MEDLABNEWS.GR / IATRIKA NEA: ΙΣΤΟΡΙΚΑ

Responsive Ad Slot

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΣΤΟΡΙΚΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΣΤΟΡΙΚΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Υγεία και επιδημίες στο 1821: πανώλη, τύφος, χολέρα και η συμβολή του Καποδίστρια στη δημόσια υγεία


Η απουσία ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και κοινωνικής πρόνοιας ασθενών και τραυματιών έγινε ιδιαίτερα αισθητή στον ελλαδικό χώρο κατά τη διάρκεια της Επανάστασης.

Οι Έλληνες από τις πρώτες κιόλας μέρες του αγώνα της Ανεξαρτησίας είχαν να αντιμετωπίσουν εκτός από τους τραυματίες των μαχών και τους νοσούντες από επιδημικές και όχι μόνο ασθένειες. Αναπόφευκτα δηλαδή επακόλουθα των ανύπαρκτων μέτρων υγιεινής που χαρακτήριζαν τα στρατόπεδα των μαχητών και τις πόλεις που συγκεντρώνονταν οι πρόσφυγες.
Το Παλαμήδι και αριστερά κάτω,
τμήμα του παλαιού Στρατιωτικού Νοσοκομείου, δεκαετία 1930.

Σε κείμενα της εποχής συχνές είναι εξάλλου οι αναφορές για την εμφάνιση επιδημιών στην Πελοπόννησο, όπως η πανώλη, ο εξανθηματικός τύφος, η δυσεντερία, η χολέρα, η ευλογιά, οι οποίες στο πέρασμά τους προκαλούσαν περισσότερα θύματα ακόμα και από τις πολεμικές αναμετρήσεις. Παρά τη λήψη εκτάκτων μέτρων που έλαβαν οι προσωρινές κυβερνήσεις (1821-1827) και ο Ιωάννης Καποδίστριας (1828-1831), τα καταστρεπτικά αποτελέσματα των επιδημιών δεν έλειψαν καθ’ όλη τη διάρκεια των συγκρούσεων. Ο Καποδίστριας, έχοντας σπουδάσει την ιατρική επιστήμη οργάνωσε τον τομέα της υγείας και δημιούργησε το πρώτο σύγχρονο λοιμοκαρθατήριο για τις κοινότητες που πλήττονταν από επιδημίες, όπως τύφο, ελονοσία, δυσεντερία. Έτσι κατόρθωσε και αντιμετώπισε με επιτυχία την πανώλη που έπληξε το Ναύπλιο, τις Σπέτσες και την Ύδρα, λαμβάνοντας επείγοντα και αποτελεσματικά μέτρα. Μερίμνησε και ιδρύθηκαν στον Πόρο το πρώτο ναυτικό νοσοκομείο (25-11-1829) με πρώτο διευθυντή τον αρχίατρο Χρονία Δροσινό το 1828 στις εγκαταστάσεις της Ιεράς Μονής Ζωοδόχου Πηγής Πόρου, το πρώτο ορφανοτροφείο του έθνους για τα ορφανά των πολεμιστών του αγώνα. Ίδρυσε τον πρώτο προσφυγικό καταυλισμό της χώρας στον οικισμό Πρόνοια στο Ναύπλιο για να στεγάσει τους πρόσφυγες που συνέρρεαν σ΄αυτό όταν απελευθερώθηκε από τους Τούρκους. Τον οικισμό σχεδίασε ο αρχιτέκτονας Στ. Βούλγαρης. Σκοπός του Καποδίστρια ήταν ν' αξιοποιήσει το ιατρικό δυναμικό, να είναι αποτελεσματική η περίθαλψη των πληγωμένων και των άλλων ασθενών αλλά και ο επισιτισμός του λαού: «Τούτο το παξιμάδιον φαίνεται μεν άσχημον, είναι όμως καλόν, το εδοκίμασα ο ίδιος, και δύναται να χρησιμεύση ως αρίστη τροφή εις ανθρώπους παντάπασιν ατρόφους». Ο Ιωάννης Καποδίστριας προσπάθησε να ενημερώσει τους Έλληνες και να τους μεταφέρει τις ιατρικές γνώσεις της εποχής του με όρους εκλαϊκευμένης ιατρικής για τους κίνδυνους και την αποτελεσματική αντιμετώπιση των μεγάλων λοιμωδών νόσων. Περιέγραψε πως έγινε η πρώτη αποτελεσματική εκστρατεία εμβολιασμού του νεωτέρου Ελληνικού κράτους. Έγραψε ιατρικό άρθρο σχετικά με τον συνολικό αριθμό των εκφορητικών πόρων των ιδρωτοποιών αδένων. Μετέφρασε το γαλλικό έργο με τον τίτλο «Ιστορία της εισδρομής της χολέρας εις την Ευρώπη» που αφορούσε τις τρεις έως τότε γνωστές επιδημίας χολέρας, εξορμούμενης από Ινδίες στην Ευρώπη. Στο άρθρο του τονίστηκε η μεταδοτικότητα της νόσου, η παροδική της υποχώρηση με το ψύχος και η συμβολή των μεταφερόμενων στρατευμάτων στην εξάπλωσή της.

Από τις πλέον ευάλωτες στις λοιμικές νόσους περιοχές ήταν το Ναύπλιο, εξαιτίας των στρατευμάτων που στρατοπέδευαν στην πόλη και του άμαχου πληθυσμού που καθημερινά συνέρρεε εκεί επιζητώντας ασφάλεια. Η πόλη ως έδρα της Κυβέρνησης λογικό ήταν να τραβήξει την προσοχή των ιθυνόντων για τη λήψη κατάλληλων υγειονομικών μέτρων και νοσηλευτικής φροντίδας από την αρχή κιόλας του Αγώνα. Στο πλαίσιο αυτό κρίθηκε αναγκαίο να ιδρυθούν εθνικά νοσηλευτικά ιδρύματα – αρχικά στο Ναύπλιο- και να συγκροτηθούν υγειονομεία.
Η ίδρυση νοσοκομείου στο Ναύπλιο για την ίαση ασθενών και τραυματιών σημειώνεται από τους πρώτους κιόλας μήνες της απελευθέρωσης της πόλης (Μάρτιος 1823). Για να καλυφθούν μάλιστα οι ανάγκες – που συνεχώς αυξάνονταν- το εν λόγω ίδρυμα λειτουργούσε ως «κοινό», δηλαδή στους χώρους του συνυπήρχαν πολίτες και στρατιωτικοί. Η κοινή χρήση του νοσοκομείου προκύπτει από διάφορα έγγραφα, όπως το μηνιαίο οικονομικό απολογισμό για το μήνα Οκτώβριο (11.11.1825). Σύμφωνα με τον οποίο το ίδρυμα αποτελείτο από δύο τμήματα, το «νοσοκομείον των πληγωμένων» και το «νοσοκομείον των ασθενών». Από σχετική αλληλογραφία του Εκτελεστικού προς το Βουλευτικό γίνεται γνωστό πως το νοσοκομείο εξυπηρετούσε και τις ανάγκες του Τακτικού Σώματος.
Η νοσηλευτική κατάσταση στην πόλη διαφοροποιείται την καποδιστριακή περίοδο, αφού μέσα στο 1828 ο Κυβερνήτης δημιούργησε ξεχωριστά νοσοκομεία για τους πολίτες και τους στρατιωτικούς. Τα δύο νοσηλευτικά ιδρύματα που λειτούργησαν στο Ναύπλιο από το 1828 έως το 1832 ήταν το Α’ Εθνικόν Νοσοκομείον Ναυπλίας ή Νοσοκομείον του Κανονοστασίου των Πέντε Αδελφών και το Εθνικόν Στρατιωτικόν Νοσοκομείον Ναυπλίας. Η ύπαρξή τους στην πόλη, σε συνδυασμό με τα υγειονομεία αποτελούν δείγματα της υγειονομικής πολιτικής που ο Καποδίστριας σκόπευε να εφαρμόσει σ’ ολόκληρη τη χώρα. Η παρούσα μελέτη ασχολείται με τα ανωτέρω ιδρύματα, καθώς δε θα πρέπει να μας διαφεύγει πως αυτά ήταν τα πρώτα κρατικά νοσοκομεία στον ελλαδικό χώρο.
Πρώτος γιατρός του πολιτικού νοσοκομείου, ήταν ο Γερμανός φιλέλληνας Φρειδερίκος Βολόης, ο οποίος μας πληροφορεί πως κατά τη διάρκεια της παρουσίας του στο νοσοκομείο (1823) περιέθαλψε περισσότερους από 400 ασθενείς.
Το κτίριο που στεγάστηκε το νοσηλευτικό ίδρυμα φαίνεται πως ήταν μικρό και σε περιοχή ακατάλληλη, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις ενός νοσοκομείου. Τον επόμενο χρόνο (1825) η ανάγκη για άμεση μεταστέγαση του ιδρύματος έγινε επιτακτική, καθώς λόγω «επιδημικής και ολέθριας νόσου εζητήθη υπό της Κυβερνήσεως αντί της μέχρι τότε ως νοσοκομείον χρησιμευούσης οικίας να παραχωρηθεί ετέρα εις θέσιν καταλληλοτέραν και υγειοτέραν, ως τοιαύτη δε παρεχωρήθη η εις ην ήδη διατελεί το Νοσοκομείον, αναγνωρισθείσα ως ιδιοκτησία δημοτική υπό της Κυβερνήσεως».
Το 1825 γιατρός του νοσοκομείου διορίστηκε ο Γερμανός φιλέλληνας Η. Treiber, ο οποίος αργότερα (1828) έγινε διευθυντής στο στρατιωτικό νοσοκομείο της πόλης. Στη συνέχεια προσλήφθηκε και δεύτερος γιατρός, ο Ηπειρώτης Λουκάς Βάγιας, γιατρός του Αλή Πασά και του Βύρωνα. Υπολογίζεται πως το έτος αυτό νοσηλεύονταν καθημερινά στο νοσοκομείο περισσότεροι από 40 ασθενείς.
Η Πύλη του Στρατιωτικού Νοσοκομείου
πάνω από τον Ψαρομαχαλά, δεκαετία 1930.

Για τη συντήρηση του ιδρύματος και κατ’ επέκταση της εξασφάλισης της βιωσιμότητας του, η Κυβέρνηση επέβαλε ειδικούς φόρους. Στην οικονομική ενίσχυση του ιδρύματος συνέβαλλαν επίσης διάφορες συνδρομές πολιτών και έκτακτες εισφορές από την περιφορά ειδικού δίσκου βοηθείας στους ναούς της πόλης κατά τις εορτάσιμες ημέρες. Επειδή όμως οι παραπάνω πόροι θεωρήθηκαν ανεπαρκείς, με πρόταση του επιτρόπου του νοσοκομείου Πέτρου Περόγλου, προστέθηκε και ειδικός φόρος, ο οποίος επιβλήθηκε στους βιοτέχνες, στα μέλη του Βουλευτικού και Εκτελεστικού και στους υπουργούς. Αργότερα παραχωρήθηκαν για την οικονομική του ενίσχυση και έσοδα από την εκμίσθωση του δημοσίου στατήρα του Ναυπλίου και των Μύλων.
Στη διάρκεια της διακυβέρνησης της χώρας από τον Καποδίστρια το νοσοκομείο ονομάστηκε Α’ Εθνικόν Νοσοκομείον Ναυπλίου. Στα χρόνια της αρτιότερης οργάνωσης και λειτουργίας του νοσηλευτικού ιδρύματος (1827-1833) γιατρός – διευθυντής και επιστάτης του ήταν ο Λευκαδίτης χειρουργός Πέτρος Στεφανίτσης. Το νοσοκομείο χρησιμοποιήθηκε έως το Μάιο του 1832 για τη νοσηλεία φτωχών, ορφανών, καταδίκων, υποδίκων, πορνών, ξένων και αιχμαλώτων πολέμου. Παράλληλα με το κρατικό αυτό ίδρυμα στην πόλη υπήρχαν και γιατροί οι οποίοι επισκέπτονταν ιδιωτικά τους ασθενείς στα σπίτια τους, όταν οι τελευταίοι διέθεταν τα ανάλογα οικονομικά μέσα.
Το 1832 το νοσοκομείο παραχωρήθηκε – ή καλύτερα επιτάχθηκε- από τα γαλλικά συμμαχικά στρατεύματα για την κάλυψη των αναγκών του, τα οποία μετά την αναχώρηση τους το παράδωσαν στο Β. Φρουραρχείο. Έκτοτε το νοσοκομείο και έως το 1836 έπαυσε να λειτουργεί ως κρατικό νοσηλευτικό κατάστημα. Πρόβλημα ακόμη παραμένει ο προσδιορισμός της ακριβούς θέσης της πρώτης οικίας-νοσοκομείου, καθώς και οι επόμενες μεταστεγάσεις του. Περισσότερη σιγουριά υπάρχει για το κτίριο του Α’ Νοσοκομείου, το οποίο τοποθετείται έξω από τα όρια της τότε πόλης – στη σημερινή συνοικία του Ψαρομαχαλά- στους ΒΔ πρόποδες της Ακροναυπλίας και πάνω από τον προμαχώνα των Πέντε Αδελφών

ΠΗΓΗ: 
Νίκος Φ. ΤόμπροςΔιδάκτωρ Ιστορίας, Επίκουρος ΚαθηγητήςΠαν/μίου Πελοποννήσου Τμήμα Ιστορίας, Ναυπλιακά Ανάλεκτα VI, Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, 2007.

Οι επιδημίες στο 1821 και η συμβολή του Καποδίστρια στη δημόσια υγεία | MEDLABNEWS.GR

Πρώτη δημοσίευση: Μάρτιος 2014 — MEDLABNEWS.GR | Συγγραφέας: Αλέξανδρος Γιατζίδης

Τελευταία ουσιαστική ενημέρωση: 25 Μαρτίου 2026

H ιατροφαρμακευτική περίθαλψη στη διάρκεια του αγώνα του 1821. Οι γιατροί, οι κομπογιαννίτες, οι τσαρλατάνοι

Τυφλός τραυματίας, [1850], Εθνική Πινακοθήκη

Η ιατροφαρμακευτική περίθαλψη στη διάρκεια του Αγώνα του 1821 ήταν εξαιρετικά ανεπαρκής, με ελάχιστους γιατρούς, μεγάλες ελλείψεις σε φάρμακα και πολύ δύσκολες συνθήκες υγιεινής. Το άρθρο εξηγεί πώς αντιμετωπίζονταν οι τραυματίες και οι ασθενείς, ποιος ήταν ο ρόλος των εμπειρικών θεραπευτών και ποιες επιδημίες επιβάρυναν τους αγωνιστές. 

Οι συνεχείς, προσπάθειες και πρωτοβουλίες στήριξης της επανάστασης με τη δημιουργία οργανωτικών δομών και την εξασφάλιση πόρων και εφοδίων δεν περιελάμβαναν ιδιαίτερη μέριμνα για την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη των μαχητών και την ιατροκοινωνική προστασία των αμάχων.

Κατά τα τελευταία χρόνια της προεπαναστατικής περιόδου ο αριθμός των ιατρών, που εξυπηρετούσε τις ανάγκες 1.000.000 περίπου κατοίκων, δεν υπερέβαινε τους 90. Μετά την επανάσταση και με την άφιξη στην Ελλάδα Ελλήνων και φιλελλήνων ιατρών από το εξωτερικό ο συνολικός αριθμός τους ουδέποτε υπερέβη τους 500, ενώ οι υπάρχουσες ανάγκες λόγω του πλήθους των τραυματιών από τις πολεμικές διενέξεις και των ασθενών από την εκδήλωση επιδημιών υπήρξαν τεράστιες. Τα δεδομένα αυτά, τα οποία είναι άξια κριτικής προσέγγισης και ανάλυσης, αναδεικνύουν τις τραγικές συνθήκες κάτω από τις οποίες διεξήχθη ο απελευθερωτικός αγώνας του 1821 και αποδεικνύουν το μεγαλείο της ψυχής και την πίστη στην ελευθερία του σκλαβωμένου έθνους.
Οι συνθήκες υγιεινής διαβίωσης, ένδυσης και διατροφής, της συντριπτικής πλειοψηφίας των υπόδουλων Ελλήνων, θα μπορούσαν να αξιολογηθούν ως υποβαθμισμένες και να χαρακτηριστούν ως άθλιες την περίοδο της διεξαγωγής του αγώνα για την ελευθερία.
Οι παράγοντες, που συνεισέφεραν στη συνεχή υποβάθμιση της δημόσιας υγείας στα χρόνια της εθνικής παλιγγενεσίας αφορούσαν στις απρογραμμάτιστες και αλλεπάλληλες μετακινήσεις των αγωνιστών, στον αναγκαστικό συνωστισμό πληθυσμιακών ομάδων σε αστικά κέντρα, στις συχνές πολιορκίες πόλεων και οχυρών και στις συνεχείς πολεμικές αντιπαραθέσεις, που συνεπάγονταν αφενός ταλαιπωρίες, σε βαθμό ψυχοσωματικής εξόντωσης και αφετέρου έλλειψη πόσιμου νερού, τροφίμων, φαρμάκων και άλλων εφοδίων. Επιπρόσθετα, σε ορισμένες περιοχές της χώρας το υγρό κλίμα και το γεωφυσικό περιβάλλον ευνοούσαν την εκδήλωση επιδημιών, που επιβάρυναν ακόμη περισσότερο την ήδη δυσμενή κατάσταση των αγωνιστών και των οικογενειών τους. Η διατροφή των αγωνιζομένων Ελλήνων περιλάμβανε κυρίως ψωμί, παξιμάδια, βρασμένο καλαμπόκι και σπανιότερα κρέας και ψάρια. Περιελάμβανε, επίσης, κρασί και ρακή, ενώ το λάδι, φαίνεται, ότι ήταν το μόνο προϊόν διατροφής, που υπήρχε σε επάρκεια καθ’ όλη τη διάρκεια του αγώνα.
Η ακατάλληλη διατροφή προκαλούσε δυσεντερία, που εξαντλούσε ακόμη περισσότερο τους αποδυναμωμένους οργανισμούς των αγωνιστών του 1821, ενώ έκδηλα ήταν τα συμπτώματα αβιταμινώσεων, κυρίως από την έλλειψη της βιταμίνης C, που προκαλούσε σκορβούτο.
Η πρόσβαση σε αποθέματα υγιεινού πόσιμου νερού ήταν συχνά προβληματική, είτε γιατί δεν επαρκούσαν οι διαθέσιμες ποσότητες για τις υφιστάμενες ανάγκες, είτε γιατί ο εχθρός κυρίευε τις πηγές υδροδοσίας και ανέκοπτε την ύδρευση πόλεων και περιοχών, που τελούσαν υπό τον έλεγχο των Ελλήνων.
Τα νερά των πηγαδιών μολύνονταν είτε προσχεδιασμένα από τους μαχητές της ελευθερίας, για να μη χρησιμοποιούνται από τους Τούρκους, είτε με τα χάλκινα σκεύη, τα οποία έρριπταν οι Έλληνες στα πηγάδια για να τα κρύψουν, ιδιαίτερα την περίοδο της εκστρατείας του Δράμαλη. Συχνά, τα διάφορα λάφυρα και ιδιαίτερα τα ενδύματα που έπαιρναν οι ρακένδυτοι αγωνιστές από τους νεκρούς αντιπάλους τους αποτελούσαν αιτίες σοβαρών λοιμώξεων που εξελισσόταν σε θανατηφόρες.
Κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας αρκετοί νέοι από διάφορες περιοχές της υπόδουλης Ελλάδος, προερχόμενοι σχεδόν αποκλειστικά από εύπορες αστικές οικογένειες, έσπευδαν σε πανεπιστήμια ευρωπαϊκών πόλεων για να σπουδάσουν, κατά προτίμηση Ιατρική, διότι κατά τον Κοραή «...θηριώδες έθνος εις μόνους τους ιατρούς αναγκάζεται να υποκρίνεται κάποιαν ημερότητα».
Τα πανεπιστήμια επιλογής των Ελλήνων για ιατρικές σπουδές ήταν κυρίως της Πάδοβας, της Παβίας, της Πίζας και της Βιέννης.
Οι πρακτικοί ή εμπειρικοί ιατροί ασκούσαν τη λεγόμενη «Δημώδη Ιατρική», κυρίως, στις ορεινές περιοχές της χώρας. Ήταν ιδιαίτερα επιδέξιοι στην ανάταξη εξαρθρημάτων και καταγμάτων, στην περιποίηση τραυμάτων και στην πραγματοποίηση μικροεπεμβάσεων, με συνέπεια να καλούνται και «ιατροχειρουργοί». Τους αποκαλούσαν, επίσης, «ιατρο- φαρμακοποιούς», γιατί, εκτός των ιατρικών πράξεων που επιτελούσαν, παρασκεύαζαν φάρμακα και συνέλεγαν βότανα, τα οποία χορηγούσαν, κατά περίπτωση, σε ασθενείς και τραυματίες.
Παράλληλα με τους επιστήμονες και τους πρακτικούς ιατρούς ασκούσαν ιατρικές πράξεις και χορηγούσαν φαρμακευτικά παρασκευάσματα, κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα, κομπογιαννίτες και τσαρλατάνοι.
Οι κομπογιαννίτες και οι τσαρλατάνοι ήταν ψευτογιατροί με ενδιαφέρον αποκλειστικά επικεντρωμένο στο οικονομικό όφελος και με τάση να περιαυτολογούν για τις θεραπευτικές τους επιτυχίες σε βαθμό τερατολογίας. Έφεραν ειδική ένδυση και κάλυπταν το κεφάλι τους με σαμαροκάλπακο στο οποίο τοποθετούσαν, εμφανώς, φάρμακα πρώτης ανάγκης.
Η παρεχόμενη υγειονομική φροντίδα και περίθαλψη, κατά την περίοδο της εθνικής παλιγγενεσίας, ήταν ανάλογη με το υφιστάμενο επίπεδο των ιατρικών γνώσεων της εποχής. Ιατρικές πράξεις και διαδικασίες, όπως είναι η χορήγηση αναισθησίας, η μετάγγιση αίματος, η ασηψία, η αντισηψία και άλλες, ήταν παντελώς άγνωστες και η συνεισφορά του υγειονομικού προσωπικού στην περίθαλψη των τραυματιών και των ασθενών υποτυπώδης.
Στα πεδία των μαχών οι ελαφρά τραυματισμένοι ετύγχαναν φροντίδας, επί τόπου, από τους συμπολεμιστές τους, ενώ οι φέροντες βαριά τραύματα διακομίζονταν προς νοσηλεία σε μοναστήρια και αργότερα σε υποτυπώδη νοσοκομεία, τα οποία εν τω μεταξύ είχαν αρχίσει να συγκροτούνται.

Η φροντίδα των τραυμάτων περιλάμβανε καθαρισμό της εξωτερικής τους επιφάνειας με ρακή και εισαγωγή στο εσωτερικό τους αλοιφής παρασκευασμένης από λεύκωμα αυγού αναμεμιγμένου με κοινό λάδι και ρακή. Στη συνέχεια ετίθετο επί του τραύματος αλοιφή παρασκευασμένη από σαπούνι και ρακή και ακολουθούσε, κατά διαλείμματα η επίβρεξή του με ρακή, που φαίνεται ότι ήταν θεραπευτικό μέσο συνεχούς χρήσης.  Η χρήση μούχλας ήταν επίσης διαδεδομένη. Την έπαιρναν από μουχλιασμένα τρόφιμα και μουχλιασμένους τοίχους που δεν τους έπιανε π ήλιος και την τοποθετούσαν πάνω σε μολυσμένα τραύματα.

Η επίδεση του τραύματος, ανεξάρτητα του βαθμού της σοβαρότητάς του, πραγματοποιείτο με ταινίες υφάσματος και μικρά καλάμια ή νάρθηκες κατασκευασμένους από ξύλο ή ναστόχαρτο.
Για την αιμόσταση των μεγάλων αγγείων χρησιμοποιείτο πυρακτωμένο σίδερο, για την αιμόσταση των τριχοειδών οινόπνευμα, ενώ για τον έλεγχο των αιμοπτύσεων λόγω τραυμάτων του θώρακα χορηγείτο ζεσταμένο κρασί αναμεμιγμένο με κοινό βούτυρο.

Τα φάρμακα, τα οποία χρησιμοποιούσαν οι επιστήμονες ιατροί και πολλοί από τους εμπειρικούς, ήταν κυρίως δρόγες (αλόη, θεριακή, κάρδαμο, κίνα, πιπερόριζα, σαμπούκο, σαρκοτρόφι, σίλφιο κ.ά.), η χρήση των οποίων ανάγεται στην εποχή του Διοσκουρίδη και η εντόπισή τους είναι εύκολη στη χλωρίδα της ελληνικής υπαίθρου. Ήταν, επίσης, ορισμένες φαρμακευτικές και χημικές ουσίες (άλας αψινθίας, βόραξ, γόμμα Αραβική, εμετική τρυξ, μίνιον, νίτριον, οξύμελι κ.ά.) και διάφορα σκευάσματα (balsamo di Tolu, elixir propriepatis, laudano di Barbaro κ.ά.), τα οποία προμηθεύονταν, όταν είχαν τη δυνατότητα, από την Κωνσταντινούπολη, τη Σμύρνη, τα Επτάνησα και την Τεργέστη.

Ολα τα παραπάνω αναδεικνύουν τις συνθήκες που επικρατούσαν κατά την περίοδο της επανάστασης του 1821 στο πεδίο της υγειονομικής περίθαλψης και φροντίδας των αγωνιστών της ελευθερίας. Για το λόγο αυτό η ευχή «Καλό βόλι» εξέφραζε, συν τοις άλλοις, και την επιθυμία για ένα γρήγορο, ανώδυνο και ηρωικό θάνατο.

Πηγές:
  • Χ. Βυζάντιος, Ιστορία των κατά την Ελληνικήν Επανάστασιν εκστρατείαν και μαχών, ων συμμετέσχεν ο τακτικός στρατός από του 1821 μέχρι του 1833, Αθήνα 1956.
  • Α. Αθανασόπουλος, Πελοποννήσιοι ιατροί κατά τον Ιερόν Αγώνα του 1821, Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά (1965).
  • Ε. Εμμανουήλ, Ιατροσόφια και Τσαρλατάνοι, Αρχεία Φαρμακευτικής (1938).

Διαβάστε επίσης
Πώς γινόταν η ιατροφαρμακευτική περίθαλψη στον Αγώνα του 1821 | MEDLABNEWS.GR

Πρώτη δημοσίευση: Μάρτιος 2013 — MEDLABNEWS.GR | Συγγραφέας: Αλέξανδρος Γιατζίδης

Τελευταία ουσιαστική ενημέρωση: 25 Μαρτίου 2026

Ιωάννης Βαρβάκης: η ζωή, η περιουσία και η μεγάλη προσφορά του στην Επανάσταση του 1821

του Αλέξανδρου Γιατζίδη, διευθυντή σύνταξης  medlabnews.gr iatrikanea

Ο Ιωάννης Βαρβάκης ήταν μία από τις πιο εμβληματικές μορφές του Ελληνισμού και ένας από τους μεγάλους εθνικούς ευεργέτες με ουσιαστική προσφορά στον Αγώνα του 1821. Το άρθρο παρουσιάζει ποιος ήταν, πώς δημιούργησε την περιουσία του και με ποιους τρόπους ενίσχυσε την Επανάσταση και τους Έλληνες αγωνιστές. Πολλά γράφτηκαν, για την ταινία του Γιάννη Σμαραγδή με τις διεθνείς συμμετοχές «Ο Θεός αγαπάει το Χαβιάρι». Πολλές κριτικές, άλλες καλές, άλλες κακές. Το σίγουρο είναι ότι είναι μια ταινία που γυρίστηκε μέσα στην οικονομική κρίση, με ό,τι συνεπάγεται αυτό και έχοντας αρκετές μεγαλεπήβολες βλέψεις. Βλέποντας την, επειδή δεν είναι βιογραφική, ούτε ντοκιμαντέρ, που αφορά την ζωή του Ιωάννη Βαρβάκη, σου αφήνει αρκετά ερωτηματικά, μια και στο δίωρο δεν προλαβαίνει να καλύψει όλα τα θέματα. 

Βλέπετε η ιστορία του Ψαριανού ευεργέτη Ιωάννη Βαρβάκη ήταν πρόσφορη να γίνει υπόθεση μυθιστορήματος μια και ξεκίνησε ως πειρατής και κατέληξε να κάνει το όνομά του τίτλο ευγενείας στην τσαρική Ρωσία. Έτσι θέλοντας να απαντήσω στα ερωτηματικά έψαξα λίγο την βιβλιογραφία και τα ευρήματά μου τα παραθέτω και σε εσάς.


Ο Ιωάννης Βαρβάκης γεννήθηκε στα Ψαρρά στις 24 Ιουνίου 1745 ή 1750. Υιός του Ανδρέα και της Μαρίας Λεοντή. Ο πατέρα του ήταν σπουδαίος καραβοκύρης. Ο μικρός Γιάννης ήταν γύρο στα οκτώ όταν ο πατέρας του άρχισε να του μαθαίνει τα της ναυτιλίας και στα δέκα του ήξερε κιόλας να πυροβολεί με πιστόλι τουφέκι και να χρησιμοποιεί το κανόνι του καραβιού.

Ο γιος του καπετάν Ανδρέα ξεκίνησε τη ναυτική ζωή ως ακόλουθος στο ιδιόκτητο καράβι του πατέρα του. Στα δεκαπέντε του ο πατέρας του τον έκανε συνέταιρο στο πλοίο καθώς διέθετε όλα τα απαραίτητα προσόντα ενός καπετάνιου. Με την οικονομική βοήθεια του πατέρα του στα δεκαεπτά ναυπήγησε το δικό του καράβι και έγινε και αυτός καραβοκύρης. Λόγω του μεγάλου κινδύνου των πειρατών, η «γαλιότα» του διέθετε πυροβόλα στη πλώρη της ενώ το πλήρωμά της ήταν καλά οπλισμένο.

Πως όμως ο Λεοντής έγινε Βαρβάκης; 

Στα Ψαρρά υπήρχαν και υπάρχουν πολλά πουλιά τα οποία έχουν μεγάλα και αυστηρά μάτια και ανήκουν σε είδος γερακιού ‘’ Ιέραξ ο οξύπτερος’’. Τα πουλιά αυτά οι Ψαριανοί τα ονόμαζαν και τα ονομάζουν ‘’Βαρβάκια’’. Οι συνομήλικοί του , βλέποντας τα μεγάλα και πολύ αυστηρά του μάτια, καθώς και την ορμητικότητα που τον χαρακτήριζε τον φώναζαν ‘’Βαρβάκι’’. Φαίνεται ότι η προσωνυμία του άρεσε και την διατήρησε ως επώνυμο. Έτσι πέρασε στην ιστορία με το όνομα Βαρβάκης και το επώνυμο του έγινε τίτλος ευγενείας την τσαρική Ρωσία.

Ο Βαρβάκης αρχικώς ασχολήθηκε με το εμπόριο μεταφέροντας εμπορεύματα, μετέπειτα όμως έδρασε, μαζί με τον αδελφό του Γεώργιο, ως πειρατής κουρσεύοντας τουρκικά πλοία.
Η δραστηριότητά του ως κουρσάρος ήταν πολύ επικίνδυνη διότι αν τον συλλαμβάνανε οι τουρκικές αρχές θα στρέφονταν και εναντίον της οικογένειάς του και φυσικά θα δημευόταν η περιουσία τους. Γι’ αυτό, με την παρότρυνση του πατέρα του, προνόησε και πούλησε ολόκληρη την πατρική του περιουσία. Τότε έβαλε καραβοκύρη στο πλοίο του τον αδελφό του και αγόρασε ένα πολεμικό καράβι με είκοσι κανόνια.

Ο Βαρβάκης, όπως και οι περισσότεροι Έλληνες που πολέμησαν στο πλευρό των Ρώσων στο Αιγαίο, από το 1770 έως το 1774. O Βαρβάκης συνάντησε στην Πελοπόννησο τον αντιναύαρχο του Ρωσικού στόλου στο ελληνικό αρχιπέλαγος, Αλέξιο Ορλώφ, και του εκμυστηρεύτηκε πως θέλει να λάβει μέρος στην εξέγερση που υποκινούσε, εξέγερση που έμεινε γνωστή στην ιστορία ως τα «Ορλωφικά». Οι Ρώσοι του έδωσαν τον βαθμό υποπλοιάρχου του ρωσικού ναυτικού και τη νύχτα της 26ης Ιουνίου του 1770 ο Βαρβάκης έπαιξε καθοριστικότατο ρόλο στη νικηφόρα ναυμαχία του Τσεσμέ. Αναδείχθηκε ως ο ήρωας της ναυμαχίας του Τσεσμέ γιατί δεν δίστασε να κάψει το δικό του πλοίο προκειμένου να επιτύχει την καταστροφή της τουρκικής αρμάδας.
Mετά τη λήξη του Τρίτου Ρωσσοτουρκικού πολέμου (1676-1878) και την υπογραφή της Συνθήκης του Κιουτσούκ Καϊναρτζή ο Βαρβάκης επέστρεψε στα Ψαρά,και συνέχισε την εμπορική και πειρατική του δραστηριότητα. Oι Οθωμανοί Χιώτες ζητούσαν έντονα από το διβάνι να επικηρυχθεί ο Βαρβάκης. Έτσι αφού οι Τουρκικές αρχές διέταξαν τη σύλληψή του, ο Βαρβάκης μην έχοντας άλλη επιλογή αποφάσισε να ξενιτευτεί. Θα πήγαινε να εγκατασταθεί σε κάποιο παρευξείνιο λιμάνι της Νότιας Ρωσίας προκειμένου να αναζητήσει μία καλύτερη τύχη. Κατά μία εκδοχή, οι τελωνειακοί εντόπισαν τον φυγά αφού πέρασε τον Ελλήσποντο. Το πλοίο του Βαρβάκη δημεύθηκε, ενώ ο ίδιος συνελήφθη και φυλακίστηκε στη χειρότερη φυλακή της Κωνσταντινούπολης, το Γεντί Κουλέ. Ως επιβεβαίωση του γεγονότος αυτού ήταν το κομμένο δεξί αυτί του, σημάδι ότι πέρασε από τη φυλακή αυτή. Η ρωσική πρεσβεία όμως μεσολάβησε και ο Βαρβάκης αφέθηκε ελεύθερος. Παράλληλα ανέλαβε να τακτοποιήσει τα χρέη του δανείου που είχε λάβει ο Βαρβάκης προτού αναχωρήσει από την πατρίδα του.
Με τη βοήθεια του Ρώσου πρέσβη Ρέπνιν ο Βαρβάκης φτάνει στην Οδησσό. Από εκεί, μόνος, διένυσε απόσταση 5.000 χιλιομέτρων πεζός και ανυπόδητος για την Αγία Πετρούπολη. Για καλή του τύχη εκεί συνάντησε κάποιους Έλληνες που τον έδωσαν δανεικά ρούχα και παπούτσια.
Αρχές του 1776 βρέθηκε στην Αγία Πετρούπολη, έχοντας μαζί του ιδιόχειρη συστατική επιστολή από το Ρέπνιν, και επιδίωξε να συναντήσει τον παραλήπτη της, δηλαδή το Νικήτα Ιβάνοβιτς Πάνιν, διπλωμάτη και αδιαμφισβήτητο αρχιτέκτονα της ρωσικής εξωτερικής πολιτικής κατά την εποχή αυτή, ο οποίος ταυτόχρονα ήταν και παιδαγωγός του Παύλου, γιου της Αικατερίνης Β΄. Ο Πάνιν πληροφορήθηκε από την επιστολή του Ρέπνιν για τη διακεκριμένη δράση και μαχητικότητα που είχε επιδείξει ο Βαρβάκης στο Αρχιπέλαγος, αλλά και για την ισχυρή βούλησή του να συνεχίσει τη στρατιωτική υπηρεσία στη Ρωσία. 

Με τη μεσολάβηση του Πάνιν, ο Βαρβάκης ήρθε σε επαφή με τον πανίσχυρο Ποτέμκιν (εραστή της Αικατερίνης).
Εκείνος του πρότεινε, στη βάση αμοιβαίου οφέλους, να μεταβεί στο Αστραχάν, που προβλεπόταν να αναδειχθεί σε κόμβο του κεντροασιατικού εμπορίου και σε ορμητήριο των ρωσικών εξορμήσεων στα περσικά εδάφη. Με γνώμονα τις προκαταρκτικές συζητήσεις ο Ποτέμκιν έκρινε σκόπιμο να παρουσιάσει το Βαρβάκη, σύμφωνα με την εθιμοταξία, ενώπιον της αυτοκράτειρας. Το αποτέλεσμα της ακρόασης, συνηγορούσης και της γνώμης του Ποτέμκιν, υπήρξε θετικότατο για το Βαρβάκη, καθώς έλαβε από την Αικατερίνη, ως επιβράβευση για τη δράση του και αποζημίωση για τις υλικές απώλειες που είχε υποστεί εξαιτίας του Ρωσο-οθωμανικού πολέμου, χίλια τσερβόντσι (1 χρυσό τσερβόνετς ισοδυναμούσε με 10 ρούβλια), το δικαίωμα για δεκαετή αφορολόγητη αλιεία και εμπορία ψαριών στην Κασπία. Αργότερα παρέλαβε και το πολεμικό του δίπλωμα, υπογεγραμμένο από την Αικατερίνη, με ημερομηνία 23 Δεκεμβρίου 1776.
Κορυφαία παράμετρος των συζητήσεων με τον Ποτέμκιν υπήρξε η μύησή του στο μυστικό σχέδιο της Κασπίας και η εμπιστευτική ανάθεση στο πρόσωπό του τμήματος της εκτέλεσης, καθήκον άκρως τιμητικό τόσο για τους ευγενείς όσο και για τους προερχόμενους από τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα.
Το χειμώνα του 1776 ο Βαρβάκης βρέθηκε προσωρινά εγκατεστημένος στο Κερτς (Κριμαία), όπου κατέπλευσε από τα ελληνικά ύδατα το καράβι του «Άγιος Νικόλαος», το οποίο με την έγκριση της αυτοκράτειρας εξαγοράστηκε από το κράτος έναντι ποσού 5.000 ρουβλιών. Εν συνεχεία έλαβε το εξοπλισμένο με δύο κανόνια πλοίο «Αετός» με πολεμοφόδια, έναν κανονιέρη και ένα ναύτη και αναχώρησε για το Αστραχάν. Αργότερα, το Μάιο του 1779 ναυπηγήθηκε για το Βαρβάκη πολεμικό πλοίο, πιστό αντίγραφο του «Αγίου Νικολάου», το οποίο κόστισε στο δημόσιο ταμείο 5.920 ρούβλια. Τότε ο Βαρβάκης παρέδωσε τον «Αετό» στο ναυαρχείο του Κερτς και επέστρεψε στο Αστραχάν.
Η επιλογή του Αστραχάν ως τόπου μόνιμης εγκατάστασης του Ιωάννη Βαρβάκη δεν υπαγορεύτηκε μόνο από τις ατομικές του προσδοκίες –πράγματι, η εποχή και η περιοχή άφηναν περιθώριο για κέρδος λόγω της μεγάλης ανάγκης σε πλοία και θαλασσινούς–, αλλά συναρτήθηκε με τους σημαντικούς στόχους της ρωσικής πολιτικής για ανάπτυξη εμπορικών σχέσεων με την Ασία. Η Αικατερίνη θεωρούσε πως η ένωση της Μαύρης Θάλασσας με την Κασπία και των δύο μαζί με τη Βόρεια Θάλασσα, καθώς και η διοχέτευση του μεγάλης κλίμακας εμπορίου της Κίνας και των Ανατολικών Ινδιών μέσω της Ταταρίας, θα σήμαιναν εξύψωση της Ρωσίας στο επίπεδο δύναμης ακόμα πιο ισχυρής ανάμεσα στα λοιπά κράτη της Ευρώπης και της Ασίας. Την εποχή αυτή η Κασπία είχε αναδειχθεί σε νευραλγικό, από άποψη γεωστρατηγικών συμφερόντων, τόπο για τη Ρωσία: ο πόλεμος της Αμερικανικής Ανεξαρτησίας και η αγγλογαλλική σύγκρουση επέβαλαν σε πολλές χώρες να αναζητήσουν νέους εμπορικούς δρόμους προς την Ινδία μέσω Περσίας, η οποία παρέμενε πολιτικά ασταθής καθώς σπαρασσόταν από συνεχείς εμφύλιους πολέμους και κατά συνέπεια η εξουσία του σάχη ήταν ανίσχυρη. Όμως, επειδή η Ρωσία σταθερά επιδίωκε να στρέψει το εμπόριο των Ανατολικών Ινδιών μέσω Κασπίας στο Βόλγα και εν συνεχεία στην Πετρούπολη, υπήρχε ανάγκη για έμπειρα πολεμικά και εμποροναυτικά στελέχη. Για την περίσταση αυτή επιλέχθηκε ο Α.Β. Σουβόροφ, που επιφορτίστηκε να χαρτογραφήσει τις χερσαίες παράκτιες οδούς και να αναδιοργανώσει τον πολεμικό στολίσκο της Κασπίας. Ως καταλληλότερος συνεργάτης του ορίστηκε ο Ιωάννης Βαρβάκης.
Η έλευση, αρχές φθινοπώρου 1776, του Βαρβάκη στο Αστραχάν προετοιμάστηκε από τον Ποτέμκιν, ο οποίος ως γενικός στρατιωτικός και πολιτικός διοικητής της Νεορωσίας φρόντισε ώστε ο κυβερνήτης του Αστραχάν Ι.Β. Γιάκομπι να λάβει τα διοριστήρια έγγραφα και να ενημερωθεί για την επικείμενη άφιξη. Την άφιξη του Βαρβάκη τη γνώριζε και ο Ρώσος πρόξενος στην Περσία Γκέοργκ Μερκ, ο οποίος βάσει οδηγιών του Κολεγίου του Εμπορίου όφειλε να στηρίζει τους σημαίνοντες υπό ρωσική σκέπη κεφαλαιούχους, να ενισχύει την εδραίωση του διαμετακομιστικού εμπορίου, την τήρηση των διμερών εμπορικών συμφωνιών, να συγκεντρώνει και να επεξεργάζεται χρήσιμες εμπορικές πληροφορίες, καθώς όλα αυτά προσπόριζαν μεγάλα κέρδη τόσο στο κράτος όσο και στους ιδιώτες επιχειρηματίες.
Οι ενέργειες του Ιωάννη Βαρβάκη, ιδίως τα πρώτα χρόνια (1776-1782) διαμονής του στο Αστραχάν, δεν περιορίστηκαν μόνο στη φροντίδα και οργάνωση «ατομικών» επιχειρηματικών δραστηριοτήτων, το κερδοφόρο εμπόριο στην Περσία και τα παρακάσπιά της υποτελή χανάτα, αλλά αποτελούν συγκαλυμμένη όψη και συνέχεια της θεσμικά επιβεβλημένης υπηρεσίας του προς το πρόσωπο της αυτοκράτειρας και κατά συνέπεια προς το ρωσικό κράτος.
Ο Βαρβάκης διεκπεραίωνε αρκετές αποστολές απολύτως σχετιζόμενες με τομείς της μυστικής διπλωματίας και της εμπορικής-στρατιωτικοπολιτικής κατασκοπείας, κινούμενος αποτελεσματικά με την κάλυψη της έντονης επιχειρηματικής κινητικότητας. Ήδη από το 1778 έπλεε στην Κασπία, ταχύτατα αποδείχθηκε άψογος γνώστης των νότιων ακτών της αλλά και των περσικών διαλέκτων, ενώ τα εξοπλισμένα με κανόνια εμπορικά πλοία του έμπαιναν στα περισσότερα περσικά λιμάνια. Καθώς στη χώρα, 61 χρόνια μετά τη δολοφονία του σάχη Ναδέρ (1747), συνέχιζε να βασιλεύει πλήρης αταξία, ο Βαρβάκης με αριστοτεχνική δεινότητα οικοδομούσε και συντηρούσε εξισορροπημένα σχέσεις εμπιστοσύνης με τους αλληλοσπαρασσόμενους για τη διεκδίκηση της κεντρικής εξουσίας τοπάρχες. Απότοκο των ικανοτήτων του υπήρξε και η εστεμμένη με επιτυχία επιχείρηση (1778) εξαγοράς «του Ρώσου αιχμαλώτου Μακάρ Ρομανόφ, γιου του Λάπτεβ, από την επαρχία της Βιάτσκα», ο οποίος στην πραγματικότητα ήταν ένας από τους «οφθαλμούς» του στην περσική χώρα.
Τον Απρίλιο του 1779 από το λιμάνι του Αστραχάν απέπλευσε για την Περσία ένα εμπορικό πλοίο, κυβερνήτης του οποίου ορίστηκε ο «Έλληνας απόστρατος καπετάνιος Βαρβάκης». Με εντολή της ρωσικής αρχής «μεταφέρει εργατικό προσωπικό, φορτίο προς διενέργεια εμπορίου, 6 πούτια (1 πούτι = 16,8 χιλιόγραμμα) πυρίτιδα για πυροβόλα όπλα» και την ετήσια χρηματαποστολή για το ρωσικό προξενείο στο Ρεστ. Με το τέλος του 1779 και εξαιτίας των αιματηρών ταραχών που ξέσπασαν στο Ρεστ, με το επακόλουθο πογκρόμ και την ολοσχερή πυρπόληση του προξενείου, ανατέθηκε στο Βαρβάκη η επιχείρηση απεγκλωβισμού του Ρώσου προξένου Ιβάν Βανσλόβ μαζί με όλο το διπλωματικό προσωπικό και η διάσωση των αρχείων. Ο Βαρβάκης κατόρθωσε να μεταφέρει ανθρώπους και προξενικό αρχείο με το ίδιο καράβι στο Αστραχάν. 

Όταν το Νοέμβρη του 1780 διορίστηκε ο νέος πρόξενος της Ρωσίας στην Περσία Ιβάν Βασίλεβιτς Τουμάνοφσκι, δεξί του χέρι τοποθετήθηκε «αόρατα» ο Ιωάννης Βαρβάκης. Εφοδιασμένος με ρωσικό διαβατήριο, ο «εμποροκαραβοκύρης» Βαρβάκης μαζί με τον «εργάτη του και ταριχευτή ιχθύων» ανθυπολοχαγό-πηδαλιούχο Βασίλι Σιζόφ κατάφερε κάτω από τη μύτη των Περσών να εκτελέσει το επίπονο έργο της ακριβούς και επιστημονικής βυθομέτρησης των ακτών. Επίσης, επωμίστηκε την ανιχνευτική διερεύνηση των περσικών ακτών για τον εντοπισμό υπήνεμου σημείου, ασφαλούς, απροσπέλαστου από επιδρομές ορεσίβιων ή θαλάσσιων ληστών, ώστε βάσει των τεκμηριωμένων υποδείξεών του να δυνηθεί το Κολέγιο Εμπορίου στην Πετρούπολη να επιλέξει τον προσφορότερο τόπο για την οικιστική εγκατάσταση της ρωσικής διπλωματικής αρχής μαζί με τον ελλιμενισμό φρουρούμενων εμπορικών πλοίων. Απώτερος σκοπός ήταν η διενέργεια ασφαλούς εμπορίου υπό την προστασία νηοπομπής. Μάλιστα ο Βαρβάκης πρότεινε ως καταλληλότερο το Αστραμπάντ (σημερινό Γκοργκάν).
Ο Βαρβάκης, καθώς από το 1776 γνώριζε για το απόρρητο σχέδιο του Ποτέμκιν που απέβλεπε στη δημιουργία φακτορίας (Εμπορικός φρουρούμενος σταθμός Ευρωπαίων εμπόρων σε υποτελή ή αποικιακή χώρα και κατ’ επέκταση τόπος εμπορικού εφοδιασμού), «χωρίς τυμπανοκρουσίες» συνεργαζόταν στενότατα με τους Σουβόροφ και Τουμάνοφσκι. Με άκρα συνωμοτικότητα οργάνωνε και συντόνιζε τα δίκτυα πληροφόρησης, τα οποία επιτυχώς εξακτίνωνε μεταξύ αλλογενών, κυρίως Αρμένιων, Ινδών και Τατάρων εμπόρων που εμπορεύονταν στα περσικά εδάφη. Ως γνώστης πολλών παραμέτρων των περσικών υποθέσεων προλείαινε το έδαφος και καλλιεργούσε περαιτέρω κλίμα εμπιστοσύνης, άλλοτε ειρηνεύοντας και άλλοτε υποδαυλίζοντας τις τοπικές έχθρες, με μοναδικό σκοπό πάντα την ωφέλεια των ρωσικών συμφερόντων. Ο Βαρβάκης, αμέσως μετά την επιστροφή του από την Περσία, χωρίς να ενημερώσει τον Σουβόροβ, αναχώρησε εσπευσμένα στην Πετρούπολη (1780), όπου τον κάλεσε ο Ποτέμκιν.
Η έλευση του Βαρβάκη στην Πετρούπολη (1780) είχε αποκλειστικό αντικείμενο την ενεργοποίηση της τελικής φάσης του σχεδίου της μυστικής ναυτικής αποστολής που αφορούσε την κάθοδο στολίσκου στην Κασπία. Ο Βαρβάκης συναντήθηκε με τον Ποτέμκιν, τον κόμη Ιβάν Γκριγκόρεβιτς Τσερνισόβ, που διηύθυνε το Κολέγιο του Ναυαρχείου και στου οποίου το ιδιωτικό μέγαρο-κατοικία πραγματοποιήθηκαν όλες οι μυστικές συζητήσεις για τις τελικές λεπτομέρειες του σχεδίου, και τον αντιπλοίαρχο Μάρκο Ιβάνοβιτς Βοϊνόβιτς, ο οποίος ορίστηκε διοικητής του στολίσκου της Κασπίας. Ο Μαυροβούνιος και πρώην υπήκοος της Βενετίας κόμης Βοϊνόβιτς ήταν παλαιός γνώριμος του Βαρβάκη από τα χρόνια του Ρωσο-οθωμανικού πολέμου. Ο δε αδελφός του Ιβάν Βοϊνόβιτς συμμετείχε μαζί με το Βαρβάκη στη ναυμαχία του Τσεσμέ.
Την 11η Ιουνίου 1781 στο Αστραχάν κατήλθε ο στολίσκος υπό το Μάρκο Βοϊνόβιτς και μαζί επέστρεψε ο Βαρβάκης, που ήδη έχει οριστεί επίσημος διερμηνέας της αποστολής, καθώς γνώριζε τουρκικά και περσικά. Στη δύναμη του στολίσκου συνενώθηκαν ενισχυτικά και τα δέκα ημιπολεμικά-εμπορικά πλοία του Βαρβάκη, τα οποία είχαν ναυπηγηθεί με πόρους του δημόσιου ταμείου και εκτός των πολεμοφοδίων μετέφεραν και μεγάλα φορτία σιδήρου για τη διενέργεια εμπορίου με τους Πέρσες.
Ο ρόλος του Βαρβάκη στη μυστική θαλάσσια αποστολή του 1780 υπήρξε κομβικός: Πλοήγησε με ασφάλεια το στολίσκο, οργάνωσε εν πλω ναυτικούς ελιγμούς και ασκήσεις κανονιοβολισμών, καθοδήγησε την επιστημονική ομάδα που ασχολούνταν με την επιτόπια διόρθωση των παλαιών αγγλικών χαρτών, τις βυθομετρήσεις, τις υδρολογικές έρευνες, την παρατήρηση και περιγραφή της χλωρίδας και της πανίδας. Επίσης υπέδειξε τα σημεία στα οποία είχε εντοπίσει πετρελαιοφόρα κοιτάσματα (το περιζήτητο για τους Ρώσους «μαύρο βούτυρο» των Τουρκμένων) και οζοκηρίτη (ορυκτό που μοιάζει με κερί) και, τέλος, οδήγησε τον Βοϊνόβιτς μέχρι τον κόλπο του Αστραμπάντ. Ο Βαρβάκης υποστήριζε, βάσει των προηγούμενων ανιχνευτικών αυτοψιών του, τόσο τη γεωγραφική καταλληλότητα του τόπου όσο και την πολιτική, καθώς είχε εξασφαλίσει από το Αστραμπάντ προκαταρκτική συμφωνία υποβοήθησης των Ρώσων ώστε να εγκαταστήσουν την εμπορική τους φακτορία.
Καθώς ο Βοϊνόβιτς ετοιμαζόταν να αρχίσει επίσημες πια συνομιλίες με το χαν του Αστραμπάντ Αγά Μαχμέντ, προέκυψε ότι αυτός βρισκόταν στο Ισπαχάν σε πολεμική εκστρατεία εναντίον του χαν Αλή Μουράτ. Τότε στάλθηκε ο Ιωάννης Βαρβάκης εφοδιασμένος με επίσημα έγγραφα, προς αναζήτηση του χαν του Αστραμπάντ, τον οποίο και εντόπισε στρατοπεδευμένο κοντά στην πόλη Κασμπίν. Το αποτέλεσμα της συνάντησης ήταν για τη ρωσική πλευρά ικανοποιητικό, καθώς ο Βαρβάκης το Σεπτέμβρη επέστρεψε στο Αστραμπάντ κομίζοντας στο Βοϊνόβιτς το γραπτό μήνυμα του χαν, στο οποίο διατύπωνε τη θέλησή του για συνομολόγηση συμφώνου φιλίας με τη Ρωσία και την παραχώρηση τμήματος του κόλπου του Αστραμπάντ στην αυτοκράτειρα της Ρωσίας.
Ο Μάρκος Βοϊνόβιτς σε αγαστή συνεργασία με το Βαρβάκη προέβη στη δημιουργία των απαραίτητων υποδομών: κοντά στην ακτή οικοδομήθηκαν στρατώνες, λουτρά, φούρνοι, λοιμοκαθαρτήριο - λαζαρέτο και αποθήκες, τα οποία περιτοιχίστηκαν από οχυρωματικά αναχώματα και τάφρους, χτίστηκαν πυροβολεία, διαμορφώθηκε αποβάθρα. Με τα έργα αυτά ο τόπος ταχύτατα αναδείχθηκε σε σφίζοντα εμπορικό κόμβο. Ο Βοϊνόβιτς ενημέρωσε το Αστραχάν και την Πετρούπολη για την εκπληκτική πρόοδο των εργασιών και την ευόδωση του σχεδίου ζητώντας να επιτραπεί η ανάρτηση της ρωσικής σημαίας στη φακτορία.
Όμως το πολύμοχθο, πολυδάπανο εγχείρημα θα έχει τραγική κατάληξη, διότι ο Αγά Μαχμέντ Χαν υπαναχώρησε από τις υποσχέσεις του και, με εντολή του, ισχυρή στρατιωτική δύναμη επιτέθηκε και αιχμαλώτισε το Βοϊνόβιτς με 50 Ρώσους αξιωματούχους, στρατιώτες και «εμπόρους», διατάζοντας παράλληλα την εκ βάθρων κατεδάφιση των οικοδομημάτων, τον απόπλου του στολίσκου και την ολική εκκένωση και εγκατάλειψη του τόπου.
Ο Βαρβάκης έσωσε την τιμή της Ρωσίας καθώς ανέλαβε να απελευθερώσει το Βοϊνόβιτς και τους υπόλοιπους αιχμαλώτους. Χρησιμοποιώντας συνδυαστικά διαπροσωπικές σχέσεις, εμπιστευτικές συνομιλίες και πρακτικές δωροδοκίας, το παράτολμο εγχείρημα του Βαρβάκη είχε επιτυχή κατάληξη: Την 1η Ιανουαρίου 1782 επέστρεψε με τους απελευθερωμένους αιχμαλώτους στο Αστραμπάντ, όπου εκείνες τις ημέρες έχει φθάσει από την Πετρούπολη και η άδεια για την ύψωση της σημαίας στη φακτορία που εν τω μεταξύ είχε διαλυθεί.
Την 8η Ιουλίου 1782 ο στολίσκος, εν τέλει, αγκυροβόλησε στο Αστραχάν. Ο Βοϊνόβιτς επέστρεψε στην Πετρούπολη. Παρά το γεγονός της ανεπιτυχούς κατάληξης του σχεδίου του Ποτέμκιν, έτυχε επιβράβευσης από την Αικατερίνη και συνέχισε την ανοδική καριέρα του στο ρωσικό στόλο.
Η καίρια σύμπραξη του Ιωάννη Βαρβάκη στη στρατιωτική αποστολή του 1781/1782, στην οποία «χρησιμοποιήθηκε για όλες τις προφορικές συνομιλίες με τους Πέρσες κυρίαρχους», αναγνωρίστηκε με εύφημο μνεία και προαγωγή στο στρατιωτικό αξίωμα όγδοης τάξης, με βαθμό «σεκούντ μαγιόρ» (δεύτερος ταγματάρχης).
Με την πάροδο 15 χρόνων από την «ατυχή» έκβαση της μυστικής αποστολής, η Αικατερίνη κήρυξε πόλεμο στην Περσία (Ιανουάριος 1796) με πρόσχημα την «προσβολή» που είχε υποστεί ο Βοϊνόβιτς. Πραγματική αιτία του πολέμου ήταν η εισβολή των Περσών στη Γεωργία, την οποία η Ρωσία θεωρούσε προστατευόμενη χώρα. Ο Βαρβάκης στο μεσοδιάστημα αυτό εδραίωσε το εμπόριο του στην Περσία, τηρώντας σχολαστικά τους υφιστάμενους κανονισμούς, ενώ ουδόλως είχε απομακρυνθεί από την προσεκτική παρακολούθηση των περσικών υποθέσεων. Στη νέα πολιτικοστρατιωτική κατάσταση έγινε ο έμπιστος βοηθός και μυστικοσύμβουλος του Βαλεριάν Ζούμποφ, νεότατου αρχιστράτηγου των ρωσικών δυνάμεων στην εκστρατεία της Περσίας, τον οποίο μάλιστα και φιλοξενούσε στην οικία του. Για τις ανάγκες του πολέμου στην Περσία ο Βαρβάκης έκλεισε συμφωνία με το κράτος, στο οποίο εκμίσθωνε 10 εξοπλισμένα φορτηγά πλοία για τη μεταφορά πολεμοφοδίων και τροφοδοσίας προκειμένου να καλυφθούν οι ανάγκες επισιτισμού 35.000 στρατιωτών. Από την επιχείρηση αυτή ο Βαρβάκης υπέστη σοβαρή οικονομική ζημία εξαιτίας του θανάτου της Αικατερίνης (1796) και της επακόλουθης απόσυρσης των στρατευμάτων (1797) από το διάδοχο και γιο της Παύλο. Ωστόσο κατά τη διάρκεια των επακόλουθων ρωσοπερσικών συγκρούσεων (1804-1813) ο Βαρβάκης κατόρθωσε να εξισορροπήσει τις οικονομικές απώλειες, καθώς ανέλαβε, βάσει νέων συμφωνιών με τις κρατικές αρχές, την τροφοδοσία σε πολεμοφόδια και διάφορα είδη επισιτισμού.

Ο επιχειρηματίας - έμπορος Βαρβάκης

Στο Αστραχάν, ο Βαρβάκης, στην αρχή, δεν είχε την παραμικρή ιδέα για το πώς θα μπορούσε να αξιοποιήσει την άδεια αλιείας και αντί να ασχοληθεί με το ψάρεμα αγόρασε ένα αποστακτήριο, με στόχο να φτιάχνει κρασί από τα γλυκά σταφύλια της στέπας. Τότε ήταν που γνωρίστηκε με έναν έμπορο από το Αστραχάν, τον Πιοτόρ Σεμιόνοβιτς Σαπόζνικοφ, ο οποίος τον προέτρεψε να ασχοληθεί με την αλιεία.
Ικανός να κτίζει μεγάλα, αξιόπλοα και προηγμένα καράβια και να ξανοίγεται στη θάλασσα, ο Βαρβάκης ήταν εκτός συναγωνισμού απέναντι στους μικρομεσαίους παράκτιους Ρώσους ψαράδες. Στη βόρεια Κασπία η «επιχείρηση αλιεία» απέδωσε καρπούς.  Πίστεψε πως η πιο σωστή επένδυση των χρημάτων του ήταν να αγοράσει ιχθυότοπους και να εκμεταλλευτεί τα ειδικά προνόμια αλιείας που είχε στα χέρια του. Τα πλοία του Βαρβάκη φορτώνονταν με οξύρρυγχους, λευκούς σολομούς, μεγάλους λούτσους κι άλλα πολύτιμα ψάρια. Τόσο κατά τη διάρκεια όσο και με τη λήξη της αποστολής του 1781-1782, ο Βαρβάκης αδιάλειπτα και συστηματικά ασχολήθηκε και διηύθυνε τις επιχειρηματικές υποθέσεις του, οι οποίες σχετίζονται με την ενοικίαση αμπελώνων, την εμπορία κρασιού και την απόσταξη οινοπνευματωδών (ρακί, βότκα), την κεραμοποιία, την εκμετάλλευση αλυκών και το εμπόριο αλατιού, την πλοιοκτησία και τις θαλάσσιες-ποτάμιες μεταφορές (ως πλοιοκτήτης 10 μεταφορικών πλοίων)
Αυτό που θα τον έκανε πραγματικά βαθύπλουτο ήταν η πρώτη εμπορική εκμετάλλευση του χαβιαριού. Σε ένα από τα ταξίδια του δοκίμασε χαβιάρι που τον φίλεψαν Ρώσοι χωρικοί. Το ίκρα (σημερινό χαβιάρι) το τρώγανε οι ντόπιοι ψαράδες αλλά δεν μπορούσαν να το εξάγουν γιατί ήταν πολύ ευαίσθητο στη διατήρησή του. Έχοντας στο μυαλό του το πάθος των Ελλήνων για το αυγοτάραχο, κατάλαβε αμέσως με ποιον τρόπο θα μπορούσε να βγάλει πολλά χρήματα από την άδεια της Αικατερίνης - εξάγοντας χαβιάρι. Όμως αντιμετώπιζε κι εκείνος το ίδιο πρόβλημα που φρέναρε τους Ιταλούς εμπόρους αρκετούς αιώνες νωρίτερα: αυτό το τόσο ευαίσθητο έδεσμα ήταν αδύνατον να ταξιδέψει για καιρό μέσα στα ξύλινα κασόνια της εποχής - όσο καλά παστωμένο κι αν ήταν. Φέρνοντας ο Βαρβάκης ειδικούς κατάφερε να βρει τον τρόπο για να συντηρηθεί δίχως να αλλοιωθεί η γεύση του. Η λύση βρέθηκε. Ήταν κιβώτια από ξύλα φλαμουριάς τα οποία δεν προκαλούσαν αλλοιώσεις στα πολύτιμα αυγά, ήταν απόλυτα στεγανά κι έτσι διατηρούσαν σε πολύ καλή κατάσταση το φορτίο που πάνω σε καμήλες ή φορτωμένο σε ιστιοφόρα ταξίδευε τον Βόλγα για να φτάσει από το Αστραχάν στην Ελλάδα.
 Επίσης έβαλε να σκάψουν μικρές βαθιές σπηλιές στο βουνό και έτσι το χαβιάρι διατηρούνταν στην ιδανική θερμοκρασία ακόμη και κατά τους θερινούς μήνες. Δημιουργώντας ένα δίκτυο εμπορίου λάνσαρε το χαβιάρι ως ακριβό έδεσμα κάνοντας το παγκόσμια μόδα. Το χαβιάρι λοιπόν είναι προϊόν της ελληνικής ευφυΐας του πολυτάλαντου Ιωάννη Βαρβάκη και καθότι έρχεται εκ των σπηλαίων ονομάστηκε χαβιάρι (cave à caviar).
Μέχρι το 1788 η επιχείρηση του Βαρβάκη έκανε χρυσές δουλειές και απασχολούσε περισσότερους από 3.000 εργάτες για την επεξεργασία και το πακετάρισμα των αυγών του οξύρρυγχου. Από το 1812 βρέθηκε στο Ταγκανρόγκ.
Στις κοινωνικές του συναναστροφές υπήρξε χαρισματικός, με πανθομολογούμενη απήχηση στον αστικό και αγροτικό περίγυρο. Τον διέκρινε εξαιρετική ικανότητα διείσδυσης και προσαρμοστικότητας στα ετερογενή περιβάλλοντα της σύνθετης εθνολογικά πληθυσμιακής διαστρωμάτωσης της πόλης, που περιλάμβανε εκπροσώπους από το περιβάλλον των εμπόρων, των επαγγελματιών, των τεχνιτών, των εργατών, των κρατικών υπαλλήλων, των δημόσιων λειτουργών, των στρατιωτικών και των ευγενών. Στον ευρύτερο κύκλο των γνωριμιών του συγκαταλέγονται σημαίνοντες στρατιωτικοί, πολιτικοί, διοικητικοί αξιωματούχοι, εκκλησιαστικοί ιεράρχες διάφορων δογμάτων, οικονομικοί παράγοντες, επιστήμονες και λόγιοι. Φιλία τον συνέδεσε με τους λόγιους αρχιεπισκόπους Αστραχανίου Νικηφόρο Θεοτόκη, Πλάτωνα Λιουμπάρσκι, Αναστάσιο Μπρατανόφσκι, τον κυβερνήτη και γόνο παλαιού αριστοκρατικού γένους της Πετρούπολης Μιχαήλ Ζούμποφ, τον Ιταλό υπήκοο Αυστρίας Αλέξανδρο Ντίγκμπι, αρχιτέκτονα του σχεδίου της πόλης και πολλών δημόσιων και ιδιωτικών οικοδομημάτων, και το βαθύπλουτο και φιλάνθρωπο αλλά και σταθερό συνεταίρο του σε αρκετές επιχειρήσεις μεγαλέμπορο Πέτρο Σαπόζνικοφ, κάτοχο εντυπωσιακής αυτοδίδακτης μόρφωσης, φιλότεχνο με εξαιρετική συλλογή έργων ζωγραφικής, ανάμεσα στα οποία συγκαταλεγόταν και η πασίγνωστη σήμερα Μαντόνα Μπενουά του Λεονάρντο ντα Βίντσι. Ο Ιωάννης Βαρβάκης υπήρξε στενότατος φίλος του Δημητρίου Αγάθη, απόφοιτου των πανεπιστημίων Πίζας και Πάδοβας και μέλους των φερώνυμων Ακαδημιών, ο οποίος υπηρετούσε ως διευθυντής του Γενικού Δημόσιου Σχολείου. Ο Αγάθης διέθετε ουμανιστική παιδεία, οξυμένη κοινωνική προβληματική και χρημάτισε διακεκριμένο μέλος του κλειστού προοδευτικού πνευματικού κύκλου «Φίλοι της ανθρωπότητας», στον οποίο συμμετείχαν κρατικοί, στρατιωτικοί αξιωματούχοι και έμποροι επηρεασμένοι από τα κηρύγματα του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού. Η στενή ανάμειξη του Ιωάννη Βαρβάκη με τους «Φίλους της ανθρωπότητας» συντέλεσε αποφασιστικά στην ανύψωση του μορφωτικού του επιπέδου και στην ιδεολογική του συγκρότηση.  Η ζύμωση του Βαρβάκη με τα καλλιεργημένα κοινωνικά-μορφωτικά περιβάλλοντα συνέτεινε στην εγκόλπωση της ιδέας και πρακτικής για τον κοινωνικό αλτρουισμό, στο ενδιαφέρον για την ατομική-συλλογική διαφωτιστική αναβάθμιση μέσω της παιδείας, του θεάτρου, της μουσικής και της τέχνης.
Και από το 1815 εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στο Ταϊγάνι, όπου μετέφερε όλη σχεδόν την κινητή περιουσία του,για να βρίσκεται κοντά στην Οδησσό κέντρο της Φιλικής Εταιρίας της οποίας υπήρξε ηγετικό μέλος και χρηματοδότης. Είναι ο μόνος που στα έγγραφά της αποκαλείται με το όνομά του. Είχε δώσει εν τω μεταξύ μέρος από την τεράστια περιουσία του για κοινωφελή έργα στη Ρωσία (νοσοκομεία, γέφυρες, διώρυγες) επίσης χρηματοδότησε την ανέγερση διδακτηρίου στη Σινασό, την παλιά Ναζιανζό, πατρίδα του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου και γι' αυτό παρασημοφορήθηκε από τον Τσάρο και του δόθηκε και τίτλος ευγένειας με το επίθετο Κομνηνός Βαρβάκης. Στο Ταγκανρόγκ έκτισε σχολείο όπου φοίτησε ο Ρώσος συγγραφέας Άντον Τσέχωφ. Κατασκεύασε τα Βαρβάκεια Λουτρά και το 1809 την περιώνυμη Βαρβάκειο Διώρυγα του Αστραχάν, έργο μνημειώδες. Στα εγκαίνια της διώρυγας ο Βαρβάκης την βάφτισε «Κανάλι του Αστραχάν», όμως ο λαός απαίτησε να ονομάζεται «Κανάλι του Βαρβάκη», όνομα που διατηρεί ως σήμερα.
Ως ένδειξη ευγνωμοσύνης απέναντι στην τσαρίνα τροφοδοτούσε δωρεάν με χαβιάρι τη τσαρική αυλή, ενώ αιτήθηκε το δέκατο των κερδών του να δίδεται ως φόρος στο κυβερνείο του Αστραχάν.
Σε μία εποχή που η δουλεμπορία ανθούσε στη Ρωσία, ο Βαρβάκης για ανθρωπιστικούς λόγους δεν ήθελε να έχει κανέναν σκλάβο στην ιδιοκτησία του.
Ο Ιωάννης Βαρβάκης πρόσφερε πάρα πολλά στον Αγώνα πριν και κατά την περίοδο της Ελληνικής Επανάστασης. Αρχικά βοήθησε με πάρα πολλούς τρόπους τις ελληνικές κοινότητες στη Ρωσία και ιδιαίτερα την κοινότητα της πόλης που έμενε. Από την τσαρική κυβέρνηση μαζί με το παράσημο είχε ανακηρυχτεί αρχηγός των ευγενών του Αστραχάν. Αυτός ο τίτλος, εκτός από την περιουσία του, συντέλεσε, ώστε να έχει μεγάλη επιρροή στους κύκλους των Ρώσων ευγενών.
Όταν ξέσπασε η επανάσταση ο Βαρβάκης ήταν γέρος άνω των εβδομήντα πέντε ετών. Ο Βαρβάκης με έξοδα δικά του εξόπλισε τους ομογενείς που πολεμούσαν με τον Αλέξανδρο Υψηλάντη. Επίσης μέσω του Πατριαρχείου κατάφερε να εξαγοράσει πάρα πολλούς Έλληνες αιχμαλώτους. Ο Βαρβάκης πάνω απ' όλο βοήθησε τον αγώνα των Ψαριανών, των συμπατριωτών του. Έστειλε τρόφιμα και διάφορα άλλα εφόδια. Η οικονομική εισφορά του Ιωάννη Βαρβάκη για την υποστήριξη των διαφωτιστικών και εκπαιδευτικών αναγκών του έθνους και για την παροχή των αναγκαίων εφοδίων σε οπλισμό, πυρομαχικά, εξοπλισμό πλοίων, τροφοδοσία και επισιτισμό των αγωνιζομένων στη Μολδοβλαχία και την Ελλάδα υπήρξε απαράμιλλα μεγαλειώδης.
Μετά την καταστροφή των Ψαρών, το 1824, ήρθε στην Ελλάδα, για να βοηθήσει με κάθε μέσο τους πρόσφυγες. Όταν όμως επέστρεψε είδε μόνο ερείπια που απέμειναν από το ολοκαύτωμα της Ολόμαυρης Ράχης στις 22 Ιουνίου του 1824. Απογοητεύτηκε όταν έμαθε πως ο Αδαμάντιος Κοραής είχε εναντιωθεί στο πολιτικό έργο του Καποδίστρια. Πόσο μάλλον απογοητεύτηκε όταν ο Μαυροκορδάτος τον στιγμάτισε ως πράκτορα των Ρώσων… Βλέποντας τους καπήλους του εμφύλιου σπαραγμού καταρρακώθηκε. Ήδη από το 1824 προέβλεπε την ανάγκη δημιουργίας σχολής στην πρωτεύουσα του νεοσύστατου τότε ελληνικού κράτους.
Ο Βαρβάκης πέθανε στις 10 Ιανουαρίου 1825 στο λοιμοκαθαρτήριο της Ζακύνθου σε ηλικία 82 ετών, όπου και ετάφη.
Ήδη από τον Μάιο του 1824 ο Ιωάννης Βαρβάκης είχε αφήσει με διαθήκη του 700 χιλιάδες ρούβλια για την ανέγερση Γυμνασίου στην πρωτεύουσα του κράτους και
επιπλέον 300 χιλιάδες ρούβλια για
 τη δημιουργία Ναυτικού Λυκείου.
 Η κόρη του, μετά τον θάνατο του πατέρα της , απαιτεί από τους εκτελεστές της διαθήκης να παραδώσουν σε αυτήν ολόκληρη την περιουσία του πατέρα της. Εκείνοι όμως καταφέρνουν να επικυρώσουν τη διαθήκη και να στείλουν και ένα μικρό μέρος της στον Ιωάννη Καποδίστρια για δημιουργία σχολείου στο Άργος (το Ναύπλιο ήταν τότε πρωτεύουσα).
Μετά από πολλές παλινωδίες το υπόλοιπο μέρος της διαθήκης φθάνει στην Αθήνα επί Όθωνος. Σε συνεργασία με τον Έλληνα πρόξενο στη Ρωσία το κληροδότημα μεταφέρεται στην Εθνική Τράπεζα και δημιουργείται επιτροπή διαχείρισης και ανέγερσης. Σταδιακά η ιδέα για τα δυο σχολεία μετατρέπεται ως δημιουργία ενός μεγάλου πρότυπου εκπαιδευτηρίου. Τότε από τις εφημερίδες του δίνεται και η ονομασία Βαρβάκειο. Αυτό θα έχει ίδιο σχεδόν πρόγραμμα με τα υπόλοιπα σχολεία, με την διαφορά ότι ψαριανοί μαθητές που θα φοιτούν επιτυχώς σε αυτό θα λαμβάνουν στη συνέχεια υποτροφία για ναυτική εκπαίδευση στο εξωτερικό.
Η επιτροπή για την ανέγερση του Βαρβακείου είχε επιλέξει αρχικά ένα οικόπεδο πίσω από το Οφθαλμιατρείο. Ωστόσο, ο χώρος θεωρήθηκε ακατάλληλος γιατί θα συγκεντρώνονταν σε μικρή απόσταση δυο εκπαιδευτήρια. Προτείνεται τότε ένα εκτεταμένο δημόσιο οικόπεδο (που άλλοτε άνηκε στον ιεραπόστολο ι. Κίνγκ) με το όνομα «Φιλαδέλφεια» πλησίον της οδού Αθηνάς. Η θέση θεωρείται προνομιακή προκειμένου να μπορούν να το προσεγγίσουν οι μαθητές του με ευκολία. Όμως κανένας δεν προβληματίστηκε τότε για την γειτνίαση του με δεκάδες εμπορικούς πάγκους.
Το σχέδιο κατασκευής ανέλαβε ο αρχιτέκτονας Παναγιώτης Κάλκος. Η θεμελίωση έγινε τον Απρίλιο του 1857 με την τελετή να χαρακτηρίζεται μεγαλειώδεις. Τα εγκαίνια του σχολείου και η λειτουργία του ξεκινάει το 1859. Το κτήριο ήταν διώροφο και ακολουθούσε έναν αυστηρό νεοκλασικό ρυθμό, με πλαστικό στοιχείο στο πρόπυλο που περιελάμβανε ιωνικούς κίονες. Το 1865 η επιτροπή με τα υπόλοιπα χρήματα του κληροδοτήματος αγοράζει τα γύρω από το σχολείο οικόπεδα με σκοπό να επεκταθεί το διδακτήριο.
Την εποχή εκείνη η κεντρική αγορά της Αθήνας εξακολουθεί να στεγάζεται σε ξύλινα παραπήγματα, τα περισσότερα κατάλοιπα από την οθωμανική περίοδο. Κάποια χτίζονται από τον Καλλέργη και νοικιάζονται από τον Δήμο ένεκα μικρού τιμήματος. Το 1860 με το νέο σχέδιο πόλης είχε προταθεί να απομακρυνθεί από την περιοχή η δημοτική αγορά προκειμένου να γίνουν αρχαιολογικές ανασκαφές. Το 1870 το Δημοτικό Συμβούλιο εγκαταλείπει την πρόταση για μετεγκατάσταση της αγορά αφενός λόγω έλλειψης χρημάτων για απαλλοτριώσεις και χώρου, αλλά κυρίως λόγω της αποκαλούμενης «καταστροφής πολλών συμφερόντων». Όπως ήταν φυσικό η αγορά παρέμεινε ως είχε σηκώνοντας το βάρος της λαϊκής κατανάλωσης. Στην αντίπερα όχθη η Ερμού και η Αιόλου υποδέχονται τα πρώτα μικρά και μεγάλα εμπορικά καταστήματα και την αστική τάξη της πόλης. Το 1876 ο Δήμος Αθηναίων εκδίδει ψήφισμα για την ανέγερση σύγχρονης αγοράς με την κατάργηση της πλατείας που υπήρχε εκεί. Τελικά η δημοτική Αγορά ολοκληρώθηκε με πολλές οικονομικές δυσκολίες το 1884.
Το κτίριο της αγοράς έχει συμμετρική ορθογωνισμένη κάτοψη και μεγάλη στεγασμένη κεντρική εσωτερική αυλή. Περιλαμβάνει 73 καταστήματα που άλλα είναι εσωτερικά και άλλα εξωτερικά. Η μορφή της είναι έντονα επηρεασμένη από κεντρικές αγορές της Ιταλίας. Η λειτουργία της κεντρικής δημοτικής αγοράς θα δώσει χρώμα στην οδό Αθηνάς και θα γεμίσει τον χώρο γύρω από τα σκαλιά του Βαρβακείου με παράγκες μικροπωλητών. Αν και η διοίκηση του σχολείου επιθυμούσε να καθαρίσει ο χώρος γύρω από το εκπαιδευτήριο από μικροπωλητές, κάτι τέτοιο φάνηκε ακατόρθωτο. Σε σημείο που ο δήμαρχος Κ. Κοτζιάς αναγκάστηκε το 1939 να προωθήσει αναγκαστικό νόμο για την εκποίηση του οικοπέδου του σχολείου και την μετεγκατάστασή του σε άλλον χώρο.
Η κατοχή παγώνει τα μεγαλόπνοα σχέδια. Το Βαρβάκειο φιλοξενεί για μεγάλη περίοδο άστεγους από τον βομβαρδισμό του Πειραιά. Στα Δεκεμβριανά το κτίριο πυρπολείται ολοσχερώς. Παρά τις αντιρρήσεις των αρχιτεκτόνων, το κτίριο αρχίζει να κατεδαφίζεται στις αρχές του 1950, θεωρώντας ότι έχει κλείσει τον κύκλο χρήσης του. Το Βαρβάκειο για μια περίοδο συστεγάζεται με άλλα σχολεία ώσπου να εγκατασταθεί στα τωρινά του κτίρια στο Ψυχικό.
Το πρότυπο σχολείο μπορεί να έφυγε από την Αθηνά όμως παρέμεινε ένα ισχυρό τοπόσημο για την πόλη. Η Κεντρική Αγορά της Αθήνας αποκαλείται από την αρχή της δημιουργίας της Βαρβάκειος χωρίς να έχει καμία σχέση φυσικά με τον συνώνυμό της. Ίσως όμως θέλει να τιμήσει έτσι τον πολυμήχανο Έλληνα έμπορο. Ή να πάρει λίγο από το επιχειρηματικό του πνεύμα η καρδιά του αθηναϊκού εμπορίου.
Βέβαια ο εθνικός ευεργέτης Ι. Βαρβάκης δεν τιμάται μόνο εθιμικά στην Δημοτική Αγορά. Αλλά και στον κεντρικό Κήπο του Ζάππειο με τον περίφημο ανδριάντα του. Για την κατασκευή του το 1872 η κυβέρνηση είχε αναθέσει την φιλοτέχνηση στον γλύπτη Λ. Δρόση έναντι ποσού 85 χιλιάδων δραχμών. Τα επίσημα αποκαλυπτήρια του αγάλματος έγιναν το 1890. Το άγαλμα του Βαρβάκη βρίσκεται σε κεντρικό βάθρο. Η μορφή του αποδίδεται όρθια και επιβλητική με το σώμα ελαφρά στραμμένο στα αριστερά. Στο δεξί του χέρι κρατάει την διαθήκη με την οποία δώρισε μεγάλο μέρος της περιουσίας του στο ελληνικό κράτος. Στις γωνίες του βάθρου τοποθετούνται ολόσωμα γυναικεία γλυπτά μικρότερου μεγέθους με αλληγορική σημασία ως αναφορά στην ζωή και στην προσωπικότητα του Βαρβάκη. Απεικονίζουν την Ελευθερία, τη Ναυτιλία, την Τέχνη και τη Βιομηχανία. Μοντέλο για την φιλοτέχνηση των μορφών υπήρξε η σύζυγος του καλλιτέχνη. Της καθημερινές γύρω από το άγαλμα του Βαρβάκη συνεδριάζει η λεγόμενη «μικρή Βουλή», όπου δεκάδες ηλικιωμένοι σχολιάζουν τα καθημερινά προβλήματα της χώρας.
Ιωάννης Βαρβάκης: ποιος ήταν και ποια ήταν η προσφορά του στο 1821 | MEDLABNEWS.GR

Πρώτη δημοσίευση: Οκτώβριος 2012 — MEDLABNEWS.GR | Συγγραφέας: Αλέξανδρος Γιατζίδης

Τελευταία ουσιαστική ενημέρωση: 25 Μαρτίου 2026

Ευαγγελισμός της Θεοτόκου: τι σημαίνει, το γεγονός, ποιοι γιορτάζουν και οι παραδόσεις

επιμέλεια Κλεοπάτρα Ζουμπουρλή, medlabnews.gr

Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου είναι μία από τις σημαντικότερες θεομητορικές εορτές της Ορθοδοξίας και τιμάται κάθε χρόνο στις 25 Μαρτίου. Στο άρθρο αυτό θα δείτε τι σημαίνει ο Ευαγγελισμός, ποιο είναι το γεγονός της εορτής, ποιοι γιορτάζουν και ποιες παραδόσεις συνδέονται με την ημέρα.

Ποιοι γιορτάζουν σήμερα:

Ευάγγελος, Βαγγέλης, Βάγγος, Αγγελής, Ευαγγελία, Βαγγελιώ, Βαγγελίτσα, Λίτσα, Εύα, Κέλλυ, Λιλή Αγγελική, Άντζελα, Άντζυ, Αγγέλα, Αγγελίνα, Άγγελος, Αγγελής

Το γεγονός του Ευαγγελισμού

Όταν η Παναγία έγινε δεκαπέντε ετών, επειδή οι γονείς της είχαν κοιμηθεί, οι ιερείς του ναού της φρόντισαν να την αποκαταστήσουν. Προέκριναν ως καταλληλότερο τον δίκαιο Ιωσήφ. Η Γραφή τον ονομάζει Δίκαιο, που σημαίνει πως είχε όλες τις αρετές. Ακόμη ο Ιωσήφ ήταν χήρος και πατέρας επτά παιδιών από άλλη γυναίκα. Αυτά είναι τα «θετά» αδέλφια του Ιησού και όχι παιδιά της Θεοτόκου, η οποία είναι Αειπάρθενος, παρέμεινε δηλαδή Παρθένος και μετά τη γέννηση του Κυρίου. Έτσι ο αρραβώνας ήταν απαραίτητος, για να καλυφθεί η υπερφυσική γέννηση του Ιησού με την παρουσία του Ιωσήφ.

Ο Ιωσήφ παρέλαβε τη Μαρία και ήρθε στη Ναζαρέτ. Τον τέταρτο μήνα μετά την έξοδό της απ' το Ναό, ο αρχάγγελος Γαβριήλ παρουσιάστηκε μπροστά της και της ανήγγειλε ότι θα γεννήσει το Σωτήρα του κόσμου, τον Ιησού Χριστό. Και όταν η Μαριάμ αναρωτήθηκε πώς ήταν δυνατό να συλλάβει χωρίς άνδρα, ο αρχάγγελος της απάντησε ότι «το Άγιο Πνεύμα θα έλθει σε σένα και η δύναμη του Υψίστου θα σε επισκιάσει» Τότε η σεμνή κόρη, η Παρθένος Μαρία, του απάντησε ταπεινά. «Ιδού λοιπόν, η δούλη του Κυρίου. Ας γίνει το θέλημα Εκείνου». και καθώς ο Γαβριήλ εξαφανίστηκε από μπροστά της, συντελέστηκε το μεγαλύτερο μυστήριο της ανθρωπότητας. με τρόπο υπερφυσικό, η Παρθένος συνέλαβε στην άχραντη κοιλιά της, τον Υιό και Λόγο του Θεού. Εκείνον πού με την εκούσια θυσία του επάνω στο Σταυρό, έσωσε το ανθρώπινο γένος από τον αιώνιο θάνατο και την καταστροφή στην οποία είχε οδηγηθεί μετά την πτώση των πρωτοπλάστων από τον παράδεισο και την εμφάνιση της αμαρτίας στον κόσμο.

Οι αρχές της εορτής του Ευαγγελισμού δεν είναι επακριβώς γνωστές. Το γεγονός ότι η Αγία Ελένη έκτισε στη Ναζαρέτ βασιλική, στην οποία περιλαμβανόταν κατά παράδοση ο οίκος της Θεοτόκου, όπου αυτή δέχθηκε τον Ευαγγελισμό, επέδρασε ίσως στη σύσταση τοπικής εορτής. Οι πρώτες μαρτυρίες περί αυτής ευρίσκονται στον Άγιο Πρόκλο, Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, το 430 μ.Χ. και στο Πασχάλιον Χρονικόν (624 μ.Χ.), όπου χαρακτηρίζεται ως συσταθείσα στις 25 Μαρτίου από τους θεοφόρους δασκάλους. Η μεγαλοπρεπής πανήγυρη του Ευαγγελισμού ετελείτο από τους Βυζαντινούς στο ναό των Χαλκοπρατείων, όπου παρίσταντο και οι αυτοκράτορες. Η Εκκλησία μας εορτάζει τον Ευαγγελισμό στις 25 Μαρτίου.

Το εκκλησιαστικό γεγονός του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου αναφέρεται και στο Κοράνιο, το ιερό βιβλίο των Μουσουλμάνων (19:16-22), μία ακόμη απόδειξη της βαθιάς επιρροής του Μωάμεθ από τη χριστιανική διδασκαλία.

Ο όρος «Ευαγγελισμός» της Θεοτόκου

«Με τον όρο “Ευαγγελισμός” αναφερόμαστε στη χαρμόσυνη είδηση για την ανθρωπότητα, την είδηση της Σάρκωσης του Θεανθρώπου, του Ιησού Χριστού, που δόθηκε από τον Αρχάγγελο Γαβριήλ προς την Μαριάμ.

Αρχικά η λέξη “ευαγγελισμός” αποτελείται από δύο επιμέρους λέξεις, το “ευ” και την “αγγελία”, και δηλώνει την καλή είδηση, την χαρούμενη αναγγελία. Πρόκειται για τη χαρμόσυνη είδηση που δόθηκε από τον Αρχάγγελο Γαβριήλ στην Παρθένο Μαρία για τη σωτηρία του ανθρώπου.

«Σήμερον της σωτηρίας ημών το Κεφάλαιον”: ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου σχετίζεται με το σωτηριώδες γεγονός της αναγγελίας της σαρκώσεως του Κυρίου, καθώς η σύλληψη του Λόγου του Θεού αποτελεί την αφετηρία της σωτηρίας και της λύτρωσης όλου του ανθρώπινου γένους. “Και του απ’ αιώνος Μυστηρίου η φανέρωσις”: τη σάρκωση του Υιού και Λόγου του Θεού την εξαγγέλλουν οι Προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης, όπως ενδεικτικά ο Ησαΐας, ο Ζαχαρίας, ο Ιωάννης ο Πρόδρομος. Και πράγματι, αποτελεί μυστήριο για τον ανθρώπινο πεπερασμένο νου το πώς ο απερινόητος Θεός γίνεται άνθρωπος».

«”Ο Υιός του Θεού, Υιός της Παρθένου γίνεται”: ο Υιός και Λόγος του Θεού γίνεται Υιός της Παρθένου, ο Θεός γίνεται άνθρωπος, ενώνονται οι δύο φύσεις, η θεία και η ανθρώπινη, σε ένα πρόσωπο, το πρόσωπο του Ιησού-Σωτήρος, που με τη σάρκωσή του θεραπεύει την ανθρώπινη φύση.

“Και Γαβριήλ την χάριν ευαγγελίζεται”: ο Αρχάγγελος Γαβριήλ ευαγγελίζεται τη χάρη του Παναγίου Πνεύματος προς την Παρθένο Μαρία, αλλά αναγγέλλει τη χάρη και τη χαρά της σωτηρίας και της θεραπείας σε κάθε άνθρωπο. “Διό και ημείς συν αυτώ τη Θεοτόκῳ βοήσωμεν”: έτσι, οι άνθρωποι, όπως ο Αρχάγγελος Γαβριήλ, ας βοήσωμεν “Χαίρε Κεχαριτωμένη, ο Κύριος μετά σου”. Χαίρε εσύ που έχεις τη χάρη και την ευλογία του Θεού να συλλάβεις στην παναγία γαστέρα σου τον Θεό Λόγο, που κομίζει την είδηση της μετά εννεάμηνο Γεννήσεώς Του».

Η χαρμόσυνη αναγγελία του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου

Η Γέννηση του Ιησού Χριστού ελευθερώνει τον άνθρωπο από τα δεσμά της δουλείας του κακού και του θανάτου, θεραπεύει την ανθρώπινη φύση από την ασθένεια και προαναγγέλλει τη νίκη επί της φθοράς.

Είναι μέγιστο ψυχικό όφελος βιώσουμε τη χαρμόσυνη αναγγελία του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου στη συνάφειά της με την επέτειο της Εθνικής Παλιγγενεσίας, ως μια νέα αφετηρία Νίκης και Θεραπείας της ανθρώπινης ασθένειας διά της Χάριτος του Κυρίου μας.

Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου έχει επηρεάσει πολλούς και σημαντικούς εικαστικούς καλλιτέχνες, όπως οι Ντούτσιο, Λεονάρντο Ντα Βίντσι, Πάολο Ντε Ματέις, Καραβάτζιο, Μποτιτσέλι, Τζιότο, Ρούμπενς, Ελ Γκρέκο (Δομήνικος Θεοτοκόπουλος) και Ντονατέλο.

Λαογραφικά

Την ημέρα του Ευαγγελισμού παραμένει η νηστεία της Μεγάλης Τεσσαρακοστής,με μία εξαίρεση. Η Εκκλησία επιτρέπει την ψαροφαγία («κατάλυσις ιχθύος», σύμφωνα με την εκκλησιαστική ορολογία), όπως και την Κυριακή των Βαΐων, λόγω της σπουδαιότητας της γιορτής. «Αν δεν έχεις να φας ψάρι, να γλείψεις ψαροκόκκαλο» λένε σε πολλά μέρη της Ελλάδας, ενώ σχετικό είναι και το παιδικό τραγουδάκι: «Του Ευαγγελισμού και των Βαγιώ,/τρώνε ψάρι και κολιό...».

Το έδεσμα της ημέρας είναι ο μπακαλιάρος (βακαλάος) με ή χωρίς σκορδαλιά. Ο παστός μπακαλιάρος που καταναλώνουμε, εμφανίστηκε στο ελληνικό τραπέζι περί τον 15ο αιώνα και με την πάροδο του χρόνου καθιερώθηκε ως το πιάτο της εορτής του Ευαγγελισμού. Με εξαίρεση τα νησιά, όπου υπήρχε πάντα φρέσκο ψάρι, στην υπόλοιπη Ελλάδα ο παστός μπακαλιάρος ήταν η φθηνή και εύκολη λύση. Ιστορικά, εκείνοι που έστελναν στην Ελλάδα μεγάλες ποσότητες μπακαλιάρου ήταν οι Άγγλοι, οι οποίοι τον αντάλλασσαν με σταφίδα.

Παλαιότερα πιστευόταν ότι το βράδυ της παραμονής του Ευαγγελισμού ανοίγουν οι ουρανοί και ό,τι προλάβεις να ζητήσεις την στιγμή εκείνη θα το αποκτήσεις. Γι’ αυτό έλεγαν ότι όποιος γεννιέται την ημέρα αυτή είναι τυχερός σε όλη την ζωή. Την ίδια επίσης βραδιά τα δέντρα χαμηλώνουν και προσκυνούν την γη, το φαινόμενο όμως τό βλέπουν μόνο οι δίκαιοι.

Του Ευαγγελισμού θεωρείται μια από τις μεγαλύτερες γιορτές, γι’ αυτό επιβάλλεται αποχή από κάθε δουλειά. Λέγουν χαρακτηριστικά ότι ακόμη και τα χελιδόνια, που τότε αρχίζουν να επιστρέφουν, αυτήν την ημέρα σταματούν να χτίζουν την φωλιά τους.

Το διώξιμο των φιδιών και των άλλων ερπετών αποτελούσε μεγάλη έγνοια για τον χωρικό αυτή την περίοδο. Σε πολλά μέρη απέφευγαν το σκούπισμα για να μην παρουσιαστούν στο σπίτι φίδια, μυρμήγκια και άλλα ζωύφια. Απαγορευόταν επίσης να φέρουν στο σπίτι χλωρά χόρτα γιατί γίνονται και αυτά φίδια ή ποντίκια. Ούτε νερό επιτρεπόταν να φέρουν γιατί μπορεί να βγει φίδι στο σπίτι ή μπορεί να μπει στο σταμνί ο διάβολος με την μορφή φιδιού.

Στην Ήπειρο το βράδυ της παραμονής του Ευαγγελισμού ή ανήμερα της γιορτής τα παιδιά γύριζαν στις αυλές και στους κήπους, χτυπούσαν κουδούνια και μαγειρικά σκεύη και φώναζαν ρυθμικά: «Βγάτε φίδια και γουστέρες/γιατί έρχεται ο Βαγγελισμός/θα σας κόψει το κεφάλι/θα σας ρίξει στο ποτάμι». Για την εξουδετέρωση των φιδιών ανάβονταν επίσης μεγάλες φωτιές.

Πηγές Βαγγέλης Αποστολίδης, Θεολόγος – Οικονομολόγος- Καθηγητής Μ.Ε. Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ

Διαβάστε επίσης

Παναγία: η προσευχή, η Ιατρική, η προσδοκία για το θαύμα και την θεραπεία

Ευαγγελισμός της Θεοτόκου: τι σημαίνει, το γεγονός, ποιοι γιορτάζουν και οι παραδόσεις | MEDLABNEWS.GR

Πρώτη δημοσίευση: 25 Μαρτίου 2025 — MEDLABNEWS.GR | 

Επιμέλεια: Κλεοπάτρα Ζουμπουρλή

Τελευταία ουσιαστική ενημέρωση: 25 Μαρτίου 2026

Copyright © 2015-2022 MEDLABNEWS.GR / IATRIKA NEA All Right Reserved. Τα κείμενα είναι προσφορά και πνευματική ιδιοκτησία του medlabnews.gr
Kάθε αναδημοσίευση θα πρέπει να αναφέρει την πηγή προέλευσης και τον συντάκτη. Aπαγορεύεται η εμπορική χρήση των κειμένων