του Γιάννη Γιαντζουράκη, δικηγόρου για το medlabnews.gr
Υπάρχουν ιστορίες που δεν διαβάζονται απλώς. Σε χτυπούν στο στομάχι. Σε κάνουν να αναρωτιέσαι πώς είναι δυνατόν ένας άνθρωπος να χάνει το σπίτι του, να εξαντλείται ψυχικά και σωματικά, να ζητά βοήθεια από κάθε αρμόδιο φορέα και, τελικά, να ανακαλύπτει ότι η οφειλή για την οποία βγήκε η περιουσία του στο σφυρί ήταν, όπως ο ίδιος υποστηρίζει, τεχνητά διογκωμένη ή και κατασκευασμένη.
Για πολύ καιρό, εκείνος ζητούσε το αυτονόητο: μια καθαρή, αναλυτική εικόνα της οφειλής του. Όχι γενικές βεβαιώσεις, όχι συνοπτικά ποσά, όχι έγγραφα που απλώς επαναλάμβαναν έναν τελικό αριθμό. Ζητούσε ανάλυση. Ζητούσε να δει από πού προκύπτει κάθε ευρώ. Ζητούσε να μπορεί ένας άνθρωπος, ένας λογιστής, ένας δικαστής, να πάρει αυτά τα στοιχεία και να τα ελέγξει.
Αντί γι’ αυτό, όπως περιγράφει, έπαιρνε μόνο «βεβαιώσεις οφειλής» και αποσπασματικά χαρτιά. Ένα σύνολο από εγγραφές που εμφανίζονταν σαν απόδειξη, χωρίς όμως να μπορούν εύκολα να επαληθευτούν, να αθροιστούν, να ελεγχθούν με σαφή και διαφανή τρόπο. Κι όμως, πάνω σε αυτό το θολό υλικό, εκδόθηκε διαταγή πληρωμής. Έτσι ξεκίνησε μια αλυσίδα που οδήγησε μέχρι τον πλειστηριασμό του σπιτιού του.
Το πιο σκληρό δεν ήταν μόνο ότι έχασε την περιουσία του. Ήταν ότι, όσο προσπαθούσε να βρει άκρη, έπεφτε συνεχώς σε τοίχο. Από υπηρεσία σε υπηρεσία. Από φορέα σε φορέα. Από γραφείο σε γραφείο. Όπως καταγγέλλει, όταν ζήτησε βοήθεια από τη Διεύθυνση Ιδιωτικού Χρέους και από την Τράπεζα της Ελλάδος, ο ένας παρέπεμπε στον άλλον. Το αποτέλεσμα ήταν να μένει μόνος, εγκλωβισμένος σε έναν λαβύρινθο γραφειοκρατίας, με το σπίτι του χαμένο και χωρίς ουσιαστική απάντηση στο βασικό ερώτημα: υπήρχε πράγματι αυτή η οφειλή με τον τρόπο που παρουσιάστηκε;
Στο μεταξύ, το τίμημα δεν ήταν μόνο οικονομικό. Ήταν βαθιά ανθρώπινο. Το στρες, η αγωνία, η αίσθηση αδικίας και αδυναμίας, όπως λέει, τον λύγισαν σωματικά. Εμφάνισε αυτοάνοσο νόσημα. Η καθημερινότητά του έγινε ένας διαρκής αγώνας επιβίωσης, όχι μόνο απέναντι σε τράπεζες, funds και servicers, αλλά και απέναντι στην ίδια την εξάντληση του οργανισμού του.
Κι όμως, δεν τα παράτησε.
Εκεί που πολλοί θα είχαν καταρρεύσει, εκείνος συνέχισε. Με εξώδικα, με πιέσεις, με επίμονες αιτήσεις, με αλλεπάλληλες οχλήσεις. Και τότε, όπως υποστηρίζει, ήρθε η ρωγμή στο οικοδόμημα. Ο servicer, υπό τον φόβο ελέγχων και ύστερα από αφόρητη πίεση, απέστειλε τελικά λογαριασμούς και στοιχεία που μέχρι τότε δεν έδινε.
Αυτά τα έγγραφα, σύμφωνα με τον ίδιο, ήταν αποκαλυπτικά.
Για πρώτη φορά, δεν υπήρχαν μόνο γενικές βεβαιώσεις αλλά κινήσεις και λογαριασμοί που μπορούσαν να εξεταστούν πιο ουσιαστικά. Και εκεί, όπως λέει, φάνηκε η μεγάλη αντίφαση: η εικόνα που είχε παρουσιαστεί επί χρόνια δεν επιβεβαιωνόταν. Αντίθετα, προέκυπταν σοβαρά ερωτήματα για το αν υπήρχε πραγματική ληξιπρόθεσμη και εκκαθαρισμένη οφειλή, για το αν έγιναν αυθαίρετες χρεώσεις, για το αν το ποσό διογκωνόταν με τρόπο που δεν μπορούσε να στηριχθεί με διαφάνεια και λογιστική συνέπεια.
Αν όσα υποστηρίζει αποδειχθούν δικαστικά, τότε δεν μιλάμε απλώς για μια οικονομική διαφορά. Μιλάμε για ένα σοκαριστικό ενδεχόμενο: να χάθηκε ένα σπίτι όχι επειδή υπήρχε μια καθαρή και αποδεδειγμένη οφειλή, αλλά επειδή ένα θολό, αδιαφανές και ανεξέλεγκτο σύστημα λειτούργησε εις βάρος ενός ανθρώπου που προσπαθούσε μάταια να αποδείξει το αυτονόητο.
Και εδώ βρίσκεται το πιο τραγικό σημείο αυτής της ιστορίας. Δεν πρόκειται μόνο για το δράμα ενός ιδιοκτήτη που είδε το σπίτι του να χάνεται. Πρόκειται για την αγωνία κάθε πολίτη που αναρωτιέται τι μπορεί να συμβεί όταν ο ισχυρός κρατά τα στοιχεία, όταν η ανάλυση δεν δίνεται, όταν οι υπηρεσίες δεν παρεμβαίνουν έγκαιρα, όταν ο δικαστής καλείται να αποφασίσει πάνω σε υλικό που δείχνει επίσημο αλλά μπορεί να είναι, στην πράξη, αδύνατο να ελεγχθεί ουσιαστικά.
Ο άνθρωπος αυτός πλήρωσε ακριβά τον αγώνα του. Με υγεία, με ηρεμία, με χρόνια από τη ζωή του. Αλλά δεν σιώπησε. Και τώρα υποστηρίζει ότι έχει στα χέρια του τα στοιχεία που αποδεικνύουν πως η υπόθεση δεν ήταν ποτέ τόσο απλή όσο παρουσιάστηκε.
Το ερώτημα πλέον είναι βαρύ και δεν αφορά μόνο τον ίδιο:
Πόσοι ακόμα έχασαν ή κινδυνεύουν να χάσουν την περιουσία τους χωρίς να έχουν πάρει ποτέ μια πραγματικά καθαρή, πλήρη και ελέγξιμη ανάλυση της οφειλής τους;
Γιατί αν μια οφειλή μπορεί να παρουσιάζεται ως δεδομένη χωρίς να μπορεί να αποδειχθεί με καθαρό τρόπο, τότε το πρόβλημα δεν είναι ατομικό. Είναι θεσμικό. Είναι κοινωνικό. Και είναι βαθιά τρομακτικό.
Η ιστορία αυτή δεν είναι μόνο μια καταγγελία. Είναι μια κραυγή. Για δικαιοσύνη. Για διαφάνεια. Για λογοδοσία. Και για μια στοιχειώδη προστασία του πολίτη απέναντι σε μηχανισμούς που μπορούν να συντρίψουν ζωές πριν ακόμα αποδειχθεί αν είχαν δίκιο.




Δεν υπάρχουν σχόλια
Δημοσίευση σχολίου