Εορτολόγιο
Σήμερα το εορτολόγιο περιλαμβάνει όσους φέρουν το όνομα Γιάννης, Τζαννής, Τζανής, Γιάγκος, Ιωάννης, Ζαννέτος, Ζαννέττος, Γιάννα, Γιαννούλα, Ιωάννα, Ζαννέτα, Ζαννέττα, Ζανέτ, Πρόδρομος, Προδρομάκης, Μάκης.
Στις 7 Ιανουαρίου η Εκκλησία μας εορτάζει την Σύναξη του Τιμίου Προδρόμου και Βαπτιστού Ιωάννου.
Είναι η αρχαιότερη γιορτή της Εκκλησίας μας, για τον άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο. Και ήλθε Θεόθεν. Ο Θεός φώτισε τους Πατέρες της Εκκλησίας και την όρισαν την επόμενη των Θεοφανείων, για να τιμήσουν τον άγιο Ιωάννη, που βάπτισε τον Χριστό μας. Είναι ο μεγαλύτερος άγιος της Εκκλησίας μας.
Η Παναγία δεν συγκρίνεται, βέβαια. Ο «μείζων εν γεννητοίς γυναικών». Η φιλανθρωπία και η αγάπη του Χριστού ένσαρκη. Ο φίλος των αμαρτωλών. Ο κήρυξ της μετανοίας. Η φιλέρημος τρυγών. Σ’ οποία ερημιά κι αν είμαστε, και των πόλεων και των άλλων περιοχών, υπάρχει εκεί πάντοτε, να το ξέρομε αυτό, ο άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος και μας συντροφεύει.
Ο βίος του
Σύμφωνα με τον Ευαγγελιστή Λουκά, ο Ιωάννης ήταν γιος του ιερέα Ζαχαρία και της Ελισάβετ που ήταν συγγενής της Θεοτόκου. Περί της σύλληψης και της γέννησής του που συνέβη 6 μήνες πριν τη γέννηση του Ιησού Χριστού ο ίδιος Ευαγγελιστής εξιστορεί θαυμαστά γεγονότα. Επιπλέον, τότε όλος ο κόσμος πήγαινε να συμβουλευτεί τον Ιωάννη, βαπτίζοντάς τους και οι ίδιοι εξομολογούσαν τις αμαρτίες τους. Όσο για το κυριότερο και θαυμαστότερο γεγονός ήταν η γέννησή του. Αν και η Ελισάβετ φερόταν στείρα ο αρχάγγελος Γαβριήλ διαμήνυσε στον Ζαχαρία ότι τελικά η γυναίκα του θα γεννήσει αγόρι και να του δώσει το όνομα Ιωάννης (Λουκ. 1,13). Στην αρχή ο Ζαχαρίας φέρεται να μην πίστεψε τα λόγια του Γαβριήλ και πιθανώς να υπέστη κάποιο κλονισμό κατά τον οποίο έχασε την ομιλία του, (ερμηνευμένη ως τιμωρία) όπου και παρέμεινε άλαλος έως την ημέρα της ονομασίας του παιδιού. Έτσι και έγινε. Οκτώ ημέρες μετά την γέννηση του μωρού, όταν ζητήθηκε από τον ίδιον να φανερώσει το όνομα του παιδιού, εκείνος έγραψε σε μια πινακίδα το όνομα «Ιωάννης» και αμέσως επανήλθε η ομιλία του. (Λουκ. 1,63)
Πατρίδα του Ιωάννη κατά μία παράδοση φέρεται η Χεβρών, κατ’ άλλη όμως γνώμη φέρεται η πόλη Ιούττα. Περί της νεανικής ζωής του Ιωάννη και του ιδιωτικού του βίου καμία πληροφορία δεν υπάρχει εκτός της πολύ λιτής αναφοράς του ίδιου παραπάνω Ευαγγελιστή ότι: «το παιδίον ηύξανε και εκραταιούτο πνεύματι και ήν εν ταις ερήμοις έως ημέρας αναδείξεως αυτού προς τον Ισραήλ». Σημειώνεται εν προκειμένω, με τη λέξη “ερήμοις” (δοτική πληθυντικού) χαρακτηρίζονται τα διάφορα μέρη της ίδιας της ερήμου της Ιουδαίας οι οποίες έφεραν διάφορες επιμέρους ονομασίες. Στις ερήμους αυτές φαίνεται να κατέφυγε ο Ιωάννης, για προπαρασκευή του έργου του όπως παλαιότερα είχαν ομοίως καταφύγει ο Μωυσής και ο προφήτης Ηλίας.
Σύμφωνα με αναφορά του Ευαγγελιστή Λουκά ο Ιωάννης εμφανίζεται πλέον σε ηλικία 30 ετών «κατά θείαν εντολήν», «εν τη ερήμω της Ιουδαίας». Κάνοντας όμως λόγο περί του Ιορδάνη ποταμού συνάγεται ότι αναφέρεται στο νότιο τμήμα της χώρας, την περιορδάνεια περιοχή, κηρύσσοντας: «Μετανοείτε, ήγγικεν γαρ η βασιλεία των ουρανών», «βαπτίζοντας τους προσερχόμενους προς αυτόν» (Ματθ. 3,2).
Παράλληλα με τα κηρύγματά του ήταν και η εμφάνισή του καθώς ο ασκητικός βίος και διατροφή του. Φορούσε μάλλινο ένδυμα “από τρίχες καμήλου και ζώνη δερμάτινη περί την οσφύ του”. Η δε διατροφή του ήταν άγριο μέλι και ακρίδες. Φαίνεται δε πως δεν παρέμενε συνέχεια στο ίδιο αυτό μέρος αλλά περιέρχονταν “πάσαν την περίχωρον του Ιορδάνου κηρύσσων βάπτισμα μετανοίας”.
Τόσο η εμφάνιση αυτή όσο και ο ασκητικός βίος του Ιωάννη παράλληλα με τα κηρύγματα και τις βαπτίσεις μετάνοιας που προέβαινε ήταν επόμενο να προκαλέσει πλήθος ακροατών αλλά και πολλών θαυμαστών του απ΄ όλη τη Παλαιστίνη που έσπευδαν να τον ακούσουν, μεταξύ των οποίων και στρατιώτες και Σαδδουκαίοι και Φαρισαίοι τους οποίους όλους στη συνέχεια βάπτιζε στον Ιορδάνη ποταμό. Έτσι δεν άργησε αυτή η δράση του να προκαλέσει και τη προσοχή του Μεγάλου Συνεδρίου των Εβραίων που έστειλε αντιπροσωπεία για να ελέγξει τι συνέβαινε και να μάθει περί αυτού, από την οποία και έλαβε ως απάντηση σχετική προφητική ρήση του Προφήτη Ησαΐα “«φωνή βοώντος εν τη ερήμω, ευθύνατε την οδόν Κυρίου». (Ιωαν. 1,23)
Εκεί τον συνάντησε και ο Ιησούς Χριστός και του ζήτησε να τον βαπτίσει. Εκείνος αρχικά αρνήθηκε λέγοντας ότι δεν είναι άξιος να βαφτίσει τον Μεσσία αλλά ο Μεσσίας πρέπει να βαφτίσει αυτόν (Ματθ. 3,14), όμως ο Χριστός επέμενε, και έτσι ο Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος βάπτισε τον Ιησού Χριστό στα νερά του Ιορδάνη Ποταμού.
Ο αποκεφαλισμός
Τα λόγια του Προδρόμου ενοχλούσαν τους Φαρισαίους καθώς και τον τετράρχη της Γαλιλαίας και Περαίας Ηρώδη Αντίπα, όταν τον έλεγξε για την παράνομη συμβίωσή του με την σύζυγο του ζώντος αδελφού του Ηρώδη Φιλίππου, την Ηρωδιάδα, ο οποίος και τον φυλάκισε. Σε κάποια γιορτή των γενεθλίων του, ο Ηρώδης ζήτησε από την κόρη του Σαλώμη να του χορέψει και της υποσχέθηκε με όρκο να της δώσει ό,τι του ζητήσει. Η Ηρωδιάς, η μητέρα της, που ζήλευε τον Ιωάννη, βρήκε τότε την ευκαιρία που αναζητούσε όπου προέτρεψε τότε την κόρη της να ζητήσει το κεφάλι του προφήτου Ιωάννη μέσα σ’ ένα πινάκιο (πιάτο). Έτσι ακολούθησε ο αποκεφαλισμός. Μετά το μαρτυρικό αυτό τέλος του Ιωάννη, προσελθόντες οι μαθητές του “ήραν το πτώμα αυτού και έθηκαν αυτό εν μνημείω”.
Την ίδια μέρα, 7 Ιανουαρίου πάντα, γιορτάζει και η μετένεξις, η μεταφορά, δηλαδή, της Τιμίας χειρός του αγίου Ιωάννου του Προδρόμου, από την Αντιόχεια στην Κωνσταντινούπολη, στα χρόνια του Κωνσταντίνου του Πορφυρογέννητου και του Ρωμανού του Β’, του υιού του, Πορφυρογέννητου κι αυτού, τον 10ο αιώνα.
Είχε ταφεί ο άγιος Ιωάννης στη Σεβαστή. Μια πόλη, εκεί κοντά στην Αντιόχεια της Συρίας, στην Κιλικία της Μικράς Ασίας, είναι κοντά αυτά, και πήγε ο ευαγγελιστής Λουκάς κι επήρε το χέρι του αγίου Ιωάννου του Προδρόμου. Τον αγαπούσε πολύ. Κι αυτός γράφει τα περισσότερα για τον άγιο Ιωάννη, που είναι η αρχή της ευαγγελικής ιστορίας.
Το πήρε και το πήγε στην πατρίδα του, την Αντιόχεια της Συρίας. Τις Συριάδες Αθήνες, που προήλθε ο ιερός Χρυσόστομος και τόσοι άλλοι από ’κει. Κι εκεί το χεράκι του αγίου μας Ιωάννου του Προδρόμου έκανε πολλά και μεγάλα θαύματα. Ξεκλείδωνε ψυχές. Τις έφερνε στον Χριστό. Τις έβγαζε απ’ την αμαρτία, δίνοντας μετάνοια και χάρη. Και θαυματουργούσε παντοιοτρόπως. Έβγαζε δαιμόνια, θεράπευε αρρώστους, σήκωνε παράλυτους, και έδινε, προπαντός, ψυχική και πνευματική υγεία.
Το θαύμα με τον δράκοντα και το χέρι του Ιωάννη Προδρόμου Εκεί στα όρια της Αντιόχειας, λέει το ταπεινό και Ιερό Συναξάριο της 7ης Ιανουαρίου, ήτο κι ένας μεγάλος δράκοντας. Τον οποίο ο κόσμος εκεί ο απλός, οι ειδωλολάτραι, οι μη χριστιανοί, δηλαδή, του απένεμαν λατρεία. Τον είχαν θεό. Και του πρόσφεραν κάθε χρόνο θυσία, με θύμα έναν άνθρωπο. Έριχναν κλήρο κι οποίος τύχαινε. Μια χρονιά έτυχε, λοιπόν, η κόρη ενός χριστιανού, να την ρίψουν στον δράκοντα, να την φάγει. Εκείνος στενοχωρήθηκε. Δεν ήξερε τί να κάνει. Παρακαλούσε, λοιπόν, τον Θεό, τον Χριστό μας, και τον άγιο Ιωάννη. Και την παραμονή αυτής της φοβερής και θεοστυγούς πράξεως, πήγε και προσκύνησε το χεράκι του αγίου. Και καθώς προσκυνούσε, δάγκωσε και έκοψε, ή πήρε, μάλλον, με το στόμα του τον αντίχειρα. Δεν τον κατάλαβε κανείς.
Την άλλη μέρα, κρατώντας στο χεράκι του κρυφά τον αντίχειρα του μεγάλου Βαπτιστού, πήγε την κόρη του στο μέρος που ήρχετο ο δράκων, για να την φάει. Κι είχε μαζευτεί πολύς κόσμος από περιέργεια, —τί άχαρο θέαμα και τί σκληρή πράξη!— και περίμεναν όλοι την ώρα που θα εγίνετο αυτό το κακό. Και καθώς ήρχετο ο δράκων και ορμούσε πάνω στο θύμα του, τρέχει μπροστά ο πατέρας κι ενώ είχε εκείνος ανοίξει το στόμα του να καταπιεί την κόρη, του ρίχνει μέσα στο στόμα, σημάδεψε, και του ρίχνει τον αντίχειρα του μεγάλου Προδρόμου. Και τί γίνεται; Εκείνος έσκασε και εχάθη. Συγκινήθηκαν όλοι. Και περισσότερο ο πατέρας. Και πιο πολύ η κορούλα του. Χάρηκαν τόσο πολύ. Δόξασαν και ευχαρίστησαν τον Θεό και τον μεγάλο Πρόδρομό Του, τον Χριστό μας. Και τον μεγάλο Πρόδρομο. Πανηγύρισαν. Αλάλαξαν. Πολλοί ειδωλολάτραι έγιναν χριστιανοί. Κι όλοι μαζί κι ο ευεργετηθείς πατέρας περισσότερο, πήραν πέτρες και φτειάξανε μία μεγάλη εκκλησία του αγίου τΙωάννου του Προδρόμου. Το χέρι του Ιωάννη στην Κωνσταντινούπολη Είχαν μάθει τα θαύματα κι οι αυτοκράτορες του Βυζαντίου. Και περισσότερο οι Κωνσταντίνος και Ρωμανός Πορφυρογέννητοι. Και θα ήθελαν να έχουν στην Κωνσταντινούπολη το χεράκι του αγίου Ιωάννου. Το είδε αυτό ο άγιος Ιωάννης, όλα τα βλέπει, και χάρηκε πολύ που τον ήθελαν και στη Βασιλεύουσα. Και τί κάνει; Σ’ έναν εσπερινό και καθώς έκαναν οι πατέρες στο ναό εκεί αγιασμό, στο ναό που ήταν το χεράκι του αγίου, τί κάνει ο άγιος; Φωτίζει και σπρώχνει, θα λέγαμε, ένα διάκονο της Εκκλησίας της Αντιόχειας, τον Ιώβ, και τί κάνει; Καθώς ήταν όλοι εκεί στον αγιασμό προσηλωμένοι και προσευχόμενοι, πάει και αρπάζει, λέει το Συναξάριο, αρπάζει το χέρι του αγίου και το φέρνει στην Κωνσταντινούπολη. Υπάρχει και καλός αρπαγμός. Και καλή κλοπή. Και τώρα ο άη Γιάννης ήθελε να πάει το χέρι του εκεί και πώς να το κάνει; Βάζει τον άνθρωπο: «Άντε πήγαινε και κάνε το αυτό.» Και όντως έφθασε το χεράκι του αγίου ανήμερα στη Σύναξή του. Στη χάρη του. Επτά Ιανουαρίου. Έφθασε. Μυστικά έφθασε. Τό ’φερε μυστικά ο άνθρωπος. Μην τον γνωρίσουν και τον τρέξουνε πίσω και του πάρουν το χέρι. Ήτανε μεγάλος θησαυρός. «Την χείρα σου την αψαμένην την ακήρατον κορυφήν του Δεσπότου…», που λέει στην εννάτη ώρα το Δοξαστικόν, και το έψαλε ο Παπαδιαμάντης και εκοιμήθη με αυτό. Το έμαθαν οι αυτοκράτορες και βγήκαν. Προϋπάντησαν τον μεγάλο Βαπτιστή. Έπεσαν κάτω στη γη, κλαίγανε, έκλαιγε ο κόσμος, ήταν μεγάλη, έτσι, εκδήλωση χαράς και ευγνωμοσύνης και υποδοχής για τον άγιο Ιωάννη, τον μείζονα των προφητών. Και το πήραν στα χέρια τους. Στο χέρι τους οι αυτοκράτορες. Και πού το πήγαν; Στο παλάτι. Στον ναό του παλατιού. Κι εκεί: «Ευχαριστούμε, άγιε Ιωάννη, που άκουσες, είδες την επιθυμία μας κι άκουσες τη δέησή μας και μας ήλθες μόνος, κατ’ αυτό τον τρόπο. Και κάθε χρόνο, στις 7 Ιανουαρίου, όσο ήσαν οι αυτοκράτορες στην αθάνατη Κωνσταντινούπολή μας, γιόρταζαν την μετένεξη, τη μεταφορά, δηλαδή, του Αγίου Ιωάννου. Και είναι στο Μηναίο και το γιορτάζουμε κι εμείς.
Χρόνια πολλά και σ’ όσους εορτάζουν.




Δεν υπάρχουν σχόλια
Δημοσίευση σχολίου