Η ελληνική οικονομία μπορεί να εμφανίζει θετικούς μακροοικονομικούς δείκτες, όμως πίσω από τους αριθμούς παραμένει ένα τεράστιο βάρος: σχεδόν 3 εκατομμύρια μη εξυπηρετούμενα δάνεια, χαμηλή πρόσβαση νοικοκυριών και μικρών επιχειρήσεων σε χρηματοδότηση, μαζικοί πλειστηριασμοί με ελάχιστη απορρόφηση και ληξιπρόθεσμα χρέη προς την εφορία που συνεχίζουν να διογκώνονται.
Η εικόνα που διαμορφώνεται είναι όλο και πιο καθαρή: η ανάπτυξη που ανακοινώνεται σε επίπεδο δεικτών δεν σημαίνει ότι αναπτύσσεται και η πραγματική αγορά. Το ΔΝΤ προειδοποίησε μόλις στις 31 Μαρτίου 2026 ότι σχεδόν 3 εκατομμύρια «κόκκινα» δάνεια, τα οποία αφορούν περίπου 2,4 εκατομμύρια ανθρώπους στην Ελλάδα, εξακολουθούν να επιβαρύνουν το χρηματοπιστωτικό σύστημα και να κρατούν μεγάλο μέρος νοικοκυριών και μικρών επιχειρήσεων εκτός δανεισμού. Το ίδιο μήνυμα επαναλαμβάνει και η επίσημη αποστολή του ΔΝΤ για την Ελλάδα, σημειώνοντας ότι η πιστωτική επέκταση συνεχίζεται κυρίως προς τις μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις, ενώ απαιτούνται περαιτέρω μεταρρυθμίσεις ώστε να επιστρέψουν περισσότεροι πολίτες και μικρότερες επιχειρήσεις στην αγορά πίστωσης.
Αυτό είναι το κεντρικό πρόβλημα που συχνά κρύβεται πίσω από τον πανηγυρικό λόγο περί ανάπτυξης. Ναι, ορισμένες μεγάλες επιχειρήσεις καταγράφουν ισχυρές επιδόσεις και οι τράπεζες έχουν βελτιώσει αισθητά τους ισολογισμούς τους. Όμως αυτό δεν σημαίνει ότι ζει και αναπνέει η μικρομεσαία επιχειρηματικότητα, η οποία αποτελεί τον βασικό κορμό της ελληνικής οικονομίας. Η Τράπεζα της Ελλάδος δείχνει ότι η τραπεζική πίστωση προς τις μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις παραμένει θετική, αλλά για τους ελεύθερους επαγγελματίες και τις ατομικές ή μη εταιρικές μικρές δραστηριότητες η εικόνα είναι πολύ πιο αδύναμη: τον Φεβρουάριο 2026 η ετήσια μεταβολή της τραπεζικής πίστης προς ατομικές επιχειρήσεις και προσωπικές εταιρείες ήταν -1,8%.
Με απλά λόγια, το χρήμα δεν φτάνει εκεί όπου υπάρχει η μεγαλύτερη κοινωνική και παραγωγική ανάγκη. Το ΔΝΤ μιλά ευθέως για ανάγκη μεγαλύτερης στήριξης της χρηματοδότησης νοικοκυριών και μικρών επιχειρήσεων και για περιορισμό της υπερσυγκέντρωσης πιστώσεων σε μεγαλύτερες εταιρείες. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, από την άλλη, παρουσιάζει μια πιο αισιόδοξη αποτύπωση, σημειώνοντας ότι τα πιστωτικά κριτήρια για τις ΜμΕ έχουν χαλαρώσει περισσότερο από ό,τι για τις μεγάλες επιχειρήσεις. Αυτό σημαίνει ότι η εικόνα είναι μικτή: η θεσμική κατεύθυνση δείχνει βελτίωση, αλλά το βάρος των παλιών οφειλών και η χαμηλή πραγματική πιστωτική διείσδυση συνεχίζουν να μπλοκάρουν την αγορά. Βεβαιότητα για αυτή τη σύνθετη εκτίμηση: περίπου 80%.
Την ίδια ώρα, στο μέτωπο των πλειστηριασμών, η εικόνα μόνο υγιής δεν μπορεί να θεωρηθεί. Σύμφωνα με πρόσφατη δημοσιογραφική αποτύπωση ευρημάτων έκθεσης του ΙΟΒΕ, μόλις ένα στα επτά ακίνητα που βγαίνουν σε πλειστηριασμό βρίσκει τελικά αγοραστή, με ποσοστά απορρόφησης μόλις 14% έως 19%. Στην ίδια αποτύπωση αναφέρεται ότι περίπου το 90% των ακινήτων αφορά κατοικίες αξίας κάτω των 200.000 ευρώ.
Αν ισχύει αυτή η εικόνα — και όλα δείχνουν ότι ισχύει — τότε μιλάμε για μια αγορά όπου οι πλειστηριασμοί δεν λειτουργούν ως μηχανισμός εξυγίανσης, αλλά ως μηχανισμός πίεσης και αποδιάρθρωσης. Όταν βγαίνουν μαζικά ακίνητα στην αγορά και η συντριπτική πλειονότητα δεν απορροφάται, δεν έχουμε κανονική αγορά. Έχουμε υπερπροσφορά υπό καθεστώς πίεσης, με περιουσίες κυρίως χαμηλότερης αξίας να περνούν από έναν μηχανισμό που δεν λύνει ούτε το στεγαστικό ούτε το πιστωτικό πρόβλημα της οικονομίας.
Παράλληλα, τα ληξιπρόθεσμα προς την εφορία συνεχίζουν να διογκώνονται. Tα στοιχεία του τέλους του 2025 ανεβάζουν τα ληξιπρόθεσμα χρέη προς τη φορολογική διοίκηση στα 113,86 δισ. ευρώ. Αυτό δείχνει ότι η πίεση όχι μόνο δεν υποχώρησε, αλλά συνέχισε να αυξάνεται.
Εδώ βρίσκεται και η μεγάλη αντίφαση της εποχής. Από τη μία, η χώρα παρουσιάζει ανάκαμψη, επενδυτική εικόνα, βελτιωμένους τραπεζικούς δείκτες και καλύτερη μακροοικονομική αξιολόγηση. Από την άλλη, ένα τεράστιο κομμάτι της κοινωνίας και της αγοράς κουβαλά ακόμη τα χρέη της προηγούμενης κρίσης, πληρώνει ακριβά την πρόσβαση στο χρήμα ή δεν έχει καθόλου πρόσβαση, ενώ βρίσκεται ανάμεσα σε εφορία, servicers, funds και διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης. Το αποτέλεσμα είναι ότι πολλές μικρομεσαίες επιχειρήσεις δεν αναπτύσσονται πραγματικά· απλώς επιβιώνουν. Και αυτή η επιβίωση έχει κοινωνικό κόστος, γιατί πρόκειται για επιχειρήσεις που, παρά την ασφυξία, εξακολουθούν να κρατούν θέσεις εργασίας και να στηρίζουν τοπικές οικονομίες.
Το επιχείρημα ότι «η αγορά καθαρίζει» δεν αρκεί πλέον. Όταν εκατομμύρια μη εξυπηρετούμενα δάνεια παραμένουν ενεργό βαρίδι, όταν οι μικρές επιχειρήσεις μένουν στην πράξη εκτός χρηματοδότησης, όταν τα ληξιπρόθεσμα στην εφορία σπάνε το ένα ρεκόρ μετά το άλλο και όταν οι πλειστηριασμοί ακινήτων δεν οδηγούν ούτε καν σε λειτουργική απορρόφηση, τότε το πρόβλημα δεν είναι ατομικό. Είναι δομικό. Και χωρίς ουσιαστική επανεκκίνηση της μικρομεσαίας οικονομίας, πραγματική και διαχεόμενη ανάπτυξη δεν μπορεί να υπάρξει
Πηγές
- IMF Article IV Greece, 24/3/2026.
- Reuters, 31/3/2026, για τα σχεδόν 3 εκατ. μη εξυπηρετούμενα δάνεια στην Ελλάδα.
- Τράπεζα της Ελλάδος, στοιχεία πιστωτικής επέκτασης Φεβρουαρίου 2026 και Note on the Greek Economy, Μάρτιος 2026.
- Πρόσφατη έκθεση ΙΟΒΕ για πλειστηριασμούς.
- Στοιχεία για ληξιπρόθεσμα χρέη στην εφορία.
Original analysis by MEDLABNEWS.GR: Πρωτότυπη δημοσιογραφική ανάλυση του Αλέξανδρου Γιατζίδη.




Δεν υπάρχουν σχόλια
Δημοσίευση σχολίου