medlabnews.gr
Η Γερμανία, η μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης, βρίσκεται αντιμέτωπη με μια σκληρή κοινωνική πραγματικότητα: η φτώχεια δεν αφορά πλέον μόνο τους «αδύναμους κρίκους» της αγοράς εργασίας, αλλά χτυπά όλο και περισσότερα νοικοκυριά, ηλικιωμένους, μόνους ανθρώπους και οικογένειες που δυσκολεύονται να τα βγάλουν πέρα.
Σύμφωνα με τον νέο Armutsbericht 2026 του γερμανικού κοινωνικού φορέα Der Paritätische Gesamtverband, 13,3 εκατομμύρια άνθρωποι στη Γερμανία ζουν σε εισοδηματική φτώχεια, με το ποσοστό να ανεβαίνει στο 16,1% του πληθυσμού. Πρόκειται, σύμφωνα με την έκθεση, για το υψηλότερο επίπεδο της τελευταίας πενταετίας.
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο ανησυχητική όταν εξεταστούν οι ηλικιακές και κοινωνικές ομάδες. Στους ανθρώπους άνω των 65 ετών, το ποσοστό φτώχειας φτάνει το 19,5%, δηλαδή σχεδόν ένας στους πέντε ηλικιωμένους. Η γήρανση του πληθυσμού μετατρέπεται έτσι σε κοινωνική παγίδα: περισσότεροι άνθρωποι ζουν περισσότερα χρόνια, αλλά όχι πάντα με επαρκές εισόδημα, αποταμιεύσεις ή οικογενειακή στήριξη.
Ιδιαίτερα εκτεθειμένοι είναι και οι άνθρωποι που ζουν μόνοι. Η έκθεση καταγράφει ποσοστό φτώχειας 30,3% στους μονοπρόσωπους Haushalte, ενώ στους μονογονείς το αντίστοιχο ποσοστό φτάνει το 28,9%. Με απλά λόγια, περίπου ένας στους τρεις ανθρώπους που ζει μόνος ή μεγαλώνει παιδί χωρίς δεύτερο εισόδημα βρίσκεται κάτω από το όριο της φτώχειας.
Το επίσημο στατιστικό πλαίσιο δείχνει την ίδια πίεση. Η γερμανική στατιστική υπηρεσία Destatis ανέφερε ότι το 2024 περίπου 17,6 εκατομμύρια άνθρωποι, δηλαδή το 20,9% του πληθυσμού, κινδύνευαν από φτώχεια ή κοινωνικό αποκλεισμό. Από αυτούς, 13,1 εκατομμύρια βρίσκονταν κάτω από το όριο εισοδηματικής φτώχειας. Το όριο για ένα άτομο που ζει μόνο του ήταν περίπου 1.378 ευρώ καθαρά τον μήνα, ενώ για οικογένεια με δύο ενήλικες και δύο παιδιά κάτω των 14 ετών ήταν 2.893 ευρώ.
Σημαντική διευκρίνιση: το «όριο φτώχειας» στην Ευρωπαϊκή Ένωση δεν σημαίνει απόλυτη εξαθλίωση, αλλά εισόδημα κάτω από το 60% του διάμεσου διαθέσιμου εισοδήματος της χώρας. Δηλαδή μετρά τη σχετική εισοδηματική φτώχεια και την απόσταση από το μέσο επίπεδο ζωής της κοινωνίας. Παρ’ όλα αυτά, σε συνθήκες υψηλού κόστους στέγασης, ενέργειας και τροφίμων, η σχετική φτώχεια μετατρέπεται για πολλά νοικοκυριά σε πραγματική καθημερινή αδυναμία κάλυψης βασικών αναγκών.
Η φτώχεια στη Γερμανία δεν κατανέμεται ομοιόμορφα. Η έκθεση του Paritätischer δείχνει μεγάλες διαφορές ανάμεσα στα κρατίδια: στη Βαυαρία περίπου ένας στους οκτώ θεωρείται φτωχός, ενώ στη Σαξονία-Άνχαλτ περισσότεροι από ένας στους πέντε και στη Βρέμη περισσότεροι από ένας στους τέσσερις.
Το πιο ανησυχητικό στοιχείο είναι ότι η φτώχεια δεν περιορίζεται πλέον στους ανέργους. Ακόμη και εργαζόμενοι βρίσκονται κάτω από το όριο. Σύμφωνα με τη Destatis, το 2024 το 6,5% των εργαζομένων στη Γερμανία ζούσε κάτω από το όριο κινδύνου φτώχειας, με μεγαλύτερο κίνδυνο για όσους εργάζονται με προσωρινές συμβάσεις ή μερική απασχόληση.
Η Γερμανία λοιπόν δεν αντιμετωπίζει μόνο οικονομικό πρόβλημα, αλλά και δημογραφικό και κοινωνικό. Η γήρανση του πληθυσμού, οι χαμηλές συντάξεις για αρκετούς ηλικιωμένους, οι ενοικιαστικές πιέσεις, οι μονογονεϊκές οικογένειες και η επισφαλής εργασία δημιουργούν ένα πλέγμα ανασφάλειας που απειλεί την κοινωνική συνοχή.
Η φράση «η φτώχεια χτυπάει την πόρτα των Γερμανών» δεν είναι πλέον υπερβολή. Είναι η περιγραφή μιας χώρας όπου εκατομμύρια άνθρωποι ζουν με τον φόβο ότι ένας λογαριασμός, μια αύξηση ενοικίου, μια ασθένεια ή μια απώλεια εισοδήματος μπορεί να τους ρίξει οριστικά κάτω από το όριο.




Δεν υπάρχουν σχόλια
Δημοσίευση σχολίου