκιο να κρούει τον κώδωνα του κινδύνου. Τα στοιχεία δείχνουν ότι η πρόσβαση στην καινοτομία στην Ελλάδα δεν βελτιώνεται. Αντίθετα, κινδυνεύει να επιδεινωθεί. Και όταν η καινοτομία καθυστερεί, δεν καθυστερεί απλώς μια εμπορική απόφαση. Καθυστερεί η ελπίδα ενός ασθενούς.
Το Υπουργείο Υγείας οφείλει να απαντήσει καθαρά: στόχος είναι η καλύτερη πρόσβαση των ασθενών ή η λογιστική συγκράτηση της δαπάνης; Γιατί αν οι αλλαγές γίνονται κυρίως για οικονομικούς λόγους, χωρίς να υπολογίζεται το πραγματικό κόστος για τους ασθενείς, τότε η Πολιτεία κινδυνεύει να μετατρέψει την καινοτομία από δικαίωμα σε προνόμιο.
Και στην υγεία, αυτό δεν μπορεί να είναι αποδεκτό.




Δεν υπάρχουν σχόλια
Δημοσίευση σχολίου