της Κλεοπάτρας Ζουμπουρλή, μοριακής βιολόγου, medlabnews.gr iatrikanea
Πολλοί ακούμε τον όρο «συνθετική σοκολάτα» και φανταζόμαστε κάτι επικίνδυνο ή τελείως ψεύτικο. Η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη. Στις περισσότερες περιπτώσεις, ο όρος δεν περιγράφει ένα απαγορευμένο προϊόν, αλλά ένα σοκολατοειδές ή ένα προϊόν τύπου compound chocolate, στο οποίο το βούτυρο κακάο —το βασικό λίπος της αυθεντικής σοκολάτας— έχει αντικατασταθεί εν μέρει ή σε μεγάλο βαθμό από άλλα φυτικά λιπαρά.
Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η νομοθεσία είναι σαφής. Η σοκολάτα μπορεί να περιέχει ορισμένα φυτικά λιπαρά εκτός βουτύρου κακάο έως 5%, υπό την προϋπόθεση ότι αυτό δηλώνεται καθαρά στην ετικέτα. Η σχετική ένδειξη πρέπει να εμφανίζεται στο ίδιο οπτικό πεδίο με τον κατάλογο των συστατικών και να ξεχωρίζει από αυτόν. Άρα, το πρώτο που πρέπει να κάνει ο καταναλωτής είναι να διαβάζει προσεκτικά την ετικέτα και να μην μένει μόνο στη λέξη «σοκολάτα» στο μπροστινό μέρος της συσκευασίας.
Πώς καταλαβαίνουμε λοιπόν ότι κρατάμε κάτι που δεν είναι η κλασική σοκολάτα; Συνήθως η απάντηση βρίσκεται στα συστατικά. Αν αντί για βούτυρο κακάο βλέπουμε φοινικέλαιο, palm kernel oil, coconut oil ή άλλα φυτικά λίπη, τότε το προϊόν έχει διαφορετική λιπαρή βάση. Συχνά τέτοια προϊόντα λιώνουν διαφορετικά στο στόμα, είναι πιο σταθερά στη ζέστη, χρησιμοποιούνται ευρέως σε επικαλύψεις γλυκών και ζαχαροπλαστικής και κοστίζουν λιγότερο στην παραγωγή. Αυτός είναι και ο λόγος που η βιομηχανία τα προτιμά σε πολλές εφαρμογές.
Το μεγάλο ερώτημα είναι αν είναι επικίνδυνη. Η απάντηση είναι ότι δεν είναι αυτομάτως επικίνδυνη επειδή δεν είναι «καθαρή» σοκολάτα. Όμως δεν είναι και το ίδιο πράγμα διατροφικά. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας έχει επαναβεβαιώσει ότι τα κορεσμένα λιπαρά πρέπει να περιορίζονται και ότι η ποιότητα του λίπους στη διατροφή έχει σημασία. Επομένως, όταν ένα προϊόν βασίζεται περισσότερο σε φθηνότερα φυτικά λίπη, ο καταναλωτής πρέπει να το αντιμετωπίζει ως περισσότερο επεξεργασμένο γλύκισμα και όχι ως ποιοτική σοκολάτα.
Υπάρχει και μια δεύτερη πτυχή που συζητείται διεθνώς: ορισμένα εξευγενισμένα φυτικά έλαια μπορεί να περιέχουν ουσίες που δημιουργούνται κατά την επεξεργασία, όπως 3-MCPD esters και glycidyl esters. Η EFSA έχει επισημάνει ότι αυτά τα contaminants αποτελούν πεδίο ανησυχίας κυρίως σε χρόνια έκθεση και σε υψηλή κατανάλωση, ιδιαίτερα για μικρότερες ηλικίες. Αυτό δεν σημαίνει ότι ένα προϊόν είναι επικίνδυνο με μία κατανάλωση, αλλά ενισχύει την ανάγκη για μέτρο, καλές πρώτες ύλες και σοβαρό έλεγχο παραγωγής.
Στην Ελλάδα, ο καταναλωτής προστατεύεται από το ίδιο ευρωπαϊκό πλαίσιο και από τους κανόνες επισήμανσης που ελέγχει ο ΕΦΕΤ. Αυτό σημαίνει ότι αν ένα προϊόν δεν δηλώνει σωστά τα λιπαρά του ή παραπλανά ως προς τη φύση του, υπάρχει κανονιστικό ζήτημα. Για τον απλό αγοραστή, ο πιο πρακτικός κανόνας είναι ένας: κοιτάμε πρώτα τα συστατικά και μετά την εμπορική ονομασία. Αν το βούτυρο κακάο δεν είναι το βασικό λιπαρό στοιχείο, τότε πιθανότατα δεν αγοράζουμε την «κλασική» σοκολάτα που νομίζουμε.
Συμπέρασμα; Η «συνθετική σοκολάτα» δεν είναι απαραίτητα δηλητήριο, αλλά πολύ συχνά είναι ένα πιο φθηνό, πιο επεξεργασμένο και ποιοτικά διαφορετικό προϊόν από την αυθεντική σοκολάτα. Η διαφορά κρύβεται στην ετικέτα, στο είδος του λίπους και στην ειλικρίνεια της επισήμανσης. Και τελικά, αυτό που ξεχωρίζει τον ενημερωμένο καταναλωτή δεν είναι η γεύση μόνο, αλλά το αν διαβάζει τι πραγματικά αγοράζει




Δεν υπάρχουν σχόλια
Δημοσίευση σχολίου