Θεοφάνεια, Επιφάνεια ή Φώτα, τρεις διαφορετικές ονομασίες για μία μεγάλη εορτή του Χριστιανισμού, σε ανάμνηση της Βάπτισης του Ιησού Χριστού στον Ιορδάνη ποταμό από τον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο ή Βαπτιστή.
Η ονομασία της προκύπτει από τη φανέρωση των τριών προσώπων της Αγίας Τριάδας, που σύμφωνα με τις Γραφές συνέβη κατά τη Βάπτιση του Ιησού. Από τότε και το Βάπτισμα των χριστιανών, δεν είναι «εν ύδατι», όπως το βάπτισμα «μετανοίας» του Ιωάννη, αλλά «εν Πνεύματι Αγίω».
Στις Δυτικές Εκκλησίες, τα Θεοφάνεια είναι περισσότερο συνδεδεμένα με την προσέλευση και την προσκύνηση των Τριών Μάγων στη Φάτνη της Γέννησης του Ιησού.
Τα Επιφάνεια δεν είναι γνωστό με βεβαιότητα πότε καθιερώθηκε να εορτάζονται. Ωστόσο, σίγουρα αποτελούν μία από τις αρχαιότερες εορτές της Εκκλησίας μας. Ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς κάνει λόγο για κάποιους αιρετικούς Γνωστικούς που από τις αρχές του 2ου αι. γιόρταζαν τη Βάπτιση του Ιησού. Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος παραδέχεται και περιγράφει την εορτή ως αρχαία πανήγυρη στην Αντιόχεια τη Μεγάλη και ότι από εκεί την παρέλαβαν οι Γνωστικοί. Κατά τον 4ο αι. τα Θεοφάνεια γιορτάζονται πλέον με λαμπρότητα σε όλη την Εκκλησία ως εορτή του φωτισμού της ανθρωπότητας διά του Αγίου Βαπτίσματος, εξ ου και η ονομασία «Τα Φώτα», εορτή «των Φώτων». Είναι η τρίτη και τελευταία εορτή του Δωδεκαημέρου που ξεκινά με τα Χριστούγεννα και εορτάζονται κάθε χρόνο στις 6 Ιανουαρίου.
Ο Μέγας Αγιασμός που λαμβάνει χώρα εντός των Εκκλησιών και η Κατάδυση του Τιμίου Σταυρού που ακολουθεί τον Μεγάλο Αγιασμό είναι οι δύο κυριότερες τελετές των Θεοφανείων: ο Σταυρός καταδύεται σε θαλάσσιο χώρο λιμανιών, σε όχθες ποταμών ή λιμνών και στην ανάγκη σε δεξαμενές νερού, κατά μίμηση της Βάπτισης του Θεανθρώπου. Στην πρωτεύουσα, η επίσημη κατάδυση ορίστηκε να γίνεται από το 1900 στον Πειραιά, ενώ παρόμοιες τελετές γίνονται σε όλους τους νομούς της χώρας.
«Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου σου Κύριε, η της Τριάδος εφανερώθη προσκύνησις· του γαρ Γεννήτορος η φωνή προσεμαρτύρει σοι, αγαπητόν σε Υιόν ονομάζουσα· και το Πνεύμα εν είδει περιστεράς, εβεβαίου του λόγου το ασφαλές. Ο επιφανείς Χριστέ ο Θεός, και τον κόσμον φωτίσας δόξα σοι».
Ύστερα από 15 αιώνες έρχεται στο «φως» και τη διάθεση του κοινού ένας επιβλητικός λαβύρινθος από σήραγγες, δωμάτια και κατακόμβες με συνολικό μήκος που φτάνει το ένα χιλιόμετρο στην Αγία Σοφία.
Ειδικότερα, όπως αναφέρει δημοσίευμα της Yeni Safak, πρόκειται για τα υπόγεια του μνημείου τα οποία το τουρκικό υπουργείο Πολιτισμού έχει αρχίσει να καθαρίζει για να ανοίξει στους επισκέπτες.
Κάτω από τον λαμπρό ναό -και σήμερα τζαμί- η Αγιά Σοφιά κρύβει έναν ολόκληρο κόσμο που μόλις τώρα έρχεται στο φως.
Ο καθηγητής Ντικέρ, που είναι μέλος επιτροπής επιστημόνων που εποπτεύει τον ναό, ανέφερε σε δηλώσεις του ότι έχει γίνει μια μελέτη αρχιτεκτονικής απεικόνισης των υπόγειων της Αγίας Σοφίας πριν από περίπου πέντε χρόνια.
Κάποια σημεία των υπογείων δομών είναι σύγχρονα με τον ναό, που κατασκευάστηκε από το 532 ως το 537 μ.Χ. Υπάρχουν όμως και σημεία που θεωρούνται παλιότερα και από τη δομή του ναού.
Πρόκειται για τα υπόγεια του μνημείου τα οποία το τουρκικό υπουργείο Πολιτισμού έχει αρχίσει να καθαρίζει για να ανοίξει στους επισκέπτες.
Στα υπόγεια υπάρχει ένας λαβύρινθος από σήραγγες, δωμάτια και κατακόμβες με συνολικό μήκος που φτάνει το ένα χιλιόμετρο, αναφέρει σε δημοσίευμά της η Yeni Safak.
Ο καθηγητής Ντικέρ, που είναι μέλος επιτροπής επιστημόνων που εποπτεύει τον ναό, ανέφερε σε δηλώσεις του ότι έχει γίνει μια μελέτη αρχιτεκτονικής απεικόνισης των υπόγειων της Αγίας Σοφίας πριν από περίπου πέντε χρόνια.
Κάποια σημεία των υπογείων δομών είναι σύγχρονα με τον ναό, η κατασκευή του οποίου ολοκληρώθηκε το 537 μ.Χ. Υπάρχουν όμως και σημεία που θεωρούνται παλιότερα και από τη δομή του ναού.
«Οι υπόγειες ομορφιές και τα αρχαιολογικά ευρήματα της Αγίας Σοφίας, τα οποία έχουν παραμεληθεί για αιώνες, θα παρουσιαστούν στο κοινό», πρόσθεσε ο Ντικέρ.
Οι εργασίες καθαρισμού, όπως είπε ο Ντικέρ, θα κρατήσουν ένα χρόνο. Η τρέχουσα προσπάθεια, όπως εξήγησε οι ίδιος, είναι πιο ολοκληρωμένη και μακροπρόθεσμη σε σχέση με τις προηγούμενες και πρόσθεσε ότι θα αυξήσει ακόμη περισσότερο «το ενδιαφέρον και την αγάπη για την Αγία Σοφία».
Το εθιμικό δρώμενο των Μωμόγερων, ένα από τα πιο γνωστά δρώμενα του εορταστικού δωδεκαημέρου, ξεκινά την επομένη των Χριστουγέννων και διαρκεί έως και λίγο μετά την εορτή των Φώτων.
Οι χορευτικοί θίασοι των Μωμόγερων αποτελούνται από μια ομάδα νεαρών που είναι οι χορευτές ντυμένοι με τις παραδοσιακές τους στολές όπου πειθαρχούν στις εντολές και εκτελούν παραγγέλματα του αρχηγού της ομάδας. Επίσης, τη νύφη και τον διάβολο ή κάποιον ντυμένο ως γέρο που κατά τη διάρκεια του δρώμενου θα προσπαθήσει να κλέψει τη νύφη. Το κλέψιμο της νύφης είναι κοινό, το συναντά κανείς σε όλες τις παραλλαγές του εθίμου και συμβολίζει, όπως λέγεται, την αρπαγή της Περσεφόνης από τον Πλούτωνα. Το περιεχόμενο των παραστάσεων του θιάσου είναι κατά κανόνα κωμικό και ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να λάβει και κοινωνικές διαστάσεις
Συνοδεία της ποντιακής λύρας οι Μωμόγεροι γυρίζουν όλες τις γειτονιές του χωριού, χορεύουν και τραγουδούν σε κάθε σπίτι με ευχές για τη νέα χρονιά. Το έθιμο μπορεί να διαρκέσει μέχρι και τρεις ημέρες και ολοκληρώνεται αφού τα Μωμογέρια περάσουν από όλα τα σπίτια.
Πραγματοποιείται σε οκτώ δημοτικά διαμερίσματα της Κοζάνης, στον Τετράλοφο, Άγιο Δημήτριο, Αλωνάκια, Σκήτη, Πρωτοχώρι, Κομνηνά, Ασβεστόπετρα, Καρυοχώρι και συνδέεται με την ισχυρή παράδοση που κράτησαν ζωντανή οι πρόσφυγες που προέρχονταν από ορισμένες περιοχές του Πόντου.
To έθιμο των Μωμόγερων πρόσφατα συμπεριελήφθη μετά από πρόταση του υπουργείου Πολιτισμού στον Αντιπροσωπευτικό Κατάλογο της Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Ανθρωπότητας (ΟΥΝΕΣΚΟ).
«Σούρβαλα-Σούρβαλα» (κάλαντα της Πρωτοχρονιάς) διαλαλούσαν οι μικροί καλαντιστές την προηγούμενη της έλευσης του νέου χρόνου, στις γειτονιές των χωριών του Έβρου, τραγουδώντας «Άγιους Βασίλης έριτι απού την Καισαρεία, απού την Καισαρεία, βαστάει πένα κι χαρτί, χαρτί κι καλαμάρι...». Το βράδυ της τελευταίας μέρας του χρόνου οι ομάδες των νεαρών καλαντιστών, ανύπαντρων ή αρραβωνιασμένων, επισκέπτονταν και πάλι όλα τα σπίτια του χωριού και εύχονταν υγεία και ευημερία στους νοικοκύρηδες που τους αντάμειβαν δεόντως.
Ιδιαίτερη θέση μεταξύ των πρωτοχρονιάτικων εθίμων έχει και το φαγητό το οποίο, στον Έβρο συνδέεται με τον προγραμματισμό της νέας χρονιάς. Χαρακτηριστική είναι η τυρόπιτα η εβρίτικη «αλμυρή βασιλόπιτα», που μεταξύ των φύλλων της έκρυβε, εκτός από το γνωστό σε όλους νόμισμα, διάφορα ξυλαράκια το καθένα με τον δικό του συμβολισμό (η κρανιά για την υγεία, το σουσάμι για την πληθώρα των αγαθών και της παραγωγής κ.α.)ενώ μέσω των συμβόλων γίνονταν και οι αναθέσεις των εργασιών του νέου έτους, π.χ. αυτός που τύχαινε το άχυρο θα φρόντιζε το στάβλο κ.ο.κ. Την Πρωτοχρονιά ετοιμάζεται και το ζυμωτό ψωμί «κεντημένο» περίτεχνα με σχέδια της αγροτικής παραγωγής, το οποίο ο νοικοκύρης κρατά στον αέρα καλώντας τους συνδαιτυμόνες τους να κόψουν ένα κομμάτι με το χέρι, σύμβολο υγείας και τύχης.
Παραδοσιακά φαγητά της Πρωτοχρονιάς το χοιρινό με λάχανο τουρσί και το «Σουούσι», που είναι χοιρινό κρέας ψημένο επί αρκετές ώρες σε ειδικά πήλινα σκεύη, σε μορφή μικρής στάμνας, με καπάκι που σφραγίζεται με ζυμάρι. Το συγκεκριμένο φαγητό εφ’ όσον δεν αποσφραγιστεί διατηρείται έως και του Αγίου Αθανασίου.
«Μετά την καταστροφή της φινλανδικής πόλης από τα στρατεύματα των Ναζί στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, ο αρχιτέκτονας Αλβάρ Άαλτο ξαναέκτισε την πόλη σε σχήμα ταράνδου. Τότε ο Άγιος Βασίλης ήρθε στην πόλη...» γράφει η βρετανική εφημερίδα Guardian.
Mόλις προσγειωθείτε στο αεροδρόμιο του Ροβανιέμι της Λαπωνίας θα δείτε έναν τάρανδο. Δεν είναι αληθινός, ασφαλώς, αλλά χαιρετίζει χαρούμενα τους επιβάτες που μόλις έφτασαν. Λίγα χιλιόμετρα από το αεροδρόμιο, βρίσκεται το Χωριό του Αη Βασίλη (σσ Άγιος Νικόλαος για τους δυτικούς), ένα θεματικό πάρκο ψυχαγωγίας γεμάτο ξωτικά, πραγματικούς τάρανδους και καταστήματα και εστιατόρια που προσελκύουν περισσότερους από 600.000 επισκέπτες το χρόνο σε αυτό το απομονωμένο σημείο στην άκρη του Αρκτικού Κύκλου.
Όπως κατέγραψε και η κάμερα, υπάρχουν τάρανδοι παντού στο Ροβανιέμι: άνθρωποι ντυμένοι τάρανδοι, πραγματικοί τάρανδοι που έλκουν το έλκηθρο στο χωριό του Άγιου Βασίλη και αγάλματα τους σε όλο το χωριό. Αυτό ήταν το έργο του μεγαλύτερου αρχιτέκτονα της Φινλανδίας, του Αλβάρ Άαλτο, όταν ξανακτίστηκε η πρωτεύουσα της Λαπωνίας, αφού κάηκε από τον γερμανικό ναζιστικό στρατό, που υποχωρούσε κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου.
Στη δεκαετία του 1930, το Ροβανιέμι ήταν μια ήρεμη εμπορική πόλη με περίπου 6.000 κατοίκους μέχρι να εισβάλει η Ρωσία το 1939. Οι Φιλανδοί πολέμησαν κατά των Σοβιετικών στον πόλεμο του 1939-40 και στη συνέχεια συμμάχησαν με τη Χιτλερική Γερμανία για προστασία από πιθανές νέες ρωσικές εισβολές.
Οι Γερμανοί δημιούργησαν μια βάση στο Ροβανιέμι, διπλασιάζοντας τον πληθυσμό της πόλης. Η Luftwaffe δημιούργησε ένα αεροδρόμιο - τώρα "το επίσημο αεροδρόμιο του Αη Βασίλη " - και ένα στρατόπεδο που έγινε στη συνέχεια το χωριό.
Όταν ο Χίτλερ φαινόταν ότι χάνει τον πόλεμο, η Ρωσία είπε στους Φιλανδούς να εκδιώξουν τους Γερμανούς. Καθώς ο γερμανικός στρατός αποχωρούσε τον Οκτώβριο του 1944, οι Ναζί έκαψαν το Ροβανιέμι. Οι κάτοικοι είχαν ήδη φύγει, οι πιο πολλοί στη Σουηδία, μια επίπονη διαδικασία κατά την οποία απεβίωσαν 279 άνθρωποι. Άλλοι 200 πέθαναν κατά την επιστροφή τους στο Ροβανιέμι.
Οι Γερμανοί κατέστρεψαν το 90% της πόλης - και οι κάτοικοι που επέστρεψαν, βρήκαν μόνο σωρούς ερειπίων. Έξω από το Ροβανιέμι υπάρχει ακόμη ένα γερμανικό στρατιωτικό νεκροταφείο όπου έχουν ενταφιαστεί περίπου 2.500 Γερμανοί στρατιώτες.
Αυτό ήταν το σκηνικό της ερήμωσης που αντίκρισε ο Άαλτο όταν του ανατέθηκε από την Ένωση Φιλανδών Αρχιτεκτόνων να ανακατασκευάσει την πόλη το 1945. Ο Φιλανδός αρχιτέκτονας δημιούργησε ένα σχέδιο για όλη τη Λαπωνία και ξεκίνησε με την ανοικοδόμηση του Ροβανιέμι. Στη δεκαετία του 1950 το σχέδιό του επεκτάθηκε πέρα από την πόλη για να περιλάβει ολόκληρη την περιοχή.
Ο Άαλτο σχεδίασε το 1946 το "παλάτι του ταράνδου" του Ροβανιέμι: απλώς σχημάτισε ένα περίγραμμα κεφαλής ταράνδου στην υπάρχουσα τοπογραφία.
Το Ροβανιέμι δεν είχε πρόσβαση σε οικονομική βοήθεια όπως άλλες ευρωπαϊκές πόλεις, επειδή η πίεση από την ΕΣΣΔ ανάγκασε τη Φινλανδία να απορρίψει το σχέδιο Μάρσαλ. Οι Φιλανδοί κλήθηκαν επίσης να καταβάλουν «αποζημιώσεις» στη Ρωσία. Ωστόσο, κάποια οικονομική υποστήριξη ήρθε από τη Διοίκηση Αρωγής και Αποκατάστασης των Ηνωμένων Εθνών και την πρώτη κυρία των ΗΠΑ, την Έλινορ Ρούζβελτ.
Το Ροβανιέμι και η Έλινορ Ρούζβελτ
Τον Ιούνιο του 1950, η Έλινορ Ρούσβελτ ήθελε να επισκεφθεί τον Αρκτικό Κύκλο, και οι Φιλανδοί έχτισαν μια κατοικία κοντά στο αεροδρόμιο του Ροβανιέμι σε μια εβδομάδα, επιπλωμένη με καρέκλες σχεδιασμένες από τον Άαλτο. Της είπαν ότι ήταν στον Αρκτικό Κύκλο - αν και στην πραγματικότητα ήταν λίγο πιο νότια. Η Έλινορ Έστειλε μια επιστολή προς τον Πρόεδρο Χ. Τρούμαν - που έλεγε ότι ήταν η πρώτη κατοικία που κτίστηκε στον Αρκτικό Κύκλο. Η κατοικία αυτή στη συνέχεια έγινε ένα τουριστικό αξιοθέατο, το οποίο επισκέφθηκαν παγκόσμιοι ηγέτες, όπως ο Σοβιετικός πρωθυπουργός Λεονίντ Μπρέζνιεφ και η Ισραηλινή πρωθυπουργός Γκόλντα Μάγιρ.
Έτσι, με την τουριστική ανάπτυξη, ανοικοδομήθηκε και το Ροβανιέμι.
Το 1984, τοπικοί επιχειρηματίες δημιούργησαν το χωριό του Αη Βασίλη: Ένα ξύλινο χωριό, αγροτικού στυλ, δημιουργήθηκε γύρω από την κατοικία της Έλινορ Ρούζβελτ, με καταστήματα, έλκηθρα που σέρνουν τάρανδοι, και ταχυδρομείο, ώστε οι επισκέπτες να μπορούν να στείλουν επιστολές από τον Αρκτικό Κύκλο. Εδώ καταφτάνουν ετησίως περίπου 700.000 γράμματα προς τον Αη Βασίλη.-
Το ρόδι θα σπάσει για άλλη μία φορά στην είσοδο του σπιτιού.
Από πού όμως ήρθε από το έθιμο και πάνω από όλα γιατί;
Να σπάσει ρόδι στην είσοδο και να λερωθεί το χαλί. Δεν το λες και καλή τύχη, αλλά πολλοί συνεχίζουν και τηρούν το έθιμο να σπάνε με την αλλαγή του χρόνου ένα ρόδι για να έχουν εύνοια όλη την χρονιά.
Το ρόδι σημαίνει ροή και δύναμη, σημαίνει την κίνηση της ζωής και πίσω στην αρχαία Ελλάδα συμβόλιζε την αφθονία, ενώ οι απλοί θνητοί πίστευαν πως οι θεοί το έστειλαν στη γη για να υπάρξει γονιμότητα.
Το έθιμο θέλει τον καλεσμένο να ζητάει την άδεια από τον ιδιοκτήτη να μπει στο σπίτι, και όταν αυτός του επιτρέψει σπάει το ρόδι και τότε ξεκινάει να ρέει η καλοτυχία για όσους βρίσκονται εντός του σπιτιού.
Οι αρχαίοι Έλληνες άφηναν και το καρπό να μείνει στο σπίτι μέχρι να ωριμάσει, για να ριζώσει η καλοτυχία.
Σχεδόν σε όλο τον κόσμο η γέννηση του Χριστού γιορτάζεται στις 25 Δεκεμβρίου.
Στην πραγματικότητα όμως η ακριβής ημέρα γέννησης δεν είναι γνωστή. «Δεν γνωρίζουμε καν το ακριβές έτος», λένε οι ειδικοί. Αιτία της ανακριβούς παράδοσης είναι ότι ο εορτασμός των γενεθλίων είναι ένα έθιμο σχετικά καινούριο – κάποτε η ημερομηνία γέννησης δεν είχε καμία σημασία.
Τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες, όμως, τα γενέθλια του Χριστού ήταν θέμα ατελείωτων συζητήσεων. Η απόφαση για την 25η Δεκεμβρίου ελήφθη το 336 μ.Χ. και ο λόγος ήταν ότι έπρεπε να αντικατασταθεί μια σημαντική γιορτή των Ελλήνων και των Λατίνων.
Οι πιστοί της προηγούμενης θρησκείας γιόρταζαν τις ημέρες εκείνες τη μεγάλη γιορτή της γέννησης του Ήλιου (Dies Solis Invectis Natalis). Κατά την Αστρονομία, επίσης, 23–25 Δεκεμβρίου είναι οι μέρες του χειμερινού ηλιοστάσιου.
Ένας από τους εορτασμούς της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ήταν η λατρεία του Ήλιου, η οποία μάλιστα άκμασε κατά την περίοδο του αυτοκράτορα Αυρήλιου που έμεινε στην ιστορία ως Ηλιογάβαλος. Μάλιστα, όπως αναφέρει και ο θεολόγος Βόλφραμ Κίντσιχ από το Πανεπιστήμιο της Βόννης, για να τιμήσει τον θεό Ήλιο, ο Αυρήλιος έχτισε έναν μεγαλοπρεπή ναό στη Ρώμη, το Ηλιογαβάλειο. Από εκείνη την περίοδο και έπειτα συναντά κανείς νομίσματα και μετάλλια με τη μορφή της θεότητας του Ήλιου. «Το ζενιθ της λατρείας του Ήλιου ήταν η μία ημέρα αφιερωμένη σε αυτόν, τον Sol invictus (μτφ.: "ο Ανίκητος Ήλιος") στις 25 Δεκεμβρίου», εξηγεί ο Κίντσιχ. Πρόκειται για την ημέρα του χειμερινού ηλιοστάσιου, κατά την οποία σύμφωνα με την αντίληψη της εποχής ο Ήλιος έδιωχνε επιτέλους μακριά το σκοτάδι.
Υπεύθυνη για την αύξηση της δημοτικότητας του φωτεινού θεού ήταν μάλιστα η εξέλιξη της Αστρονομίας, σύμφωνα με τον ιστορικό. Η μελέτη των άστρων εξελίχθηκε σε μία αγαπημένη ενασχόληση των διανοούμενων. Και μέσω της λατρείας του Ήλιου φαίνεται να προέκυψαν αργότερα και τα Χριστούγεννα. «Άλλωστε το ενδιαφέρον για την Αστρονομία υπήρχε και στους κύκλους των Χριστιανών». Οι οποίοι όμως την ερμήνευαν, ως είθισται, με βάση τον Χριστιανισμό, όπως για παράδειγμα εν προκειμένω με την γέννηση του Ιησού.
Αξιοσημείωτη λεπτομέρεια είναι ότι πρώτα προσδιορίστηκε η ημερομηνία της γέννησης του Χριστού στις 25 Δεκεμβρίου και στη συνέχεια ορίστηκε η ημερομηνία της γιορτής της σύλληψης του Θεανθρώπου, ακριβώς εννέα μήνες νωρίτερα (Ευαγγελισμός της Θεοτόκου, 25 Μαρτίου).
Όταν ο χριστιανισμός θα διαδοθεί στους βόρειους λαούς της Ευρώπης, τότε, θα εμπλουτιστεί με νέα ήθη και έθιμα, όπως, για παράδειγμα το χριστουγεννιάτικο έλατο.
ΠΟΤΕ ΚΑΘΙΕΡΩΘΗΚΕ Ο ΣΤΟΛΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟΥ ΔΕΝΤΡΟΥ
Το χριστουγεννιάτικο δένδρο καθιερώθηκε τον 8ο αιώνα από τον Άγιο Βονιφάτιο, ο οποίος διαδίδοντας τον Χριστιανισμό στους Γερμανούς, έπρεπε να αντικαταστήσει τις δοξασίες των γηγενών πληθυσμών. Συγκεκριμένα, οι αρχαίοι Γερμανοί λάτρευαν τον ιερό δρυ (βελανιδιά) και ο Βονιφάτιος τον αντικατέστησε με το χριστουγεννιάτικο έλατο.
Πολλούς αιώνες αργότερα, το 1539, ο Μαρτίνος Λούθηρος θα κρεμάσει πάνω στο έλατο φαγώσιμα ή είδη ρουχισμού. Αυτά τα χρήσιμα δώρα θα αντικατασταθούν, αργότερα, με τα σημερινά στολίδια, τις μπάλες, τα λαμπάκια κλπ. Το πρώτο Χριστουγεννιάτικο δένδρο στην Ελλάδα στολίστηκε το 1833 στο Ναύπλιο, έξω από το σπίτι του Όθωνα.
Στη συνέχεια, όταν η πρωτεύουσα μεταφέρθηκε στην Αθήνα, η οικία του Όθωνα ήταν το μοναδικό στολισμένο σπίτι στην Αθήνα. Εμπρός στο σπίτι του βασιλιά, λοιπόν, έκαναν ουρά οι Αθηναίοι για να θαυμάσουν το πρωτόγνωρο δέντρο. Το στολισμένο καραβάκι δεν το γνώριζαν στην Αθήνα παρά μόνο σε ορισμένα νησιά.
Συνεπώς, το χριστουγεννιάτικο έλατο ήταν μία νέα μόδα και δεν περιόρισε κάποια προϋπάρχουσα συνήθεια των Αθηναίων και των περισσότερων Ελλήνων.
Τώρα, γιατί πρέπει να το στολίζουμε, το δέντρο και τη φάτνη, με ψεύτικο χιόνι αυτό δεν έχει να κάνει με τη Βηθλεέμ, αλλά με τη Γερμανική προέλευση του εθίμου. Πάντως και στην Εσπερία το έθιμο με το στόλισμα του δέντρο διαδόθηκε την ίδια, περίπου, εποχή.
O Λευκός Oίκος απέκτησε το πρώτο του στολισμένο χριστουγεννιάτικο δέντρο το 1856, επί προεδρίας Φράνκλιν Πιρς, ενώ το παλάτι του Oυίνδσορ στόλισε για πρώτη φορά χριστουγεννιάτικο δέντρο το 1834. Tο έφερε στο παλάτι ο Πρίγκιπας Aλβέρτος, σύζυγος της Bασίλισσας Bικτώριας για χάρη της βασιλικής οικογένειας.
Τα Χριστούγεννα αποτελούν για τους ανθρώπους μέρες χαράς, αισιοδοξίας, δώρων και γιορτών
Τα χριστουγεννιάτικα παραμύθια, όμως, συχνά με θρησκευτικό και άλλοτε απλώς με εορταστικό περιεχόμενο και χαρακτήρα, είναι συνήθως σκοτεινά, ψυχρά, τρομακτικά, μα, εν τέλει, καθαρτικά. Οι συγγραφείς βλέπουν αυτή τη χριστιανική γιορτή σαν μια αφορμή για να περάσουν στους ανθρώπους μηνύματα αγάπης, συμπόνιας και κατανόησης για τον συνάνθρωπο.
Πολλοί από τους μεγαλύτερους συγγραφείς έχουν στη συλλογή τους κάποιο διήγημα ή κάποια ιστορία που διαδραματίζεται κατά την περίοδο των Χριστουγέννων. Παρακάτω παραθέτουμε τα σημαντικότερα χριστουγεννιάτικα παραμύθια που έχουν γραφτεί. Ανάμεσά τους βρίσκονται έργα του Dickens, του Oscar Wilde, του Hans Christian Andersen, του Anton Chekhov, του Leo Tolstoy και των αδερφών Grimm.
Το κοριτσάκι με τα σπίρτα, του Hans Christian Andersen – Χριστουγεννιάτικα Παραμύθια
Η πασίγνωστη ιστορία του Δανού ποιητή Hans Christian Andersen, Το κοριτσάκι με τα σπίρτα (The little match girl, 1845), μιλάει για τα ολοζώντανα όνειρα και τις ελπίδες ενός ετοιμοθάνατου παιδιού.
Μια παγωμένη πρωτοχρονιά, όταν οι περισσότεροι άνθρωποι γιόρταζαν τον ερχομό του νέου έτους μέσα στη ζεστασιά του σπιτιού τους και τη θαλπωρή της οικογένειάς τους, ένα μικρό κορίτσι προσπαθούσε να πουλήσει σπίρτα στον χιονισμένο δρόμο. Οι δυνάμεις του το εγκατέλειπαν και, καθώς φοβόταν την οργή του πατέρα του αν γύριζε σπίτι δίχως να έχει πουλήσει σπίρτα, κάθισε στο παγωμένο πεζοδρόμιο.
Σε μια προσπάθειά του να ζεσταθεί, το κοριτσάκι άναψε ένα-ένα τα σπίρτα και είδε μέσα σε αυτά κάθε λογής οράματα: ένα χριστουγεννιάτικο τραπέζι γεμάτο φαγητά και γλυκίσματα, ένα θεόρατο χριστουγεννιάτικο δέντρο και τη νεκρή γιαγιά του, το μόνο πρόσωπο που του είχε φερθεί με αγάπη και φροντίδα. Με το άναμμα του τελευταίου σπίρτου, η μικρή ξεψύχησε στη μέση του δρόμου και η γιαγιά της την οδήγησε στον Παράδεισο. Την επόμενη μέρα, οι περαστικοί κοίταξαν με θλίψη το νεκρό παιδί, στο οποίο κανείς τους δεν είχε δείξει την παραμικρή συμπόνια μέχρι το θάνατό του.
Το διήγημα του Andersen αποτελεί μέχρι και σήμερα γροθιά με τον κυνισμό του και τη ρεαλιστική απεικόνιση μιας πραγματικότητας που ίσχυε στην εποχή του και συνεχίζει να ισχύει. Η αδιαφορία των ανθρώπων για τον πόνο των άλλων, η μετάνοια που φθάνει κατόπιν εορτής και η κακοποίηση και εκμετάλλευση των παιδιών είναι φαινόμενα που δεν έχουν πάψει να πλήττουν την κοινωνία μας.
Τα Χριστούγεννα, του Anton Chekhov – Χριστουγεννιάτικα Παραμύθια
Ο σπουδαίος Ρώσος θεατρικός συγγραφέας και διηγηματογράφος Anton Chekhov αφηγείται πέντε χριστουγεννιάτικα παραμύθια, χαρακτηριστικά του Ρωσικού πνεύματος των Χριστουγέννων και μας μεταφέρουν στη Ρωσία μιας άλλης εποχής. Το βιβλίο Τα Χριστούγεννα και άλλες χριστουγεννιάτικες ιστορίες περιλαμβάνει τα διηγήματα Ο Βάνκα, Τ’ αγόρια, Τα Χριστούγεννα, Νύχτα στο νεκροταφείο και Οι μεγαλομάρτυρες της Πρωτοχρονιάς. Μέσα από τις σελίδες του βιβλίου με ένα εξαιρετικά λεπτό χιούμορ δημιουργείται μια γλυκιά χριστουγεννιάτικη μελαγχολία. Βρίσκεται ανάμεσα στο δράμα και την κωμωδία.
Ο Βάνκα Ζούκωφ, ένα εννιάχρονο αγόρι, ο Βαλάντια, η Ναταλία, ο ιδιόρρυθμος Τσετσεβίτσιν, η Βασίλισσα, ο Γιεγκόρ, ο μπεκρής Ιβάν Ιβάνιτς και ο δημόσιος υπάλληλος Γκεράσιμ Κουζμίτς Σινκλετέγιεφ είναι οι πρωταγωνιστές των ιστοριών αυτών. Οι ήρωες εκφράζουν τα όνειρά τους, αναμένουν την πραγματοποίηση τους αλλά στο τέλος διαψεύδονται. Έτσι, κυριαρχεί το πνεύμα του ανεκπλήρωτου. Αναζητούν το νόημα της ζωής, ενώ παράλληλα υφίστανται συνεχείς εσωτερικές διακυμάνσεις.
Έλα καλέ μου παππούλη, σε ικετεύω στ’ όνομα του Χριστού, να με πάρεις από δω. Λυπήσου με το άμοιρο ορφανό, όλο με δέρνουν και λαχταράω να φάω, και δεν μπορώ να σου πω τι θλίψη νιώθω, συνέχεια κλαίω. Τις προάλλες τ΄αφεντικό με βάρεσε με το καλαπόδι στο κεφάλι κι έπεσα χάμω και με το ζόρι ξανάρθα στα συγκαλά μου. Καταστράφηκε η ζωή μου, είμαι χειρότερα κι από σκυλί.[…] Παραμένω πάντα ο εγγονός σου, Ιβάν Ζούκωφ, έλα καλέ μου παππούλη.
Το παραπάνω απόσπασμα προέρχεται από την ιστορία του μικρού Βάνκα, τον ήρωα της πρώτης ιστορίας. Ο Ρώσος συγγραφέας θίγει με ρεαλισμό και ευαισθησία το θέμα της παιδικής βιοπάλης.
Μια Χριστουγεννιάτικη Ιστορία, του Charles Dickens – Χριστουγεννιάτικα Παραμύθια
Με το έργο του «Μια Χριστουγεννιάτικη Ιστορία» (A Christmas Carol, 1843), ο C. Dickens μας διηγείται την ιστορία του Εμπενίζερ Σκρουτζ, ενός δυστυχή ηλικιωμένου άντρα ο οποίος, την παραμονή κάποιων Χριστουγέννων, δέχεται επίσκεψη από το φάντασμα του νεκρού συνεργάτη του. Αργότερα τη νύχτα, ακολουθούν τρία ακόμα φαντάσματα.
Το φάντασμα του Παρελθόντος θυμίζει στον Σκρουτζ τα νεανικά του χρόνια, τη μοναξιά που βίωνε ως νέος και την εγκατάλειψή του από την τότε αρραβωνιαστικιά του. Η σκηνή τον συγκινεί, μα δεν καταφέρνει να τον κάνει να αλλάξει την εχθρική στάση του προς τα Χριστούγεννα. Το δεύτερο φάντασμα, αυτό των Παροντικών Χριστουγέννων, τον οδηγεί μέσα στο σπίτι του υπαλλήλου του, Μπομπ, ο οποίος προσπαθεί να γιορτάσει με την οικογένειά του με ένα πενιχρό δείπνο. Ο Σκρουτζ δίνει ιδιαίτερη προσοχή στον Τιμι, τον μικρό ανάπηρο γιό του Μπομπ. Τέλος, το φάντασμα των μελλοντικών Χριστουγέννων δείχνει στον Σκρουτζ την ημέρα της κηδείας του μικρού Τίμι και καταδικάζει τον Σκρουτζ σε έναν μοναχικό και δυστυχισμένο θάνατο.
Μετά από τις επισκέψεις των φαντασμάτων, ο Σκρούτζ μετατρέπεται σε έναν ευγενικό άνθρωπο, έτοιμο να μοιράσει χαρά και να απολαύσει τα Χριστούγεννα. Είναι ευτυχής που του δίνεται η ευκαιρία να αλλάξει το μέλλον του και να μην έχει το τέλος που του υπέδειξε το φάντασμα των Μελλοντικών Χριστουγέννων το ίδιο βράδυ.
Τα Χριστούγεννα ήταν μια παράδοση που είχε ξεκινήσει να αποκτά μεγάλη απήχηση κατά τη βικτοριανή εποχή, οπότε και γράφτηκε το βιβλίο. Ο Dickens επηρεάστηκε για το έργο του από την κοινωνική πτώση που υπέστη η οικογένειά του όταν ο ίδιος ήταν παιδί, μα και από την ύπαρξη πολλών φτωχών παιδιών στα μέσα του 19ου αιώνα. Υποστηρίζεται πως εμπνεύστηκε τον χαρακτήρα του Σκρουτζ από τα συγκρουόμενα συναισθήματά του για τον πατέρα του, τον οποίο αγαπούσε και είχε δαιμονοποιήσει ταυτόχρονα. Αυτή η ψυχική σύγχυση ίσως εξηγεί τους δύο εκ διά μέτρου αντίθετους χαρακτήρες του Σκρουτζ στη διάρκεια της ιστορίας.
O Τάρανδος Ρούντολφ με την Κόκκινη Μύτη του Robert L. May – Χριστουγεννιάτικα Παραμύθια
Όλοι μας έχουμε ακούσει έστω και μία φορά το γνωστό τραγούδι, που έγραψε ο Johnny Marks το 1939, βασιζόμενος στο παραμύθι Rudolph the Red – Nosed Reindeer του Robert L. May
Το παραμύθι δημιουργήθηκε από την αλυσίδα πολυκαταστημάτων Montgomery Ward στο Σικάγο, στην προσπάθειά της να εξοικονομήσει κάποια χρήματα. Το 1939 οι υπεύθυνοι της εταιρείας αποφάσισαν να βρουν ένα τρόπο για να κερδίσουν περισσότερα χρήματα, από τις πωλήσεις των βιβλίων ζωγραφικής. Ο Robert L. May, που εργαζόταν ως κειμενογράφος στην εταιρεία, ήταν γνωστός στους συναδέλφους του γιατί ήταν πολύ καλός στο να γράφει στιχάκια και ιστορίες για παιδιά. Επιλέχτηκε λοιπόν για να γράψει μια χριστουγεννιάτικη ιστορία, η οποία θα χρησίμευε ως διαφημιστική προώθηση για τα βιβλία ζωγραφικής που εισήγαγε η εταιρεία.
Ο Robert L. May στα νιάτα του ήταν πολύ μικροκαμωμένος και πολλά παιδιά τον πείραζαν γι’ αυτό. Έτσι, αποφάσισε να κάνει μια ιστορία σαν αυτή του ασχημόπαπου που έγινε κύκνος. Καθώς έγραφε την ιστορία του, δοκίμασε διάφορες εκδοχές της με την τετράχρονη κόρη του Barbara, μέχρι να καταλήξουν μαζί σε μια που θεωρούσαν και οι δύο ικανοποιητική. Κι ενώ ο εργοδότης του Robert L. May απέρριψε το πρώτο χειρόγραφο της ιστορίας –οι κόκκινες μύτες θεωρούνταν τότε χαρακτηριστικό των μέθυσων και δεν είχαν καμία θέση σε μια ιστορία για παιδιά– όταν του το παρουσίασε και πάλι, πλέον εικονογραφημένο από τον συνεργάτη του Denver Gillen, έδωσε αμέσως εντολή για την έκδοση του.
Τον πρώτο χρόνο ο Τάρανδος Ρούντολφ με την Κόκκινη Μύτη πούλησε περίπου 2,4 εκατομμύρια αντίτυπα. Μέχρι το 1946 πάνω από 6 εκατομμύρια αντίτυπα της ιστορίας είχαν διανεμηθεί από την εταιρεία, αριθμός πολύ εντυπωσιακός, δεδομένου ότι δεν εκτυπώθηκε κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου.
Τα Ξωτικά και ο Παπουτσής, των αδελφών Grimm – Χριστουγεννιάτικα Παραμύθια
Ο Jacob and Wilhelm Grimm, γεννήθηκαν στη Γερμανία, το 1785 και 1786 αντίστοιχα. Ο Jacob ως φιλόλογος έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη μεσαιωνική λογοτεχνία και γλωσσολογία και ο Wilhelm ασχολήθηκε με τη λογοτεχνική κριτική. Έχουν επιστημονικό έργο και θεωρούνται ιδρυτές της γερμανικής φιλολογικής επιστήμης. Ειδικότερα, έδειξαν τεράστιο ενδιαφέρον για τις γερμανικές λαϊκές αφηγήσεις και παραδόσεις. Από αυτές εμπνεύστηκαν για να γράψουν έναν μεγάλο αριθμό παραμυθιών που έγιναν τα απόλυτα κλασικά παραμύθια. Μερικά από τα πιο διάσημα παραμύθια τους, που διαβάζονται από τα παιδιά όλου του κόσμου είναι Η Κοκκινοσκουφίτσα, Η Χιονάτη και οι Επτά Νάνοι, Χάνσελ και Γκρέτελ, Ραπουνζέλ, Η Ωραία Κοιμωμένη και H Σταχτοπούτα. Βέβαια, τα παραμύθια τους έχουν είναι γνωστά στην ωραιοποιημένη τους μορφή, καθώς από τις σύγχρονες αφηγήσεις παραλείπονται πολλές τρομακτικές λεπτομέρειες.
Οι αδερφοί Grimm δημοσίευσαν την χριστουγεννιάτικη ιστορία Τα Ξωτικά και ο Παπουτσής το 1812. Αποτέλεσε μέλος της μεγάλης συλλογής παραμυθιών Children’s and Household Tales που εξέδωσαν και στην οποία οι ιστορίες αναφέρονταν σε ξωτικά, νεράϊδες και άλλα μυθικά πλάσματα. Στο παραμύθι αυτό κάθε βράδυ δυο μυστηριώδεις επισκέπτες τρυπώνουν στο εργαστήρι του φτωχού παπουτσή, φτιάχνουν τα ωραιότερα παπούτσια που υπάρχουν. Έτσι, κάνουν ευτυχισμένους και πλούσιους τον παπουτσή και τη γυναίκα του. Αλλά όταν εκείνοι ανακαλύψουν ποιοι είναι οι επισκέπτες, δηλαδή τα ξωτικά, βρίσκουν τον τρόπο να τους το ανταποδώσουν.
Τα ιδιαίτερα Χριστούγεννα του Παπα-Πάνοφ, του Leo Tolstoy – Χριστουγεννιάτικα Παραμύθια
Ο Παπα-Πάνοφ (Papa Panov’s Special Christmas), η μικρή χριστουγεννιάτικη ιστορία του Leo Tolsoy για παιδιά, αποτελεί ένα παραμύθι με ιδιαιτέρως χριστουγεννιάτικη θεματολογία. Ο Tolstoy διηγείται την ιστορία του Παπα-Πάνοφ, ενός ηλικιωμένου τσαγκάρη που κατοικούσε σε ένα μικρό ρωσικό χωριό. Όντας χήρος και με τα παιδιά του ενήλικα και ανεξάρτητα, βρέθηκε μόνος την παραμονή των Χριστουγέννων στο κατάστημά του. Αποφάσισε, έτσι, να ανοίξει τη Βίβλο και να διαβάσει την ιστορία της γέννησης του Χριστού.
Το ίδιο βράδυ, ο Παπα-Πάνοφ ονειρεύτηκε τον Χριστό. Αυτός του είπε πως θα εμφανιστεί μπροστά του με σάρκα και οστά την επόμενη ημέρα και πως ήθελε ο ηλικιωμένος να τον περιποιηθεί. Όταν ξύπνησε, ο Παπα-Πάνοφ αδημονούσε να συναντήσει τον επικείμενο επισκέπτη του. Αντί γι’ αυτόν, πέρασαν έξω από την πόρτα του τσαγκάρη ο καθαριστής του δρόμου, μια κουρασμένη μητέρα και ένας επαίτης. Ο Παπα-Πάνοφ βοήθησε τον καθένα από τους ταλαιπωρημένους περαστικούς όσο μπορούσε, δίνοντας φαγητό, στέγη και ρούχα.
Όταν πια έφτασε το βράδυ και ο Ιησούς δεν είχε φανεί, ο Παπα-Πάνοφ πείστηκε πως το όνειρό του ήταν μόνο αυτό: ένα όνειρο. Ξαφνικά, όμως, μέσα στη νύχτα, άκουσε τη φωνή του Χριστού να του λέει πως ο ίδιος βρισκόταν στα πρόσωπα που είχε φροντίσει εκείνη την ημέρα.
Ο Tolstoy υπήρξε βαθιά θρηκευόμενος, κυρίως κατά το δεύτερο μέρος της μακράς ζωής του. Μέσα από τα έργα του, συχνά προωθεί τη θρησκεία και τα χριστιανικά ιδανικά. Το συγκεκριμένο διήγημα είναι σαφής παραβολή των λόγων του Χριστού «επειδή, πείνασα, και μου δώσατε να φάω. δίψασα και μου δώσατε να πιω. ξένος ήμουν, και με φιλοξενήσατε. γυμνός ήμουν, και με ντύσατε».
Ο Εγωιστής Γίγαντας, του Oscar Wilde – Χριστουγεννιάτικα Παραμύθια
Ο Εγωιστής Γίγαντας είναι μία από τις πέντε παιδικές ιστορίες που συγκροτούν το βιβλίο Ο ευτυχισμένος πρίγκιπας και άλλες ιστορίες. Το βιβλίο είναι έργο του Oscar Wilde που εκδόθηκε το 1888.
Ο Βρετανός εστέτ στο παραμύθι του Ο Εγωιστής Γίγαντας αφηγείται την ιστορία ενός γίγαντα και μιας παρέας παιδιών. Στον πανέμορφο κήπο του γίγαντα έπαιζαν τα παιδιά. Εκείνος όμως τα έδιωξε και έχτισε ολόγυρα έναν ψηλό φράχτη, απαγορεύοντας την είσοδο. Από τότε, η άνοιξη και το καλοκαίρι δεν ξανάρθαν ποτέ. Τα πουλιά έφυγαν. Χιόνι και χαλάζι πέφταν αδιάκοπα. Τα λουλούδια δε φύτρωναν και τα δέντρα δεν άνθιζαν. Όμως, τα παιδιά τρύπωσαν στον κήπο κρυφά. Κι άλλαξαν όλα. O γίγαντας κατάλαβε και αγάπησε τα παιδιά. Κι όταν γέρασε, ένα από αυτά οδήγησε την ψυχή του στον Παράδεισο.
[…] Και το παιδί χαμογέλασε στο γίγαντα και του είπε «Με άφησες να παίξω στον κήπο σου μία φορά, σήμερα ήρθε η μέρα που θα έρθεις μαζί μου στο δικό μου κήπο, στον Παράδεισο.». Κι όταν τα παιδιά πήγαν εκεί το απόγευμα, βρήκαν το γίγαντα νεκρό κάτω από το δέντρο, καλυμμένο με λευκά άνθη.
O Oscar Wilde συνθέτει ένα συγκινητικό και διαχρονικό παραμύθι με το οποίο κατηγορεί τον εγωισμό και προβάλλει την ανθρωπιά και την αγάπη, δημιουργώντας ένα κλασικό έργο της παγκόσμιας λογοτεχνίας για τα παιδιά.
Με το άστρο της Βηθλεέμ, που συνόδευσε το μεγάλο γεγονός της Γέννησης του Χριστού και φώτισε το σπήλαιο αλλά και τις καρδιές εκατομμυρίων ανθρώπων στον πλανήτη, ασχολήθηκαν τους τελευταίους αιώνες ορθόδοξοι πατέρες και ιερά πρόσωπα της Χριστιανοσύνης, προσεγγίζοντας κυρίως πνευματικά την εμφάνιση και τη σημασία του, αλλά και αστρονόμοι, που επιχείρησαν να διερευνήσουν το φαινόμενο επιστημονικά και να δώσουν απαντήσεις για την ταυτότητα ενός πρωτόγνωρου και σπάνιου ουράνιου σώματος.
Εδώ και περίπου 20 αιώνες οι αστρονόμοι, επικαλούμενοι αναφορές για το Άστρο της Βηθλεέμ μέσα από ιερά κείμενα της Χριστιανοσύνης, αντλούν πληροφορίες για να καταλήξουν σε συμπεράσματα για τις χρονολογίες και τις ιδιότητες του ουράνιου σώματος, ελπίζοντας να βρουν απαντήσεις στο «ανεξήγητο φαινόμενο».
Στο κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο υπάρχει ολοκληρωμένη περικοπή με αναλυτική αναφορά στο Άστρο της Βηθλεέμ. Ο Ιγνάτιος ο Θεοφόρος (35-107 μ.Χ.), μαθητής του Ευαγγελιστή Ιωάννη, μιλάει για το Άστρο, όπως επίσης και ο Άγιος Νεκτάριος της Αίγινας. Εκτενείς αναφορές βρίσκουμε στα κείμενα του ιεράρχη της Ορθόδοξης Εκκλησίας Ιωάννη Χρυσόστομου, ο οποίος, μάλιστα, μιλάει για τις φυσικές ιδιότητές τους. Μέσα από πλήθος αναφορών καταλήγει πως πρόκειται για υπερφυσικές δυνάμεις που πήραν τη μορφή αστέρα, καθώς περιγράφει πως δεν είναι δυνατό να υπάρχει ουράνιο σώμα που να έχει τέτοια πορεία, δηλαδή να κινείται από την Περσία προς τα Ιεροσόλυμα και σε τόσο χαμηλή τροχιά. Στην Παλαιά Διαθήκη, εξάλλου, αναφέρεται ότι το Άστρο του Θεού θα είναι η απαρχή μίας νέας εποχής.
Γνωρίζοντας τις αναφορές των ιερών κειμένων για ένα σπουδαίο γεγονός, οι Μάγοι με τα δώρα, που ήταν οι αστρονόμοι της εποχής, ξεκίνησαν ένα ταξίδι αναζήτησης που συνέχισαν και οι μετέπειτα αστρονόμοι. «Με βάση το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο, ο αστέρας έγινε ορατός από πολλούς ανθρώπους και όχι μόνο από τους αστρονόμους της εποχής. Αυτή είναι μία από τις ιδιότητές του, ότι ήταν εμφανές και ορατό σε όλους» τονίζει στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων ο καθηγητής Αστρονομίας του ΑΠΘ, Σταύρος Αυγολούπης, επιχειρώντας να παραθέσει τις βασικότερες από τις επιστημονικές υποθέσεις για την ύπαρξη του Άστρου της Βηθλεέμ, από την απαρχή τους μέχρι σήμερα, και τους λόγους για τους οποίους εκπίπτουν αυτές οι θεωρίες. Παράλληλα, αναφέρεται στην προσέγγιση της χρονολογίας Γέννησης του Χριστού, με βάση ιστορικά γεγονότα που συνέπεσαν με τη Γέννηση και βοήθησαν τους αστρονόμους να αναζητήσουν με περισσότερη ακρίβεια τα ουράνια φαινόμενα εκείνης της περιόδου.
Σύμφωνα με τον κ. Αυγολούπη, ακολουθώντας την πορεία των Μάγων, με βάση πάντα τις πληροφορίες των θρησκευτικών κειμένων, καταλήγουμε και σε άλλα συμπεράσματα για τις ιδιότητες του Αστέρα: Είχε μεγάλη διάρκεια (το ταξίδι τους διήρκησε μερικούς μήνες και σε αυτό το διάστημα το Άστρο ήταν εμφανές), εξαφανίστηκε για λίγο, όταν οι Μάγοι έφτασαν στα Ιεροσόλυμα για να συναντήσουν τον βασιλιά Ηρώδη, αλλά επανεμφανίστηκε όταν συνέχισαν την πορεία τους προς την Βηθλεέμ.
Σύνοδος πλανητών, σούπερ νόβα ή κομήτης;
Ο Γερμανός αστρονόμος, Γιοχάνες Κέπλερ, στηριζόμενος σε ιστορικά βεβαιωμένες διαπιστώσεις για τη χρονολογία γέννησης του Ιησού, γύρω στο 6 ή 7 π.Χ. (και όχι στο 1 μ.Χ. όπως υπολογίζει το χριστιανικό ημερολόγιο), αναζήτησε ένα μεγάλο ουράνιο σώμα που να έχει τις παραπάνω ιδιότητες μίας μάλλον αφύσικης πορείας, να διαρκεί μερικούς μήνες, να εξαφανίζεται και να επανεμφανίζεται, να είναι λαμπερό και σπάνιο.
Διαπίστωσε ότι πράγματι το 7 π.Χ. υπήρξε μία σύνοδος πλανητών (Κρόνου και Δία) στον αστερισμό των Ιχθύων. Κατά την εβραϊκή παράδοση, ο Κρόνος είναι ο προστάτης του Ισραήλ και ο Δίας προστάτης των βασιλιάδων. Το ότι συνέβη στον αστερισμό των Ιχθύων σημαίνει ότι κάποιο γεγονός θα συνέβαινε στην Παλαιστίνη. «Η θεωρία αυτή του Κέπλερ απορρίπτεται, γιατί η σύνοδος δύο ή περισσότερων πλανητών είναι ένα συχνό φαινόμενο. Δεν εξηγούσε, λοιπόν, τη σπανιότητα του φαινομένου, ούτε έδειχνε την κατεύθυνση του αστέρα. Εξάλλου, πολύ γρήγορα έληξε και η σύνοδος του Κρόνου με τον Δία, άρα δεν εξηγούσε ούτε τη διάρκεια μηνών του αστέρα της Βηθλεέμ» σημειώνει ο κ. Αυγολούπης.
Η επόμενη θεωρία του Κέπλερ ήταν η υπόθεση ενός υπερκαινοφανούς αστέρα (σούπερ νόβα). Αφορμή στάθηκε η προσωπική εμπειρία του Κέπλερ να δει έναν σούπερ νόβα στον αστερισμό του Οφιούχου το 1604. Το μέγεθος και η λάμψη αυτού του φαινομένου τον οδήγησαν να υποθέσει ότι μπορεί και το Άστρο της Βηθλεέμ να ήταν κάτι παρόμοιο. «Η εμφάνιση ενός υπερκαινοφανούς αστέρα είναι ένα συνταρακτικό θέαμα. Πρόκειται για τον βίαιο θάνατο ενός αστέρα, που εκπέμπει τόσο φως ώστε να λάμπει και κατά τη διάρκεια της ημέρας. Η λάμψη του υπολογίζεται όσο 200 δισεκατομμύρια αστέρια, δηλαδή όσο όλα τα αστέρια του γαλαξία μας» σχολιάζει ο καθηγητής του ΑΠΘ, αλλά εξηγεί ότι «η θεωρία αυτή καλύπτει τη σπανιότητα και το εντυπωσιακό των ιδιοτήτων του αστέρα της Βηθλεέμ, αλλά όχι την κατεύθυνση και τη διάρκεια, καθώς η εμφάνιση ενός σούπερ νόβα δεν διαρκεί περισσότερο από έναν μήνα».
Η θεωρία που θέλει τον Αστέρα της Βηθλεέμ να είναι κομήτης, όπως είχε υποστηρίξει ο Ωριγένης, και πάλι απορρίπτεται. «Και σε αυτήν την περίπτωση δεν συμπίπτουν οι ιδιότητες της κατεύθυνσης και της διάρκειας (η πορεία του κομήτη διαρκεί μερικούς μήνες), αλλά ούτε και της σπανιότητας, αφού η εμφάνιση κομήτη είναι συχνό αστρονομικό φαινόμενο. Εξάλλου, η εμφάνιση ενός κομήτη δεν οιονεί κάποιο ευχάριστο γεγονός, όπως το συμβάν της Γέννησης, το αντίθετο, ταυτίζεται με άσχημα γεγονότα, όπως οι φυσικές καταστροφές» παρατηρεί ο κ.Αυγολούπης.
Οι μέχρι σήμερα εργασίες των αστρονόμων να προσδιορίσουν την προέλευση του Αστέρα της Βηθλεέμ μάλλον πέφτουν στο κενό ή τουλάχιστον οι όποιες θεωρίες δεν μπορούν να επιβεβαιωθούν επιστημονικά, σύμφωνα με τον καθηγητή Αστρονομίας του ΑΠΘ, ο οποίος παραθέτει αυτούσιο το συμπέρασμα μίας εργασίας φοιτητών στο μάθημα Αστρονομίας: «Καμία από τις αστρονομικές επεξηγήσεις δεν ικανοποιεί πλήρως. Σημασία έχει ότι όταν ο ήλιος ανέτειλε το άλλο πρωί φώτισε έναν κόσμο που ποτέ πια δεν θα ήταν όπως πριν. Η πίστη είναι το σπουδαιότερο τόλμημα του ανθρώπου μπροστά σε εκείνο που δεν καταλαβαίνει ο νους του. Σε λίγες μέρες θα νιώσουμε βαθιά ταπεινωμένοι μπροστά στο θείο μυστήριο, στο θαύμα και θα υποταχθούμε πλήρως σε αυτό. Μόνο όταν τα μάτια της ψυχής μας βιώσουν το μυστήριο της ενανθρώπισης του Λόγου, τότε θα δούμε το Άστρο της Βηθλεέμ να έχει διαχρονικότητα στις ψυχές μας και το ανέσπερο φως του να φωτίζει την υπόστασή μας για πάντα».
Η χρονολογία Γέννησης του Χριστού
Οι επιστήμονες προσδιορίζουν την χρονολογία Γέννησης του Χριστού περίπου στο 6 ή 7 π.Χ., λαμβάνοντας υπόψη ιστορικά δεδομένα για τη ζωή γνωστών προσώπων της εποχής, αλλά και γεγονότων που συνδέονται με τη Γέννηση. Μία από τις βασικότερες αναφορές είναι ο θάνατος του βασιλιά Ηρώδη, το 4 π.Χ. αλλά και η διαταγή του να σφαχθούν όλα τα παιδιά, ηλικίας κάτω των δύο ετών (4 + 2 = 6).
Επίσης, η απογραφή των Εβραίων που έγινε για πρώτη φορά από τον Ρωμαίο αυτοκράτορα Οκταβιανό Αύγουστο και με υποτελή βασιλιά των Εβραίων τον Ηρώδη, συνέπεσε με τη Γέννηση του Χριστού. «Εγένετο δε», γράφει ο ευαγγελιστής Λουκάς, «εν ταις ημέραις εκείναις εξήλθε δόγμα παρά Καίσαρος Αυγούστου απογράφεσθαι πάσαν την οικουμένην. Αύτη η απογραφή πρώτη εγένετο ηγεμονεύοντος της Συρίας Κυρηνίου» (Κυρήνιος λεγόταν ο τότε Ρωμαίος γενικός διοικητής της Συρίας). Ο Κυρήνιος είναι γνωστό ότι πέθανε το 8 π.Χ. Εκείνα τα χρόνια της απογραφής έφτασε η Παναγία στην Βηθλεέμ.
«Το χρονολογικό λάθος της Γέννησης ανήκει στον μοναχό Διονύσιο τον μικρό, που έφτιαξε το χριστιανικό ημερολόγιο, σύμφωνα με το οποίο ο Χριστός γεννήθηκε το 1 μ.Χ. Αντί να βάλει τη Γέννηση του Χριστού εφτά χρόνια αργότερα, την τοποθέτησε εφτά χρόνια νωρίτερα» υποστηρίζει ο κ. Αυγολούπης.
Τα χιλιάδες πολύχρωμα λαμπιόνια που στολίζουν τις γειτονιές και τις πλατείες, σε κάθε χωριό ή πόλη, τα χριστουγεννιάτικα δένδρα, οι ευρηματικές ιδέες συλλόγων με τις μουσικές και τα κεράσματα, οι μυρωδιές από τα ζαχαροπλαστεία και τους φούρνους, δημιουργούν γιορτινή ατμόσφαιρα, γεμίζουν φως και ελπίδα τον κόσμο και τον προετοιμάζουν για την Γέννηση του Θεανθρώπου και τον ερχομό της νέας Χρονιάς.
Μέσα σε αυτόν τον γιορτινό καμβά, στην Ήπειρο των παραδόσεων, τα ήθη και τα έθιμα του τόπου, που έρχονται από το βάθος του χρόνου, αποτυπώνουν την πτυχές της πολιτιστικής και πολιτισμικής ταυτότητας του τόπου, καθώς είναι άμεσα συνυφασμένα με τις συνθήκες του μακρινού παρελθόντος, με τις αρχές και τις αξίες των περασμένων γενεών.
Οι Ηπειρώτες είχαν βαθειά πίστη. Το «σαρανταήμερο» έκαναν νηστεία, δηλαδή από τις 15 Νοεμβρίου έως και τις 24 Δεκέμβρη, για να υποδεχτούν την Γέννηση του Χριστού. Ακόμη και σήμερα, δεν είναι λίγοι εκείνοι που με ευλάβεια τηρούν τη νηστεία.
Τα έθιμα των Χριστουγέννων για κάθε οικογένεια άρχιζαν με το σφάξιμο του χοίρου, που σε ορισμένες περιοχές ήταν ιεροτελεστία. Το χοιρινό είχε εξέχουσα θέση στο γιορτινό τραπέζι αλλά και στα γλέντια που γίνονταν ανήμερα των Χριστουγέννων στις πλατείες των χωριών.
«Τα σπάργανα του Χριστού», είναι το γλύκισμα - έθιμο που συναντάμε σε όλη την Ήπειρο και αναβιώνει έως σήμερα. Σε κάθε σπίτι ετοιμάζουν τα σπάργανα για το τραπέζι της παραμονής. Πρόκειται για χυλό από σταρένιο αλεύρι, που ψήνεται σε πυρωμένη πέτρα μέσα στο τζάκι, ενώ στη συνέχεια τις «τηγανίτες» αυτές μελώνουν σε ζαχαρόνερο, με καρύδια και κανέλα.
Είναι το γλύκισμα που τρώγεται το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων. Το έθιμο συμβολίζει τα σπάργανα του Ιησού στη φάτνη. Τα «σπάργανα του Χριστού» σε χωριά του Πωγωνίου τα λένε «λαλαγγίτες» και είναι το γλύκισμα για το τραπέζι της παραμονής.
Στο χριστουγεννιάτικο τραπέζι έως και σήμερα, σε πολλά σπίτια οι νοικοκυρές μαγειρεύουν τα «γιαπράκια». Είναι λαχανοντολμάδες με φύλλα από λάχανο και το φαγητό συμβολίζει το ‘φάσκιωμα’ του νεογέννητου Χριστού.
Το αναμμένο πουρνάρι και το έθιμο της φωτιάς
Το έθιμο ,συμβολίζει τους βοσκούς που πήγαν να προσκυνήσουν το θείο βρέφος και είχαν ανάψει ένα ξερό κλαδί για να βλέπουν μέσα στην νύχτα. Ένα πολύ παλιό έθιμο στην Ήπειρο, που συναντάται με μικρές παραλλαγές στις διάφορες περιοχές της.
Το έθιμο τηρείται κυρίως, στα χωριά της Άρτας. Ανήμερα Χριστούγεννα, όποιος επισκεφτεί φιλικό ή συγγενικό σπίτι για να ευχηθεί χρόνια πολλά, καθώς και οι παντρεμένοι, που θα πάνε στο πατρικό τους, κρατούν ένα κλαρί από πουρνάρι που το ανάβουν στον δρόμο. Τα φύλλα του καθώς καίγονται τρίζουν και η ευχή στον κάθε οικοδεσπότη είναι να μεγαλώνει η φαμίλια και να προκόβουν τα κοπάδια.
Στα Γιάννενα, δεν κρατούν το πουρνάρι αναμμένο στο χέρι τους, αλλά στη χούφτα τους έχουν δαφνόφυλλα και πουρναρόφυλλα. Όταν μπουν στο σπίτι, τα πετούν μέσα στο τζάκι και καθώς τα φύλλα καίγονται, πετάνε σπίθες. Τότε δίνεται η καλύτερη ευχή στον νοικοκύρη: «Αρνιά, κατσίκια, νύφες και γαμπρούς!». Δηλαδή, να προκόβουν τα κοπάδια του, να πληθαίνει η φαμελιά του, να μεγαλώνουν τα κορίτσια και τα παλικάρια του, να του φέρνουν στο σπίτι νύφες και γαμπρούς, να του δώσουν εγγόνια που δε θ' αφήσουν τ' όνομα το πατρικό να σβήσει.
Στο χωριό Πουρνιά της Κόνιτσας την παραμονή των Χριστουγέννων το παραδοσιακό «έθιμο της φωτιάς» δημιουργεί γιορτινή διάθεση. Το πρωί στην πλατεία του χωριού ανάβει μια μεγάλη φωτιά και ο κόσμος κρατώντας μαγκούρες στα χέρια, πηγαίνει σε όλα τα σπίτια του χωριού για τα κάλαντα . Οι νοικοκυρές προσφέρουν φρεσκοψημένα καρβέλια ψωμί.
Στην Αγία Παρασκευή της Κόνιτσας τα παιδιά την παραμονή έπαιρναν τις «τζιουμάκες», ξύλα από κρανιά, σαν μπαστούνι και χτυπούσαν με αυτό τις πόρτες και τα παράθυρα των σπιτιών για τα κάλαντα.
Τα περασμένα χρόνια στα χωριά της Ηπείρου επέστρεφαν για τις γιορτινές μέρες οι ξενιτεμένοι και στηνόταν το «Ζιαφέτι», ένα μεγάλο πανηγύρι στις πλατείες και τις αυλές των εκκλησιών με τα κλαρίνα να αντηχούν στα βουνά και το γλέντι να κρατά ακόμη και δύο μέρες.
Το «αμίλητο νερό» είναι έθιμο χριστουγεννιάτικο στην Άρτα. Ανήμερα των Χριστουγέννων, και νωρίς το πρωί, πριν ξημερώσει, οι γυναίκες πήγαιναν χωρίς να μιλάνε, να πάρουν νερό από ξένη βρύση και έλεγαν, «όπως τρέχει το νερό στη βρυσούλα μου, έτσι να τρέχει και η σοδιά μου». Από το «αμίλητο νερό», έπιναν όλοι στο σπίτι για το καλό. Στη βρύση η γυναίκα άφηνε εδέσματα, «για να την ταΐσει», όμως στην πραγματικότητα για να βρουν οι φτωχοί συγχωριανοί φαγητό.