Responsive Ad Slot

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αλεξανδρος Γιατζιδης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αλεξανδρος Γιατζιδης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Θυρεοειδίτιδα Hashimoto: συμπτώματα, υπνηλία, κούραση, κράμπες και πρήξιμο ποδιών

του Aλέξανδρου Γιατζίδη, M.D., medlabnews.gr iatrikanea

Η θυρεοειδίτιδα Hashimoto είναι η συχνότερη αιτία αυτοάνοσου υποθυρεοειδισμού. Το ανοσοποιητικό σύστημα επιτίθεται στα κύτταρα του θυρεοειδούς, με αποτέλεσμα σταδιακή καταστροφή του θυρεοειδικού ιστού και, σε αρκετούς ασθενείς, μείωση της παραγωγής θυρεοειδικών ορμονών. Αρχικά μπορεί να εμφανίζεται μόνο με βρογχοκήλη ή να είναι ασυμπτωματική, αλλά όταν εξελίσσεται σε υποθυρεοειδισμό μπορεί να προκαλέσει υπνηλία, κούραση, κατάθλιψη, δυσκοιλιότητα, ξηροδερμία, κράμπες, πρήξιμο ποδιών, αυξημένη χοληστερόλη και δυσκολία συγκέντρωσης. Η διάγνωση βασίζεται κυρίως σε TSH, θυρεοειδικές ορμόνες και αντιθυρεοειδικά αντισώματα anti-TPO και anti-TG. 

Ο υποθυρεοειδισμός είναι η παθολογική εκείνη κατάσταση κατά την οποία ο θυρεοειδής υπολειτουργεί. Η ανεπάρκεια των θυρεοειδικών ορμονών στο αίμα έχει σαν αποτέλεσμα την πρόκληση του κλινικού συνδρόμου που λέγεται υποθυρεοειδισμός.

Η ανεπάρκεια αυτή στην ενδομήτρια ζωή και τη νεογνική ηλικία έχει δυσμενή επίπτωση στην ωρίμανση του εγκεφάλου και στη σωματική αύξηση και ανάπτυξη. Στην παιδική ηλικία παρατηρείται καθυστέρηση σωματικής αύξησης, ενώ στους ενήλικες εκδηλώνεται ως γενική επιβράδυνση των ζωτικών λειτουργιών. 

Η συχνότερη αιτία του υποθυρεοειδισμού είναι η αυτοάνοση θυρεοειδοπάθεια.

υποθυρεοειδισμός

Ο γιατρός που την περιέγραψε ήταν o Ιάπωνας Hashimoto και από αυτόν πήρε το όνομά της. Οι Ιάπωνες παρουσιάζουν συχνά αυτή την πάθηση λόγω του γενετικού τους προφίλ. 

Το ανοσοποιητικό σύστημα του ανθρώπου κάτω από φυσιολογικές συνθήκες προστατεύει το σώμα από την εισβολή των βακτηριδίων και των ιών. Στις αυτοάνοσες νόσους, όπως άλλωστε προδίδει και το όνομά τους, το ανοσοποιητικό σύστημα αναγνωρίζει ως ξένα κάποια συστατικά του οργανισμού και επομένως τους επιτίθεται. Πιο συγκεκριμένα στον αυτοάνοσο υποθυρεοειδισμό το αμυντικό σύστημα επιτίθεται σε συστατικά του θυρεοειδούς αδένα με αποτέλεσμα να επηρεάζει την ικανότητά των θυρεοειδικών κυττάρων να παράγουν  ορμόνες. 



Στην πάθηση αυτή υπάρχει συνεχής αντικατάσταση του υγιούς παρεγχύματος από λεμφοκύτταρα και ινώδη ιστό. Περισσότεροι από 90% των ασθενών με χρόνια αυτοάνοση θυρεοειδίτιδα έχουν υψηλό τίτλο αντιθυρεοειδικών αντισωμάτων. Μπορεί να συμβεί σε οποιαδήποτε ηλικία αλλά συχνότερα προσβάλλει γυναίκες μέσης ηλικίας. Οι ασθενείς πολύ πιθανόν να έχουν ατομικό ή οικογενειακό ιστορικό άλλων αυτοάνοσων νοσημάτων όπως λεύκη, αλωπεκία, σακχαρώδη διαβήτη, επινεφριδιακή ανεπάρκεια, υποπαραθυρεοειδισμό, μυασθένεια Gravis, κακοήθη αναιμία. Η θυρεοειδίτιδα Hashimoto αρχικά συνήθως εμφανίζεται με διόγκωση του θυρεοειδή (βρογχοκήλη) ασυμπτωματική, χωρίς κλινική ή βιοχημική εικόνα υποθυρεοειδισμού ή με ήπιο υποθυρεοειδισμό.

Όταν ένας ικανός αριθμός κυττάρων έχει καταστραφεί τότε η παραγωγή των θυρεοειδικών ορμονών από τα εναπομείναντα κύτταρα δεν επαρκεί για να καλύψει τις ανάγκες του οργανισμού.

Παράγοντες κινδύνου για την ανάπτυξη αυτοάνοσου υποθυρεοειδισμού είναι εκ πρώτης το οικογενειακό ιστορικό. Η θυρεοειδίτιδα Hashimoto τείνει να γίνει οικογενής και προσβάλει πιο συχνά (έως και 6 φορές) γυναίκες μέσης ηλικίας απ΄ ότι άνδρες και είναι ιδιαίτερα συχνή σε άτομα με σύνδρομο Turner και Down και ηπατίτιδα C. Όπως και στις περισσότερες αυτοάνοσες διαταραχές η ευπάθεια καθορίζεται από το συνδυασμό γενετικών και περιβαλλοντικών παραγόντων. Άτομα που έχουν συγγενείς με αυτοάνοση θυροειδοπάθεια είναι σε κίνδυνο να εμφανίσουν αυτοάνοση θυρεοειδοπάθεια και οι ίδιοι. Ένας άλλος σημαντικός παράγοντας είναι η ηλικία. Η έναρξή της νόσου μπορεί να συμβεί σε οποιαδήποτε ηλικία, αλλά συνήθως είναι πιο συχνή στα ηλικιωμένα άτομα.  Επίσης ασθενείς που πάσχουν από άλλες αυτοάνοσες νόσους όπως
και άλλες, έχουν μεγαλύτερο κίνδυνο να εμφανίσουν αυτοάνοσο υποθυρεοειδισμό και θα πρέπει να ελέγχονται μόλις διαγνωστεί η πάθηση τους. Τέλος, οι πάσχοντες από σύνδρομο Down ή από σύνδρομο Turner εμφανίζουν συχνά αυτοάνοσο υποθυρεοειδισμό

Περιβαλλοντικοί παράγοντες ευπάθειας δεν έχουν προσδιοριστεί με ακρίβεια. Η αυξημένη πρόληψη ιωδίου, μέσω αυτοάνοσων μηχανισμών ή άμεσης τοξικής επίδρασης θα μπορούσε να αυξήσει τον κίνδυνο αυτοάνοσης θυρεοειδίτιδας.
Μερικά φάρμακα (πχ αμιωδαρόνη, α-ιντερφερόνη, β-ιντερφερόνη, ιντερλευκίνη-2, G-CSF) συχνά προκαλούν την παραγωγή θυρεοειδικών αυτοαντισωμάτων. Η επαγγελματική ή κατά την παιδική ηλικία έκθεση της κεφαλής και του τραχήλου σε ακτινοβολία αυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισης θυρεοειδίτιδας Hashimoto.

Η νόσος πιθανότατα να οφείλεται σε γενετική ανωμαλία της κυτταρικής ανοσίας κατά την οποία τα κατασταλτικά Τ λεμφοκύτταρα δεν καταστέλλονται επαρκώς με συνέπεια να ενεργοποιούνται τα Β λεμφοκύτταρα και τα οποία παράγουν αντισώματα τα οποία αντιδρούν με θυρεοειδικά αντιγόνα.
Με την πάροδο του χρόνου ο θυρεοειδής διηθείται από λεμφοκύτταρα, τα θυλάκια του θυρεοειδούς καταστρέφονται, το κολλοειδές εξαφανίζεται και εμφανίζεται ήπια έως μέτρια ίνωση του θυρεοειδούς, πιο εκτεταμένη στην ατροφική μορφή της θυρεοειδίτιδας.
Οι ασθενείς κατά την πρώτη εξέταση συνήθως είναι ευθυρεοειδικοί (θυρεοειδικές ορμόνες εντός των φυσιολογικών ορίων) και λιγότερο συχνά υποθυρεοειδικοί (χαμηλά επίπεδα T3 και Τ4 και αυξημένη TSH ορού). Η θυρεοειδίτιδα συχνά εξελίσσεται σε υποθυρεοειδισμό που συνήθως είναι μόνιμος. Η ανάπτυξη του υποθυρεοειδισμού μπορεί να συνδέεται με τα αντισώματα έναντι των υποδοχέων της θυρεοτροπίνης, τα οποία ανευρίσκονται στο 10% των ασθενών με θυρεοειδίτιδα Hashimoto. Μεταξύ των ασθενών με θυρεοειδίτιδα του Hashimoto, υποθυρεοειδισμό είναι πιο πιθανό να αναπτύξουν οι καπνιστές σε σχέση με τους μη καπνιστές, πιθανώς λόγω των θειοκυανικών που υπάρχουν στον καπνό των τσιγάρων. Σε σπάνιες περιπτώσεις η θυρεοειδίτιδα μπορεί να προκαλέσει οξεία καταστροφή του θυρεοειδικού ιστού και απότομη απελευθέρωση των θυρεοειδικών ορμονών προκαλώντας θυρεοτοξίκωση (Hasitoxicosis).

Αν και ο υποθυρεοειδισμός είναι συνήθως μόνιμος, ένα ποσοστό περίπου 11% των ασθενών εμφανίζει ύφεση μετά από αρκετά χρόνια πιθανότατα λόγω κάποιας αυθόρμητης βελτίωσης της θυρεοειδίτιδας ή λόγω επαρκούς παραγωγής θυρεοδιεγερτικής ανοσοσφαιρίνης (TSI) που βελτιώνει την παραγωγή θυρεοειδικών ορμονών.

Ποια είναι τα συμπτώματα θυρεοειδίτιδας Hashimoto;

Τα συμπτώματα της θυρεοειδίτιδας Hashimoto είναι παρόμοιες με αυτές του υποθυρεοειδισμού σε γενικές γραμμές, που συχνά είναι ανεπαίσθητες. Δεν είναι ειδικά (το οποίο σημαίνει ότι μπορούν να μιμούνται τα συμπτώματα πολλών άλλων όρων) και συχνά αποδίδονται στη γήρανση. Οι ασθενείς με ήπιο υποθυρεοειδισμό μπορεί να μην έχουν συμπτώματα. Τα συμπτώματα συνήθως γίνονται πιο εμφανή, καθώς η νόσος επιδεινώνεται. 

Τα κοινά συμπτώματα αναφέρονται παρακάτω:

* Κούραση
* Κατάθλιψη
* Συγκρατημένη αύξηση του σωματικού βάρους
* Δυσανεξία στο κρύο
* Η υπερβολική υπνηλία
* Ξηρό, χονδροειδείς τρίχες
* Δυσκοιλιότητα
* Ξηροδερμία
* Μυϊκές κράμπες
* Αυξημένα επίπεδα χοληστερόλης
* Μειωμένη συγκέντρωση
* Ασαφείς πόνοι
* Πρήξιμο των ποδιών

Συνήθως στους πάσχοντες από θυρεοειδίτιδα Hashimoto ο θυρεοειδής είναι διάχυτα αυξημένος, σταθερός και με μικροπολυοζώδη υφή. Σπάνια μπορεί να είναι αυξημένος μόνο ο ένας λοβός, δημιουργώντας υποψίες για νεόπλασμα. Ο θυρεοειδής πιο σπάνια και ιδιαίτερα σε ηλικιωμένες γυναίκες μπορεί να είναι μικρός, με ινώδη μορφή.
Οι ασθενείς συχνά παραπονούνται για «σφίξιμο» στο λαιμό, αλλά αντικειμενικά πόνος και ευαισθησία δεν υπάρχουν.
Κατάθλιψη και χρόνια κόπωση είναι τα πιο συχνά συμπτώματα στους υποθυρεοειδικούς ασθενείς. Στα προχωρημένα στάδια της νόσου εμφανίζονται πιο έντονα τα συμπτώματα υποθυρεοειδισμού. Το δέρμα γίνεται ξηρό και λεπτό με μειωμένη εφίδρωση. Συχνά υπάρχει ωχρότητα με μια κίτρινη απόχρωση του δέρματος που οφείλεται σε συσσώρευση καροτίνης. Τα μαλλιά είναι ξηρά και εύθραυστα και συχνά πέφτουν. Άλλα συνήθη χαρακτηριστικά είναι η αύξηση του βάρους (που οφείλεται συνήθως στην κατακράτηση υγρών), η δυσκοιλιότητα, η μείωση της libido (ερωτικής επιθυμίας), οι μηνορραγίες και η μειωμένη γονιμότητα που πιθανότατα οφείλονται στην αυξημένη προλακτίνη που παρατηρείται στον υποθυρεοειδισμό.

Η μειωμένη συσταλτικότητα του μυοκαρδίου, η βραδυκαρδία και η αυξημένη περιφερική αντίσταση που συνοδεύεται κυρίως από διαστολική υπέρταση είναι χαρακτηριστικές.

Πώς γίνεται η Διάγνωση της Θυρεοειδίτιδας Hashimoto;

Η διάγνωση της νόσου επιβεβαιώνεται με την ανεύρεση αυξημένων επιπέδων αντιθυροειδικών αντισωμάτων είτε κατά της θυρεοσφαιρίνης (anti Tg) είτε κατά της υπεροξειδάσης (anti TPO) ή και των δύο. Αυξημένα επίπεδα αντιθυρεοειδικών αντισωμάτων ανευρίσκονται στο 3% των ανδρών και το 13% των γυναικών ενώ σε γυναίκες ηλικίας άνω των 60 ετών το ποσοστό αυξάνει στο 25%. Οι ασθενείς με υψηλό τίτλο αντισωμάτων και πολύ αυξημένη TSH αναπτύσσουν μόνιμο υποθυρεοειδισμό κατά μέσο όρο 2-5% ανά έτος.
Στο σπινθηρογράφημα, ο θυρεοειδής εμφανίζεται συμμετρικός και η κατανομή του ραδιοφαρμάκου είναι ανομοιογενής.

Υπάρχει Θεραπεία της Θυρεοειδίτιδας Hashimoto;

Για την αντιμετώπιση του υποθυρεοειδισμού χορηγείται θυροξίνη (T4) με στόχο την επίτευξη τιμών της TSH εντός των φυσιολογικών ορίων ενώ σε περίπτωση συνύπαρξης βρογχοκήλης, στόχος της θεραπείας είναι η καταστολή της TSH.
Σε μικρές πρόσφατες μελέτες σε ασθενείς με θυρεοειδίτιδα Hashimoto και υποκλινικό υποθυρεοειδισμό, η χορήγηση 20 mg ημερησίως από το στόμα σιμβαστατίνης –ενός αντιλιπιδαιμικού φαρμάκου - βελτίωσε την λειτουργία του θυρεοειδούς πιθανά λόγω της επιτάχυνσης της απόπτωσης ορισμένων τύπων λεμφοκυττάρων, ενώ η χορήγηση
σεληνίου σε άλλη μελέτη, μείωσε τα επίπεδα των αντισωμάτων έναντι της υπεροξειδάσης κατά 49%. Η μακροπρόθεσμη αποτελεσματικότητα των θεραπειών αυτών στην πορεία της θυρεοειδίτιδας Hashimoto είναι άγνωστη.

ΠΗΓΗ: MEDLAB IATΡΙΚΟ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ
www.endocrinology.org


Διαβάστε επίσης

Θυρεοειδίτιδα Hashimoto: συμπτώματα, υπνηλία, κούραση, κράμπες και πρήξιμο ποδιών | MEDLABNEWS.GR

Πρώτη δημοσίευση: Οκτώβριος 2011 — MEDLABNEWS.GR | Συγγραφέας: Αλέξανδρος Γιατζίδης, M.D.

Τελευταία ουσιαστική ενημέρωση: 22 Μαΐου 2026

Καρκίνος θυρεοειδούς: συμπτώματα, τύποι, διάγνωση, θεραπεία και πρόγνωση

growing cancer thyroid

Ο καρκίνος του θυρεοειδούς είναι η συχνότερη κακοήθεια του ενδοκρινικού συστήματος και συνήθως εμφανίζεται ως ανώδυνος όζος ή μάζα στον λαιμό. Οι περισσότεροι θυρεοειδικοί όζοι είναι καλοήθεις, όμως κάθε μάζα στον θυρεοειδή χρειάζεται σωστή διερεύνηση, ειδικά αν μεγαλώνει, συνοδεύεται από βράγχος φωνής, δυσκολία στην κατάποση, δύσπνοια, λεμφαδενοπάθεια ή ιστορικό ακτινοβολίας στον τράχηλο. Το άρθρο εξηγεί τους βασικούς τύπους καρκίνου θυρεοειδούς, τους παράγοντες κινδύνου, τα συμπτώματα, τις εξετάσεις και τις θεραπευτικές επιλογές όπως θυρεοειδεκτομή, ραδιενεργό ιώδιο και συστηματική παρακολούθηση. 

Ο καρκίνος του θυρεοειδούς αποτελεί τη συχνότερη κακοήθεια του ενδοκρινικού συστήματος (95% του συνόλου) και το 1,5% όλων των κακοήθων νεοπλασιών του ανθρώπινου οργανισμού. 

Σήμα κινδύνου για τον καρκίνο του θυρεοειδούς εκπέμπουν οι επιστήμονες καθώς σύμφωνα με τα αποτελέσματα μεγάλης πολυκεντρικής μελέτης ανασκόπησης, η επίπτωση του καλά διαφοροποιημένου καρκίνου του θυρεοειδούς, έχει υπερδιπλασιαστεί παγκοσμίως τα τελευταία 20 χρόνια!

Πρέπει να τονίσουμε ότι οι περισσότερες μάζες που εμφανίζονται στο θυρεοειδή αδένα, μέχρι και το 90%, είναι καλοήθεις. Επιπρόσθετα οι μάζες που αποδεικνύονται ότι είναι καρκίνοι, έχουν πολύ καλή πρόγνωση. Όμως οποιαδήποτε μάζα του θυρεοειδούς, μικρή ή μεγάλη, πρέπει να τυγχάνει πλήρους διερεύνησης.

Ο καρκίνος του θυρεοειδούς εμφανίζεται σχεδόν αποκλειστικά με την μορφή ψυχρού όζου (οι ψυχροί -μη λειτουργικοί- όζοι αποτελούν το 80% του συνόλου των όζων). Ο καρκίνος του θυρεοειδούς συνήθως εμφανίζεται στην περιοχή του λαιμού σαν ένα οζίδιο ή μια μάζα που δεν προκαλεί πόνο.  Εάν μια μάζα του θυρεοειδούς αφεθεί και μεγαλώσει, είναι δυνατόν να προκαλέσει προβλήματα στην κατάποση και στην αναπνοή όπως επίσης και βραχνάδα. Σε περιπτώσεις που δημιουργείται αιμορραγία εντός του όγκου, μπορεί να υπάρχει πόνος.

Ο διαχωρισμός των κακοηθών από τους καλοήθεις όγκους του θυρεοειδούς είναι ένα πρόβλημα της καθημερινής ιατρικής πράξης διότι ενώ οι καλοήθεις όζοι είναι συχνοί (60% σε γυναίκες άνω των 60 ετών), το ποσοστό της κακοήθειας είναι περίπου 5%.
Οι περισσότερες περιπτώσεις καρκίνου του θυρεοειδούς αδένα είναι ιάσιμες. Υπάρχουν όμως περιπτώσεις που έχουν τη δυνατότητα να εξελιχθούν και να προχωρήσουν γρήγορα γι' αυτό και η έγκαιρη ανίχνευση έχει καθοριστική σημασία.
Ο καρκίνος του θυρεοειδούς αδένα μπορεί να εμφανιστεί σε οποιαδήποτε ηλικία. Οι περισσότερες περιπτώσεις εκδηλώνονται μετά την ηλικία των 40 ετών.
Οι γυναίκες έχουν δύο με τρεις φορές περισσότερες πιθανότητες να προσβληθούν από τη νόσο σε σύγκριση με τους άνδρες. 
Εκδηλώνεται κύρια στις ηλικίες μεταξύ 25 και 65 ετών (η μέση ηλικία εμφάνισης του είναι τα 48 έτη), με τον ισόβιο κίνδυνο νόσησης να είναι 0,8 και 0,3 για το γυναικείο και το αντρικό φύλο αντίστοιχα.
Όταν υπάρχει οικογενειακό ιστορικό καρκίνου του θυρεοειδούς, ο κίνδυνος εκδήλωσης της νόσου και σε άλλα μέλη της οικογένειας, είναι μεγαλύτερος.

Η ιονίζουσα ακτινοβολία είναι βασικός παράγοντας πρόκλησης καρκίνου του θυρεοειδούς

Στην περίπτωση του πυρηνικού ατυχήματος στο Τσερνομπίλ, οι ραδιενεργές ουσίες που απελευθερώθηκαν στο περιβάλλον, ιδιαίτερα το ραδιενεργές ιώδιο, απορροφήθηκε από τον οργανισμό ατόμων της περιοχής που έγινε το ατύχημα. Τα παιδιά απορρόφησαν πολύ περισσότερο ραδιενεργές ιώδιο λόγω της ανάπτυξης τους με αποτέλεσμα ο καρκίνος του θυρεοειδούς να αυξηθεί δραματικά σε παιδιά και έφηβους στις πληγείσες περιοχές μετά το ατύχημα.

Είναι σημαντικό ασθενείς που εκτέθηκαν για οποιαδήποτε λόγο σε ιονίζουσα ακτινοβολία ή που έλαβαν ακτινοθεραπεία που θα μπορούσε να επηρεάσει το θυρεοειδή τους αδένα, να γνωρίζουν ότι έχουν περισσότερες πιθανότητες για καρκίνο του θυρεοειδούς ή και για υποθυρεοειδισμό. Η πρόγνωσή του θυρεοειδικού καρκίνου είναι εξαιρετική με τη μεγαλύτερη πλειοψηφία των ασθενών να θεραπεύονται εφόσον ακολουθηθεί το σωστό πρωτόκολλο αντιμετώπισης της παθήσεως.
Ασθενείς που υποβλήθηκαν σε ακτινοθεραπεία λόγω καρκίνων της κεφαλής, του λαιμού ή του θώρακα, επειδή ο θυρεοειδής αδένα βρισκόταν στο πεδίο ακτινοβολίας, έχουν περισσότερες πιθανότητες να παρουσιάσουν καρκίνο θυρεοειδούς. Για παράδειγμα οι ασθενείς με λέμφωμα τύπου Hodgkin's, συχνά υποβάλλονται σε ακτινοθεραπεία. Λόγω εμπλοκής του θυρεοειδούς, παρουσιάζουν υποθυρεοειδισμό και έχουν αυξημένο κίνδυνο για καρκίνο του οργάνου αυτού.

Τα παιδιά με οζώδη ή πολυοζώδη βρογχοκήλη, οι άντρες κύρια με μονήρεις όζους, οι ενήλικες πάνω από τα 60, οι ασθενείς με μεγάλους όζους, εκείνοι που προσέρχονται με ένα ταχέως αυξανόμενο σε μέγεθος θυρεοειδικό όζο και οι ασθενείς με ατομικό ιστορικό κακοήθειας του μαστού εμφανίζουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης της νόσου.

Τέλος ύπαρξη συνδρόμων σχετίζονται με την εμφάνιση του καρκίνου του  θυρεοειδούς (πχ Πολλαπλή Ενδοκρινική Νεοπλασία MEN, σύνδρομο Oικογενούς
 Αδενοματώδους Πολυποδίασης FAP, σύνδρομο Gardner κλπ). Τελευταία ερευνάται και η πιθανότητα συσχέτισης της αυτοανόσου θυρεοειδίτιδας με την ανάπτυξη καρκίνου του θυρεοειδούς.

Ο θυρεοειδικός καρκίνος την τελευταία δεκαετία, παρουσιάζει τη μεγαλύτερη ετήσια αύξηση της επίπτωσής μιας νεοπλασίας σε σχέση με όλες τις λοιπές κακοήθεις παθήσεις των διαφόρων οργάνων, γεγονός που πιθανότατα οφείλεται σε περιβαλλοντικούς παράγοντες αλλά και στη σαφή βελτίωση των μεθόδων διάγνωσης του.

Ο καρκίνος του θυρεοειδούς ταξινομείται βάσει της προέλευσής του. Έτσι έχουμε τις κακοήθεις παθήσεις που προέρχονται από τα θυλακιώδη κύτταρα του αδένα και τις αντίστοιχες από τα μη θυλακιώδη.
Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν:
1. Ο Θηλώδης τύπος (ο πιο συχνός τύπος θυρεοειδικής κακοήθειας) Αποτελεί το 80% των περιπτώσεων. Αναπτύσσεται στα κύτταρα που παράγουν τη θυροξίνη. Μπορεί να εμφανίζει συχνές υπότροπες. Στους ηλικιωμένους είναι σοβαρότερη η κατάσταση. Το ποσοστό ίασης ανέρχεται στο 90 έως 95% 

2. Ο Θυλακιώδης (10%) Αναπτύσσεται στα ίδια κύτταρα και έχει επίσης ψηλό ποσοστό ίασης που ανέρχεται στο 75% στα 5 χρόνια από τη διάγνωση. Είναι συχνότερο στις γυναίκες. Μπορεί να διηθήσει τους λεμφαδένες που γειτνιάζουν με το θυρεοειδή και έχει τη δυνατότητα να κάνει μεταστάσεις

3. Ο μυελοειδής. Αποτελεί το 5%-10% των περιπτώσεων καρκίνων του θυρεοειδούς. Μπορεί να κάνει μεταστάσεις. Εκκρίνει την ορμόνη καλσιτονίνη. Μπορεί να συνυπάρχει και με άλλους καρκίνους του ενδοκρινολογικού συστήματος. Στα 5 χρόνια το ποσοστό επιβίωσης ανέρχεται στο 70%

4. Ο Αναπλαστικός ή Αμετάπλαστος τύπος (1-2%) Εκδηλώνεται κυρίως σε άτομα άνω των 65 ετών. Είναι η σπανιότερη μορφή και η πλέον επικίνδυνη από τους καρκίνους του θυρεοειδούς. Εξελίσσεται πολύ γρήγορα, είναι ιδιαίτερα επιθετικός. Διηθεί γρήγορα τους τοπικούς ιστούς, τις δομές του λαιμού και προκαλεί αναπνευστικά προβλήματα

Στη δεύτερη ανήκουν:

1. Το Μυελοειδές καρκίνωμα (4-5%)

2. Το Λέμφωμα (2%)

3. Το Τεράτωμα (Πολύ σπάνιος τύπος)

4. Οι μεταστάσεις από κακοήθεις παθήσεις άλλων οργάνων όπως του νεφρού, του πνεύμονα, του μαστού ή από μελάνωμα (Σπάνια)

Ποια είναι τα συμπτώματα;
▪ διόγκωση θυρεοειδούς
▪ λεμφαδενοπάθεια
▪ δυσκολία στην κατάποση
▪ βήχας 
▪ δύσπνοια
▪ βραχνάδα φωνής
Πολλοί ασθενείς με καρκίνο του θυρεοειδούς δεν παρουσιάζουν συμπτώματα. Οι ασθενείς αυτοί συνήθως ανακαλύπτουν τυχαία ένα οζίδιο στο θυρεοειδή αδένα μετά από μία φυσική εξέταση ρουτίνας ή κάποια απεικονιστική εξέταση του λαιμού που έγινε για διαφορετικό λόγο.
1. Κάποιοι ασθενείς αντιλαμβάνονται μία μάζα που μεγαλώνει σταδιακά στο μπροστινό μέρος του λαιμού τους, η οποία συνήθως μετακινείται όταν καταπίνουν.
2. Κάποιες φορές η μάζα αυτή μπορεί να προκαλέσει πόνο.
Σε κάθε περίπτωση η ανεύρεση ενός οζιδίου στο λαιμό πρέπει να αναφερθεί στο γιατρό, ακόμη και αν δεν υπάρχουν συμπτώματα.

Η διάγνωση του θυρεοειδικού καρκίνου πραγματοποιείται:

1. Με το λεπτομερές ιστορικό.

2. Με την ψηλάφηση του τραχήλου (40% των όζων άνω των 15 mm και 4% του συνόλου των όζων είναι ψηλαφητοί.)

3. Με τον αιματολογικό έλεγχο (TSH, καλσιτονίνη, θυρεοσφαιρίνη, αντισώματα κ.α).

4. Με το υπερηχογράφημα (ύποπτα απεικονιστικά κριτήρια αποτελούν οι μικροαποτιτανώσεις, η αυξημένη αγγείωση, η υποηχογένεια, τα ανώμαλα όρια κ.α).

5. Με την ελαστογραφία (ελέγχει την σκληρότητα του όζου και επισημαίνει τους ύποπτους όζους με υψηλό ποσοστό αξιοπιστίας) .
6. Το σπινθηρογράφημα του θυρεοειδούς συμβάλλει ουσιαστικά στη διάγνωση των διαφόρων ανωμαλιών που εκδηλώνονται στο όργανο αυτό. Στο σπινθηρογράφημα ο καρκίνος φαίνεται σαν ψυχρός όζος. Δηλαδή δεν προσλαμβάνει το ραδιοϊσότοπο που χορηγείται για την εξέταση στον ίδιο βαθμό που το προσλαμβάνει ο υπόλοιπος υγιής θυρεοειδής ιστός. 

7. Με την παρακέντηση είτε ενός όζου είτε ενός διογκωμένου τραχηλικού λεμφαδένα (η FNA αποτελεί το σημαντικότερο εργαλείο για τη διάγνωση των κακοήθων παθήσεων και πρέπει να διενεργείται για κάθε όζο μεγαλύτερο του 1 εκατοστού είτε για κάθε όζο ανεξαρτήτως μεγέθους αλλά με ύποπτα απεικονιστικά χαρακτηριστικά ή οικογενειακό ιστορικό θυρεοειδικής κακοήθειας). Η κυτταρολογική εξέταση, για την οποία υπάρχει πλέον μεγάλη εμπειρία, βοηθάει να ξεχωρίσουμε τους όζους εκείνους που υποκρύπτουν κακοήθεια και πρέπει ως εκ τούτου να χειρουργηθούν. Με τις μεθόδους μοριακής βιολογίας, βρίσκουμε νέους μοριακούς δείκτες που βοηθούν στην ακριβέστερη κατηγοριοποίηση του όγκου και τον καθορισμό της πρόγνωσης.

Θεραπεία
Η χειρουργική επέμβαση για αφαίρεση του καρκίνου του θυρεοειδούς, είναι η πρώτη θεραπευτική ενέργεια που γίνεται.  Εξαιρείται το λέμφωμα. Συνίσταται στην ολική αφαίρεση του αδένα (ολική θυρεοειδεκτομή), καθώς επίσης και σε κάποιες περιπτώσεις στην εξαίρεση των λεμφαδένων του τραχήλου (κεντρικός – ετερόπλευρος ή αμφοτερόπλευρος λειτουργικός ριζικός λεμφαδενικός καθαρισμός ) όταν ανευρίσκεται νόσος και σε αυτούς ή υπάρχει σαφής κλινικοεργαστηριακή ή/και απεικονιστική υποψία.

Ένα πολύ σημαντικό στοιχείο στη θεραπεία του καρκίνου του θυρεοειδούς αποτελεί το ραδιενεργό ιώδιο. Τα κύτταρα του θυρεοειδούς αδένα, φυσιολογικά και καρκινικά, είναι μοναδικά στον ανθρώπινο οργανισμό, αφού έχουν την ιδιότητα να προσλαμβάνουν το ιώδιο. Το ραδιενεργό ιώδιο, (Ι131) αφού ταξιδέψει μέσω της κυκλοφορίας του αίματος, καταλήγει στο θυρεοειδή όπου και προσλαμβάνεται από τα κύτταρά του, τα οποία και καταστρέφει τελικά στο σύνολό τους αφού είναι τοξικό. Χρησιμοποιείται ως συμπληρωματική θεραπεία μετά από χειρουργική αφαίρεση του οργάνου για την καταστροφή των υπολειμματικών κυττάρων που δεν ήταν δυνατόν να αφαιρεθούν χειρουργικά. Δεδομένου ότι οι υπόλοιποι ιστοί του σώματος δεν απορροφούν το ραδιενεργό ιώδιο, είναι τελείως αβλαβές για τα υπόλοιπα όργανα του τραχήλου.

Οι ασθενείς με μυελοειδές καρκίνωμα θυρεοειδούς δε χρειάζεται να υποβληθούν σε θεραπεία με ραδιενεργό ιώδιο, αφού τα συγκεκριμένα κύτταρα αδυνατούν να το απορροφήσουν. Η θεραπεία με ιώδιο ξεκινά συνήθως 4-6 εβδομάδες μετά την θυρεοειδεκτομή. Είναι απλή ως διαδικασία και περιλαμβάνει τη λήψη ενός χαπιού, του οποίο η δόση έχει ρυθμιστεί στον κάθε ασθενή. Καλό είναι ο ασθενής για 2 ημέρες να απομονώνεται λόγω του κινδύνου να εκτεθεί το συγγενικό του περιβάλλον σε ραδιενεργό ακτινοβολία. Συνιστάται για 1-2 εβδομάδες πριν την έναρξη θεραπείας με ραδιενεργό ιώδιο, ο ασθενής να αποφεύγει κάποιες συγκεκριμένες τροφές που περιλαμβάνουν ιώδιο, όπως τα οστρακοειδή, το ζαμπόν, το μπέικον, το αλάτι, το γιαούρτι και το παγωτό ενώ θα πρέπει να αποφεύγονται και τα φάρμακα που περιέχουν ιώδιο. Κατά τη διάρκεια της θεραπείας, οι ασθενείς ενθαρρύνονται να καταναλώνουν μεγάλες ποσότητες υγρών για την προστασία της ουροδόχου κύστεως. Σπανίως εμφανίζονται διαταραχές κατά τη θεραπεία με ιώδιο και όταν εμφανίζονται είναι συνήθως ήπιες και περιλαμβάνουν ναυτία, ξηρότητα στόματος και ήπιο πόνο στο λαιμό.

Περίπου 1-2 εβδομάδες μετά τη θεραπεία με ιώδιο, οι ασθενείς πρέπει να ξεκινήσουν τη θεραπεία υποκατάστασης, που περιλαμβάνει τη λήψη χαπιών που περιέχουν θυρεοειδικές ορμόνες. Αυτό είναι απολύτως απαραίτητο, δεδομένου ότι είναι αδύνατο να ζήσει κάποιος χωρίς θυροειδικές ορμόνες, οι οποίες δεν παράγονται πλέον από τον οργανισμό αφού ο αδένας έχει αφαιρεθεί χειρουργικά. Η δόση του χαπιού ρυθμίζεται από τον υπεύθυνο ενδοκρινολόγο.
Η θεραπευτική προσέγγιση ολοκληρώνεται με τη χορήγηση της κατάλληλης φαρμακευτικής αγωγής. Η εξωσωματική ακτινοβολία μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως προεγχειρητική ή συμπληρωματική θεραπεία στα αναπλαστικά καρκινώματα ενώ η χημειοθεραπεία χρησιμοποιείται πολύ σπάνια και μόνο για τα αναπλαστικά (προ- ή μετεγχειρητικά), καθώς παρουσιάζει αμφίβολα ή καθόλου αποτελέσματα.Ο ασθενής μετά από την επέμβαση και την οποιαδήποτε συμπληρωματική θεραπεία στην οποία υποβληθεί, τίθεται σε τακτική παρακολούθηση για την έγκαιρη διαπίστωση πιθανής υποτροπής.

Η μεγάλη πλειονότητα των περιπτώσεων με θυρεοειδικό καρκίνωμα έχει άριστη πρόγνωση εφόσον διαγνωσθεί έγκαιρα και θεραπευθεί σύμφωνα με τις οδηγίες της Ευρωπαϊκής Θυρεοειδικής Εταιρείας.

Ωστόσο, ένα μικρό ποσοστό γύρω στο 10% αποδιαφοροποιείται και χάνει την ικανότητα να προσλαμβάνει το ραδιενεργό ιώδιο, με αποτέλεσμα η κλασική θεραπεία που αναφέρθηκε να μην μπορεί να εφαρμοστεί ή να μην οδηγεί σε συρρίκνωση των μεταστάσεων. Οι μεταστάσεις αυτές δεν απαντούν καθόλου στα διάφορα γνωστά χημειοθεραπευτικά φάρμακα που χρησιμοποιούμε για τα άλλα είδη καρκίνου. Και στον τομέα αυτό είχαμε τα τελευταία χρόνια μια σημαντική εξέλιξη. Χρησιμοποιήθηκε για την αντιμετώπιση αυτών των «δύσκολων» περιπτώσεων καρκίνου του θυρεοειδούς μια νέα κατηγορία φαρμάκων που στοχεύουν απ' ευθείας στους μοριακούς μηχανισμούς που κάνουν την καρκινογένεση. Τα φάρμακα αυτά είναι αναστολείς της τυροσινικής κινάσης, ενός συστήματος ενζύμων, το οποίο είναι ενεργοποιημένο στον καρκίνο και μεταδίδει συνέχεια μηνύματα πολλαπλασιασμού και διευκόλυνσης των μεταστάσεων. Με τα φάρμακα αυτά αναστέλλεται η μετάδοση μηνυμάτων μέσα στο κύτταρο και ο όγκος μπορεί να συρρικνώνεται.

Πρόληψη
Ο καλύτερος τρόπος για να προλάβετε αυτόν τον τύπο καρκίνου, είναι να αποφύγετε την ιονίζουσα ακτινοβολία και να διατηρείτε μια καλή φυσική κατάσταση, ελέγχοντας το βάρος σας και προσέχοντας τη διατροφή σας. Οι πάσχοντες από θυρεοειδική νόσο πρέπει να είναι πιο προσεκτικοί και να παρακολουθούν την κατάσταση της υγείας τους συστηματικά.

Διαβάστε επίσης


Καρκίνος θυρεοειδούς: συμπτώματα, τύποι, διάγνωση, θεραπεία και πρόγνωση | MEDLABNEWS.GR

Πρώτη δημοσίευση: Μάιος 2016 — MEDLABNEWS.GR | Συγγραφέας: Αλέξανδρος Γιατζίδης, M.D.

Τελευταία ουσιαστική ενημέρωση: 22 Μαΐου 2026

Κύστη Baker: πόνος και πρήξιμο πίσω από το γόνατο – συμπτώματα, διάγνωση και θεραπεία


Η κύστη Baker, ή ιγνυακή κύστη, είναι συλλογή αρθρικού υγρού στο πίσω μέρος του γόνατος, στην ιγνυακή κοιλότητα. Μπορεί να εμφανιστεί ως πρήξιμο ή αίσθημα τάσης πίσω από το γόνατο και να προκαλεί ενόχληση στην πλήρη κάμψη ή έκταση. Συχνά συνδέεται με υποκείμενη πάθηση της άρθρωσης, όπως οστεοαρθρίτιδα, ρευματοειδή αρθρίτιδα, ρήξη μηνίσκου ή άλλη ενδοαρθρική βλάβη, ενώ αν ραγεί μπορεί να προκαλέσει πόνο και οίδημα στη γάμπα που μοιάζει με θρομβοφλεβίτιδα. 

Ένας στους πέντε ανθρώπους ταλαιπωρούνται στις μέρες μας από πόνο στο ένα ή και στα δύο γόνατα. Οι αιτίες είναι πολλές και γι’ αυτό κρίνεται αναγκαία η ακριβής διάγνωση ώστε να δοθεί η κατάλληλη θεραπεία.
Μία από τις αιτίες είναι οι ιγνυακές κύστεις, που είναι επίσης γνωστές ως κύστεις Baker, δεν είναι σπάνιες και δεν θα πρέπει να διαφεύγουν της προσοχής του κλινικού ιατρού λόγω της πιθανότητας ρήξης.

Η Ιγνυακή κύστη πήρε το όνομά της από τον BAKER το 1877 όπου την περιέγραψε σαν μια ευμεγέθη ιγνυακή κύστη που δημιουργείτε από παγίδευση υγρού μέσα σε ένα ορογόνο θύλακο (bursa), σχηματιζόμενη από τον ημιυμενώδη τένοντα. Παρατήρησε επίσης επικοινωνία της κύστης με την άρθρωση με υγρό το οποίο διαφεύγει μέσα στο ορογόνο θύλακο, αλλά δεν μπορεί να επιστρέψει στην άρθρωση με ανάδρομη πορεία. Από τότε (Wilson1938, Taylor & Rana 1973, Lindgren 1977), πολλοί περιέγραψαν την παθογένεια της ιγνυακής κύστης.


Η κύστη Baker είναι μια κύστη η οποία υπάρχει στο οπίσθιο μέρος του γόνατος (ιγνυακή κοιλότητα) και αποτελεί μια χαλάρωση του αρθρικού θυλάκου προς την περιοχή αυτή. Η κύστη συνήθως έχει μέσα αρθρικό υγρό. Το μόνο αρχικό σύμπτωμα μπορεί να είναι κυστικό οίδημα στην ιγνυακή χώρα με ήπιες ή και καθόλου ενοχλήσεις. Όταν αυξηθεί όμως το μέγεθος της διάτασης, υπάρχει μεγαλύτερη ενόχληση ιδιαίτερα στην πλήρη κάμψη ή έκταση του γόνατος. Η κύστη, γίνεται καλύτερα ορατή, όταν ο ασθενής είναι σε όρθια θέση και εξετάζεται από πίσω. Κάθε νόσημα της κατά γόνυ άρθρωσης, που προκαλεί συγκέντρωση αρθρικού υγρού στην άρθρωση, μπορεί να επιπλακεί με ιγνυακή κύστη. Μεταξύ της άρθρωσης του γόνατος και του ημιμεμβρανώδους γαστροκνημίου θυλάκου, που βρίσκεται κάτω από την έσω κεφαλή του γαστροκνημίου μυός, μπορεί να υπάρχει φυσιολογική επικοινωνία. Σε επικοινωνούσες με την άρθρωση κύστεις αναπτύσσεται βαλβιδικός μηχανισμός από την άρθρωση προς την κύστη, ο οποίος ενεργοποιείται από την πίεση της συλλογής αρθρικού υγρού μέσα στην άρθρωση. Σε μελέτη έχει φανεί ότι στο 40% του πληθυσμού υπάρχει επικοινωνία μεταξύ της άρθρωσης και του θυλάκου.

Η κύστη είναι πιο συχνή σε άνδρες ηλικίας 15-30 ετών, με συχνότερο αίτιο τις άμεσες κακώσεις του γόνατος, ενώ στους ενήλικες, πηγή της χρόνιας υμενίτιδας που παράγει το υγρό είναι οι φλεγμονώδεις και εκφυλιστικές αρθροπάθειες, όπως η οστεοαρθρίτιδα και η ρευματοειδής αρθρίτιδα.
Σχεδόν όλες οι ιγνυακές κύστεις είναι δευτερογενείς. Οι κύστεις αυτές είναι πολυπαραγοντικής αιτιολογίας αλλά γενικά θεωρούνται σαν το τελικό αποτέλεσμα συνυπάρχουσας ενδοαρθρικής παθολογίας του γόνατος. Έτσι συνδυάζονται συχνά με οστεοαρθρίτιδα, ρευματοειδή αρθρίτιδα, χόνδρινη βλάβη, μηνισκική ρήξη και ανεπάρκεια του πρόσθιου χιαστού συνδέσμου και σπανιότερα αποδίδονται σε υπέρχρηση, φλεγμονή, τράυμα ή και άλλες αιτίες όπως σπονδυλοαρθροπάθεια ή ουρική αρθρίτιδα. Αντίθετα στις λιγότερο συχνές πρωτογενείς ιγνυακές κύστεις παρατηρείται μία θυλακική προσεκβολή η οποία δεν επικοινωνεί με τον αρθρικό θύλακο του γόνατος

Συμπτώματα:

Οίδημα στο οπίσθιο τμήμα του γονάτου, ερυθρότητα που συνοδεύεται από πόνο στο υπόλοιπο γόνατο και πόδι. 

 

Eπιδεινώνεται κατά την άσκηση ή κατά την κάμψη ή έκταση του γόνατος. Αυτά τα συμπτώματα συνοδεύονται με συμπτώματα της υποκείμενης νόσου (ρήξη μηνίσκου, ραγείς πρόσθιος χιαστός σύνδεσμος, εκφυλιστική αρθρίτιδα).
Στα παιδιά (σπάνια) η ιγνυακή κύστη είναι ασυμπτωματική και συνήθως παρατηρείται από το ίδιο το παιδί.
Ρήξη της ιγνυακής κύστης μπορεί να συμβεί ξαφνικά προκαλώντας έντονο πόνο και οίδημα στην γάμπα, αυτός ο συνδυασμός συμπτωμάτων έχει ονομασθεί «σύνδρομο ψευτοθρομβοφλεβίτιδος» διότι τα σημεία και τα συμπτώματα ταιριάζουν με την θρομβοφλεβίτιδα. Συνοδεύεται από αύξηση της θερμοκρασίας, ερυθρότητα και ευαισθησία στην οπίσθια επιφάνεια της κνήμης. Εντούτοις η ρήξη αυτή μπορεί να μη συνοδεύεται από ισχυρό πόνο αλλά μόνο από οίδημα της γαστροκνημίας και της ποδοκνημικής

Διάγνωση
Οι απλές ακτινογραφίες είναι αρνητικές. Η απεικόνιση ασβεστώσεων μέσα στον κυστικό σχηματισμό είναι ένδειξη υμενικού σαρκώματος ή αιμαγγειώματος.
Ένα φλεβικό υπερηχογράφημα Doppler είναι χρήσιμο για την διαφοροδιάγνωση της θρομβοφλεβίτιδας .
Η μαγνητική τομογραφία του γόνατος είναι χρήσιμη για την αξιολόγηση των ιγνυακών κύστεων. Στην μαγνητική τομογραφία διακρίνονται οι ιγνυακές κύστες, όπου μπορούν να διακριθούν από  συμπαγείς βλάβες ή όγκους στην ιγνυακή κοιλότητα. Η μαγνητική τομογραφία θα επιβεβαιώσει την διάγνωση και θα αποκλείσει έναν όγκο μαλακών μορίων


Θεραπεία:
Στα παιδιά οι ιγνυακές κύστεις αποτελούν γενικώς καλοήθης ασυμπτωματικές παθήσεις και σπάνια σχετίζονται με παθολογία της άρθρωσης. Οι περισσότερες ιγνυακές κύστεις στα παιδιά αυτοϊώνται. Στους ασυμπτωματικούς ασθενείς στους οποίους η παθολογική αυτή κατάσταση διαπιστώνεται σε τυχαίο έλεγχο δεν απαιτείται κάποια θεραπευτική προσέγγιση.
Η αντιμετώπιση της υποκείμενης νόσου, όπως η αρθρίτιδα ή κάποιος τραυματισμός, συχνά αρκεί. Η ίδια η κύστη, η οποία δεν αφαιρείται χειρουργικά, επειδή συνήθως υποτροπιάζει, μπορεί να αδειάσει με τη βοήθεια του γιατρού, ενώ ο πάγος μπορεί να μειώσει σημαντικά το οίδημα.
Μερικές φορές γίνεται ένεση στεροειδών στην κύστη. Είναι ένα παροδικό μέτρο και η κύστη συνήθως επανεμφανίζεται, εκτός αν έχει αντιμετωπισθεί η ενδαρθρική παθολογία.
Αν όμως υπάρχει ενδαρθρική βλάβη η οποία προκαλεί μηχανικά συμπτώματα, με πόνο και επίμονο οίδημα, τότε η θεραπεία είναι χειρουργική. Αν η αρθροσκοπική παρέμβαση δεν αντιμετωπίζει τα συμπτώματα, τότε ενδείκνυται η ανοικτή εκτομή.
Ο μίσχος που οδηγεί από  την άρθρωση στην κύστη ανευρίσκεται, συρράπτεται και αφαιρείται η κύστη. Συνήθως όμως η αντιμετώπιση της ενδαρθρικής βλάβης οδηγεί στην εξάλειψη της ιγνυακής κύστης.
Η θεραπευτική αντιμετώπιση της ρήξεως η οποία υποδύεται εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση περιλαμβάνει την συμπτωματική αγωγή με κατάκλιση, τη βάδιση με βακτηρίες για αποφυγή φόρτισης του σκέλους και τη χορήγηση με στεροειδούς αντιφλεγμονώδους αγωγής. Η χορήγηση αντιπηκτικής αγωγής αντεδείκνυται γιατί μπορεί να προκαλέσει αιμάτωμα στην γαστροκνημία και συρικνώσεις μυών.




Κύστη Baker: πόνος και πρήξιμο πίσω από το γόνατο – συμπτώματα, διάγνωση και θεραπεία | MEDLABNEWS.GR

Πρώτη δημοσίευση: Φεβρουάριος 2014 — MEDLABNEWS.GR | Συγγραφέας: Αλέξανδρος Γιατζίδης, M.D.

Τελευταία ουσιαστική ενημέρωση: 17 Μαΐου 2025

Copyright © 2015-2022 MEDLABNEWS.GR / IATRIKA NEA All Right Reserved. Τα κείμενα είναι προσφορά και πνευματική ιδιοκτησία του medlabnews.gr
Kάθε αναδημοσίευση θα πρέπει να αναφέρει την πηγή προέλευσης και τον συντάκτη. Aπαγορεύεται η εμπορική χρήση των κειμένων