MEDLABNEWS.GR / IATRIKA NEA: Ενδοκρινολογία

Responsive Ad Slot

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ενδοκρινολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ενδοκρινολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Ορμόνες του έρωτα και ερωτική συμπεριφορά. Φερομόνες, τεστοστερόνη, ντοπαμίνη, οξυτοκίνη, βασοπρεσίνη, κορτιζόνη.

της Κλεοπάτρας Ζουμπουρλή, μοριακής βιολόγου, medlabnews.gr iatrikanea
Τα τελευταία χρόνια η νευροενδοκρινολογία έχει εξηγήσει σχεδόν ολοκληρωτικά την ερωτική συμπεριφορά.

Όπως αποδεικνύεται από τις μελέτες και έρευνες που έχουν πραγματοποιηθεί πάνω στο θέμα, η ερωτική αγάπη και οι ερωτικοί δεσμοί είναι προϊόν νευροχημικών διαδικασιών. Συγκεκριμένα κάθε ερωτική έκφραση έχει και ανάλογο ορμονικό υπόβαθρο.

Η φύση παίζει μαζί μας παράξενα ερωτικά παιχνίδια με όπλο τις ορμόνες που εκκρίνονται, ιδίως από κάποιους νευρώνες του νωτιαίου μυελού. Η στιγμή της κορύφωσης της ερωτικής πράξης παρομοιάζεται από τους νευροεπιστήμονες με θύελλα που ξεσπά στον εγκέφαλο κάτι σαν έκρηξη πυροτεχνημάτων στο κέντρο του εγκεφάλου , στον υποθάλαμο, που δημιουργείται λόγω της μαζικής παραγωγής ορμονών. Υπάρχουν, επίσης, κάποιες ορμόνες, οι φερομόνες, από τις οποίες ξεκινά το παιχνίδι της σαγήνης επειδή σχετίζονται με την ερωτική ορμή. Είτε το θέλουμε είτε όχι, είμαστε δέσμιοι της χημείας και της φύσης. Κι αυτή η δέσμευση, που άρχισε εκατομμύρια χρόνια πριν, εξακολουθεί να ασκεί την ίδια έντονη επιρροή «τραβώντας» μας κυριολεκτικά από τη μύτη! Γι αυτό, άλλωστε, έχουμε την τάση να φοράμε κολόνιες και αρώματα. Θέλουμε να εκπέμπει το σώμα μας μυρωδιές και αρώματα για να είμαστε πιο ελκυστικοί και αρεστοί στους άλλους. Οι εταιρίες καλλυντικών δημιουργούν αρώματα και κολόνιες που είναι πραγματικά ακαταμάχητα. Όχι επειδή απλώς μυρίζουν ωραία αλλά επειδή περιέχουν παράγωγα φερομονών όπως η ανδροστενόνη, η γαλακτολίνη και εξαλτονίνη. Αυτού του τύπου οι κολόνιες μας κάνουν να νιώθουμε μια ευχάριστη έλξη για τους ανθρώπους που τα φορούν μόνο και μόνο γιατί μας άγγιξε το άρωμά τους!

Η παραγωγή φερομονών σχετίζεται και με το ανοσοποιητικό σύστημα. Θεωρείται ότι πρόκειται για μια προσπάθεια του οργανισμού να επιλέξει -βάσει της μυρωδιάς- τον ιδανικό σύντροφο, ώστε να υπάρχει η μεγαλύτερη δυνατή συμβατότητα των ανοσοποιητικών συστημάτων των δύο ατόμων, με απώτερο σκοπό να αποκτήσουν γερά παιδιά.
Όταν κάποιος είναι ερωτευμένος, το σώμα του βιώνει πραγματικές αλλαγές. Από πλευράς νευροχημείας, το ερωτικό φαινόμενο περιγράφεται ως διακρινόμενο σε τρεις φάσεις: τη φάση της Λαγνείας, τη φάση της Έλξης και τη φάση της Προσκόλλησης. Τα έντονα συναισθήματα που βιώνει ο ερωτευμένος σε κάθε μία από αυτές τις φάσεις οφείλονται σε συγκεκριμένες – ανά φάση – νευροχημικές ουσίες.




Η φάση της Λαγνείας οφείλεται στην παραγωγή τεστοστερόνης στους άντρες και οιστρογόνων στις γυναίκες, γεγονός που τους ωθεί να συνάψουν σεξουαλικές σχέσεις. Η τεστοστερόνη, πρόκειται για μια ορμόνη που αυξομειώνεται ανεβοκατεβάζοντας έτσι και την επιθυμία στο ερωτικό παιχνίδι. Η έλλειψή της είναι και καταλυτική για την εμφάνιση της κατάθλιψης. Πράγμα που συνοδεύεται και από την έλλειψη της επιθυμίας. Στους άνδρες, η ορμόνη τεστοστερόνη που μεταξύ άλλων αυξάνει την επιθετικότητα και τη σεξουαλική ορμή, μειώνεται. Αντίθετα στις γυναίκες, η τεστοστερόνη που συνήθως βρίσκεται σε χαμηλά επίπεδα και είναι υπεύθυνη για τη σεξουαλική ορμή των γυναικών, αυξάνεται. Το γεγονός ότι η τεστοστερόνη μειώνεται στους άνδρες ενώ αυξάνεται στις γυναίκες, ερμηνεύεται ως μια προσπάθεια της φύσης να μειώσει τις διαφορές μεταξύ των δύο. Η μείωση των διαφορών συμβάλλει στη σύναψη στενών και ισχυρών σχέσεων μεταξύ των ερωτευμένων. Ερευνητές μέτρησαν τα επίπεδα τεστοστερόνης στα ερωτευμένα ζευγάρια από ένα μέχρι δύο χρόνια μετά την έναρξη του έρωτά τους και βρήκαν ότι η τεστοστερόνη επέστρεψε στα φυσιολογικά της επίπεδα.

Η ερωτική έλξη είναι καθαρά θέμα βιοχημικών μεταβολών στο σώμα μας. Η φάση της Έλξης χαρακτηρίζεται από παραγωγή φαινυλεθυλαμίνης που απελευθερώνει ντοπαμίνη και σεροτονίνη, νευροδιαβιβαστές που ευθύνονται για τη ρύθμιση συναισθημάτων χαράς, ευτυχίας και ενθουσιασμού. Το αποτέλεσμα είναι ένα αίσθημα ευδαιμονίας. Τα προβλήματα προσωρινά εξαφανίζονται, το ίδιο και αισθήματα άγχους ή στρες, και κάποιες φορές παρατηρείται και αναλγητική δράση. Αξίζει επίσης να σημειωθεί εδώ πως, χημικά, τα αποτελέσματά της σεροτονίνης στην ερωτική τρέλα, είναι παρόμοια με τα συμπτώματα ανθρώπων με ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή, πράγμα που μπορεί να εξηγήσει γιατί οι ερωτευμένοι δεν μπορούν να σκεφτούν τίποτε άλλο. Το ερωτικό πάθος, το «κουμαντάρει» η ορμόνη ντοπαμίνη. Είναι ο νευροδιαβιβαστής που έχει άμεση πρόσβαση στο κέντρο «επιβράβευσης – ικανοποίησης» του εγκεφάλου. Ανάλογα με την ποσότητα της ντοπαμίνης έχουμε και την μεγαλύτερη ή μικρότερη αίσθηση της ηδονής.
Στο στάδιο της καταπληκτικής εκείνης περίοδου που αισθανόμαστε πραγματικά ερωτοχτυπημένοι και δεν μπορούμε να σκεφτούμε τίποτα άλλο τρεις βασικοί νευροδιαβιβαστές, η αδρεναλίνη, η ντοπαμίνη και η σεροτονίνη, αποτελούν τους κύριους υπαίτιους για τα ακραία, αλλά υπέροχα αισθήματά μας.
Η αρχική κατάσταση κατά την οποία κάποιος αισθάνεται ότι ερωτεύεται συνδέεται με το άγχος που προκαλεί η επικείμενη συνάντηση με το αγαπημένο του πρόσωπο, που επιφέρει αύξηση των επιπέδων αδρεναλίνης και κορτιζόλης στο αίμα του. Αυτός είναι και ο λόγος που αισθανόμαστε την καρδιά μας να χτυπάει δυνατά, να ιδρώνουμε και να στεγνώνει το στόμα μας, όταν συναντηθούμε αναπάντεχα με το πρόσωπο που μας ενδιαφέρει.
Η ντοπαμίνη προκαλεί μία έντονη ορμή προς ευχαρίστηση, η οποία διεγείρει την επιθυμία και την ανάγκη ανταμοιβής, προκαλώντας στον εγκέφαλο τα ίδια αποτελέσματα που έχει η κοκαΐνη. Η αυξημένη έκκριση ντοπαμίνης ευθύνεται για το γεγονός ότι οι ερωτευμένοι νιώθουν μικρότερη ανάγκη για ύπνο και φαγητό, καθώς η προσοχή τους εστιάζεται και αντλεί ευχαρίστηση από τις πιο μικρές λεπτομέρειες της νέας σχέσης.
Ο τρίτος νευροδιαβιβαστής που συνθέτει την εικόνα του ερωτευμένου ατόμου, η σεροτονίνη, είναι μία από τις πιο σημαντικές χημικές ουσίες του έρωτα που μπορεί να εξηγήσει το γεγονός ότι το πρόσωπο με το οποίο είμαστε ερωτευμένοι εμφανίζεται συνεχώς στις σκέψεις μας.
Επίσης, με τη βοήθεια πλέον και μηχανημάτων, όπως ο μαγνητικός τομογράφος, οι επιστήμονες μπορούν να αντλήσουν στοιχεία για τη λειτουργία του εγκεφάλου την ώρα της διέγερσης τους. Έρευνες σε ερωτευμένα ζευγάρια έδειξαν ότι υπάρχει ενεργοποίηση ενός πολύπλοκου συστήματος στον εγκέφαλο, που προσομοιάζει με αυτό που συμβαίνει όταν γίνεται λήψη κοκαΐνης.

Η φάση της Προσκόλλησης έρχεται συνήθως ως μοιραία κατάληξη των δύο προηγούμενων σταδίων. Κατά την φάση αυτή, δημιουργούνται συναισθηματικοί δεσμοί ανάμεσα στο ζευγάρι ενώ οι συσχετιζόμενες χημικές ουσίες εκκρίνονται σε περίοδο από 90 μέρες έως και 3 χρόνια μετά τη φάση της Έλξης. Τα χημικά αυτά συνιστούν η ορμόνες οκυτοκίνη και βασοπρεσσίνη. Μια ηδονή που γίνεται σιγά – σιγά συναίσθημα όταν ενεργοποιείται η ορμόνη του έρωτα που είναι η οκυτοκίνη. Η οξυτοκίνη εκκρίνεται από τον υποθάλαμο στο κεντρικό νευρικό σύστημα και αποθηκεύεται στην υπόφυση. Είναι η ορμόνη της αφής και της αγάπης. Διεγείρει τα άτομα στο να είναι μαζί και να συνυπάρχουν αγαπημένα. Από αυτή την ορμόνη δημιουργείται και η αίσθηση της στοργής.

Η οκυτοκίνη είναι μία ισχυρή ορμόνη που παράγεται στους άντρες και τις γυναίκες κατά τη διάρκεια του οργασμού και ενισχύει το αίσθημα της σύνδεσης, της εγγύτητας και της οικειότητας που δημιουργείται ανάμεσα στο ζευγάρι. Συμβάλλει αποφασιστικά στη δημιουργία των συσπάσεων της μήτρας (οργασμό), την αγγειοδιαστολή (ξάναμμα), και στο θηλασμό (στοργική μητέρα).
Θεωρείται πάντως ως η ορμόνη της προσκόλλησης και της δέσμευσης, δημιουργεί αισθήματα ικανοποίησης, ασφάλειας και ηρεμίας και είναι επίσης εκείνη η οποία βοηθά, μέσω της έκκριση της κατά το θηλασμό, στο να δημιουργηθούν και να εδραιωθούν δεσμοί αγάπης μεταξύ μητέρας και παιδιού. Με παρόμοιο και ανάλογο τρόπο ενεργεί και μεταξύ των ερωτευμένων.
Η βασοπρεσσίνη ενισχύει τη μακροπρόθεσμη δέσμευση του ζευγαριού και επίσης εκλύεται μετά την ερωτική συνεύρεση. Πρόκειται για την ορμόνη που σχετίζεται με τα νεφρά και ελέγχει το αίσθημα της δίψας. Η ίδια αυτή ορμόνη αυξάνει την αφοσίωση του ενός ατόμου στο άλλο και ενισχύει την τάση τους να προστατεύουν το σύντροφό τους από άλλους επίδοξους διεκδικητές.
Σύμφωνα με έρευνα που έγινε το 2004, φέρεται να είναι υπεύθυνη για τη θεμελίωση της πίστης ανάμεσα σε ένα ζευγάρι που έχει εισέλθει στη φάση Προσκόλλησης. Σύμφωνα με τους ερευνητές, κατά τη διάρκεια της σεξουαλικής πράξης συμβαίνει στη γυναίκα έκλυση βασοπρεσσίνης, η οποία κατόπιν συλλαμβάνεται από τον άνδρα μέσω ειδικών υποδοχέων, δίνοντας του αίσθημα πληρότητας και ικανοποίησης, και άρα την επιθυμία να παραμείνει με τη σύντροφο που έχει. Εντυπωσιακό εύρημα αποτελεί το ότι μια γενετική διαφοροποίηση σε έναν από αυτούς τους υποδοχείς βασοπρεσσίνης συνδέεται με το φόβο της δέσμευσης και κατά συνέπεια την απιστία. Θα μπορούσαμε λοιπόν να πούμε ότι η βασοπρεσσίνη σχετίζεται με το συναισθηματικό δέσιμο και την ερωτική πίστη στους άντρες.

Και στα δύο φύλα αυξάνεται σημαντικά η κορτιζόνη που είναι η κατ’ εξοχήν ορμόνη του στρες.

O συντονισμός όλων αυτών των ορμονών γίνεται από τον εγκέφαλο με βάση την μνήμη και καθοδήγηση από διάφορα γονίδια.
Όπως αποδεικνύεται, η ερωτική αγάπη και οι ερωτικοί δεσμοί είναι προϊόν νευροχημικών διαδικασιών. Αντίθετα με ό,τι πιστεύουμε και μας κάνει πολύ συχνά να απογοητευόμαστε και να εγκαταλείπουμε, φαίνεται πως η αντίληψη ότι όταν ο έρωτας σβήνει, δεν ξανανάβει, δεν είναι και τόσο σωστή. Το ερωτικό πάθος, αν και λιγότερο έντονο από ό,τι στην αρχή, μπορεί να αναβιώσει ξανά και ξανά σε μια σχέση στην οποία έχει αναπτυχθεί εμπιστοσύνη και οικειότητα. Διότι, επίσης αντίθετα με αυτό που πιστεύεται, δεν είναι η σεξουαλική επιθυμία που τροφοδοτεί το ερωτικό συναίσθημα, αλλά τα τρυφερά συναισθήματα που ξυπνούν την επιθυμία για τον άλλον.

Διαβάστε επίσης

Ο έρωτας κάνει καλό στην Υγεία; Τι γίνεται όταν υπάρχει πρόβλημα; Πότε ο έρωτας δεν είναι «καλός»;


επιμέλεια Κασσιανή Τσώνη, medlabnews.gr iatrikanea

Μπορεί να υπάρχουν πιο συναρπαστικά θέματα που να αφορούν στην βελτίωση της υγείας των πολιτών από το ακριβώς πόσες μερίδες λαχανικών ημερησίως μπορούν να ενισχύσουν την υγεία, ή από το να ανακαλύπτεται ότι το κάπνισμα κάνει ακόμα μεγαλύτερο κακό από όσο αρχικά υπολογίσθηκε; τόλμησε πρώτος να αναρωτηθεί το 1997 ο G. D. Smith, καθηγητής επιδημιολογίας του Πανεπιστημίου του Bristol.

Μήπως ο έρωτας μπορεί να κάνει καλό στην υγεία; Η σεξουαλική δραστηριότητα και ο θάνατος μπορεί να είναι κοινές μεταβλητές στην επιστήμη της επιδημιολογίας, αλλά μέχρι σήμερα η σχέση τους έχει ελάχιστα μελετηθεί. Ωστόσο, οι γνώσεις που έχουν πλέον αποκτηθεί μας οδηγούν με ασφάλεια στο συμπέρασμα πως: ΝΑΙ!

Ο έρωτας κάνει καλό στην υγεία

Οι συχνές ερωτικές επαφές έχουν δείξει ότι συνδέονται ακόμα και με μακροημέρευση. Πρωτότυπες μελέτες έχουν δείξει πως ο κίνδυνος θνησιμότητας ήταν 50% χαμηλότερος στα άτομα εκείνα που είχαν αυξημένη συχνότητα σεξουαλικής ευχαρίστησης, συγκριτικά με τα άτομα που είχαν μικρή συχνότητα σεξουαλικών επαφών και κυρίως οργασμού. Το θέμα της αιτιολογίας είναι σύνθετο, όπως συμβαίνει σε όλες τις επιδημιολογικές μελέτες παρατήρησης, αλλά τα στοιχεία για την αιτιολογία του είναι πραγματικά πειστικά. Στις ίδιες μελέτες βρέθηκε πως η σχέση μεταξύ της συχνότητας του οργασμού και της θνησιμότητας μάλιστα είναι τόσο δυνατή ώστε ακόμη και παράγοντες όπως πχ το κάπνισμα δεν ήταν δυνατόν να την επηρεάσουν σημαντικά!
Εντυπωσιακό είναι πως αν και ασθένειες όπως η ισχαιμία και το έμφραγμα του μυοκαρδίου μπορούν να προκληθούν από τη σεξουαλική δραστηριότητα, στην περίπτωση που δεν αντέξει ο οργανισμός την άσκηση στην οποία υποβάλλεται, οι μελέτες τελικά δείξανε πως υπάρχει μια αντίστροφη συσχέτισή τους: Όσο μεγαλύτερη είναι η συχνότητα του οργασμού, τόσο μικρότερες είναι οι πιθανότητες να επέλθει θάνατος κάποια στιγμή από κάποια στεφανιαία καρδιακή πάθηση!

Για να φτάσουν όλοι σε βαθιά γεράματα

Στην πρώτη σε βάθος χρόνου μελέτη που έγινε για την μελέτη της γήρανσης του πληθυσμού το 1982, διαπιστώθηκε πως η συχνότητα των σεξουαλικών επαφών συνδέεται αντιστρόφως ανάλογα με την θνησιμότητα στους άνδρες, και η απόλαυση της επαφής σχετιζόταν αντιστρόφως ανάλογα με τη θνησιμότητα μεταξύ των γυναικών. Δηλαδή, όσο πιο συχνές ήταν οι ερωτικές επαφές τόσο μακροβιότεροι ήταν οι άνδρες και όσο μεγαλύτερη ήταν η απόλαυση που βιώνανε οι γυναίκες κατά την επαφή τόσο αυξανότανε το όριο διαβίωσής τους! (Αν και η διαφοροποίηση στην αντίληψη του τι επιδιώκουν οι άνδρες και τι οι γυναίκες ίσως ξαφνιάζει, τα ευρήματα της μελέτης συμφωνούν με τα στοιχεία που δείχνουν πως η ‘ποσότητα’ της σεξουαλικής δραστηριότητας έχει ταυτιστεί με την ανδρική κυρίως νοοτροπία, ενώ οι γυναίκες δείχνουν μεγαλύτερο ενδιαφέρον για την ‘ποιότητα’ της επαφής.)

Επιπλέον, στις γυναίκες…
Σε μια σουηδική μελέτη, η πρόωρη διακοπή της σεξουαλικής δραστηριότητας και επαφής βρέθηκε να συνδέεται με αυξανόμενο τον κίνδυνο θνησιμότητας. Αλλά όχι μόνο η αναστολή της δραστηριότητας, μα και η έλλειψη σεξουαλικής ευχαρίστησης σχετίζεται με την μακροημέρευση! Η σεξουαλική δυσαρέσκεια και η κακής ποιότητας σεξουαλική επαφή βρέθηκαν να αποτελούν έως και παράγοντα κινδύνου για το έμφραγμα του μυοκαρδίου των γυναικών! Και στην περίπτωση αυτή, η πρόωρη εκσπερμάτωση και η στυτική δυσλειτουργία των συζύγων/συντρόφων τους αποδείχθηκε πως αποτελούνε τις σημαντικότερες αιτίες αυτής της έλλειψης σεξουαλικής ικανοποίησης από τις γυναίκες.

Τι γίνεται όμως, όταν υπάρχει πρόβλημα; 

Τα στοιχεία προέρχονται από την 7χρονη λειτουργία της ανοικτής γραμμής (2310 99 90 99) του Κέντρου Σεξουαλικής και Αναπαραγωγικής Υγείας της χώρας:
το 41% των ελλήνων που καλούν στην γραμμή αντιμετωπίζοντας στυτική δυσλειτουργία, έχουν και κάποιο άλλο οργανικό (40.3%)  ή κλινικά διαπιστωμένο ψυχολογικό (3.7%) πρόβλημα υγείας. Και ομοίως, άνδρες που αντιμετωπίζουν πρόβλημα εκσπερμάτισης ή εμφανίζουν μειωμένη σεξουαλική επιθυμία, ζητώντας ενημέρωση αναφέρουν τόσο οργανικά (18%) όσο και ψυχολογικά (5-8%) προβλήματα.
Επιπλέον η τυχόν παρουσία σεξουαλικών δυσλειτουργιών μπορεί να αποτελεί το πρώτο σημάδι/σύμπτωμα κάποιας πάθησης. Σήμερα γνωρίζουμε πως, η στυτική δυσλειτουργία μπορεί να είναι το πρώτο σύμπτωμα σακχαρώδη διαβήτη (5-10%), καρδιαγγειακής νόσου (5-20%) ή ακόμη νευρολογικών παθήσεων όπως η σκλήρυνση κατά πλάκες (2-7%).

Πότε ο έρωτας δεν είναι «καλός»;

Τι σχέση μπορεί να έχει ένα πρόβλημα με την στύση πχ με την στεφανιαία νόσο ή την υπέρταση; Πολύ μεγάλη! Όταν το αίμα δυσκολεύεται να κυκλοφορήσει στα αγγεία, αυξάνει την πίεση (αρτηριακή πίεση) και δεν είναι αρκετό για να προκληθεί στύση κατάλληλη για διείσδυση. Εντυπωσιακές μελέτες που δημοσιεύθηκαν πρόσφατα, έδειξαν πως σχεδόν 3 στους 4 άνδρες με στεφανιαία νόσο (δηλαδή το 49 με 75%) αντιμετώπιζε κάποιου βαθμού στυτική δυσλειτουργία. Και ακόμα πιο εντυπωσιακό ήταν το γεγονός πως βρέθηκε, στο 67% των ανδρών με στυτική δυσλειτουργία, ότι τα συμπτώματα είχαν αρχίσει περίπου 3 χρόνια πριν καν αρχίσουν να γίνονται αντιληπτά τα συμπτώματα της στεφανιαίας νόσου!

Ο έρωτας…

ως μορφή αγάπης, βοηθά την ψυχολογική υγεία του ανθρώπου και ως πράξη, βοηθά την υγεία, προειδοποιώντας!

Η ερωτική ζωή συνεπώς είναι ένας καθρέφτης της υγείας. Κακή ή ανύπαρκτη ερωτική ζωή συνοδεύεται από κακή ποιότητα ζωής, αφού όλες οι μελέτες δείχνουν ότι εκφράζει ένα σημαντικό κομμάτι της ευεξίας του ατόμου. Σε μελέτη του Κέντρου Σεξουαλικής και Αναπαραγωγικής Υγείας της χώρας, μετά από ειδική συνέντευξη σε άνδρες ηλικίας 22 έως και 71 ετών με στυτική δυσλειτουργία, αποδείχθηκε πως οι άνδρες επειδή είχαν σεξουαλικό πρόβλημα, ήταν πολύ πιο δυστυχισμένοι και δηλώνανε λιγότερο ικανοποιημένοι τόσο από την σεξουαλική όσο και γενικότερα από την ζωή τους (90%), σε σχέση με τον υγιή γενικό πληθυσμό.
Προφανώς, η έκφραση των συναισθημάτων και ιδιαίτερα των θετικών συναισθημάτων, βοηθά στην διατήρηση της υγείας σε καλύτερη κατάσταση, αφού είναι γνωστός ο ρόλος του stress –και ιδιαίτερα όταν το κρατάμε μέσα μας όχι μόνο- στην σεξουαλική λειτουργία, αλλά και στην γενικότερη υγεία.  Η ερωτική πράξη μας κάνει να αισθανόμαστε αγαπητοί και ποθητοί, εκτονώνει το stress, και ως εκ τούτου φέρνει υγεία. Είναι εξάλλου γνωστό πως τα καρδιακά νοσήματα, ο σακχαρώδης διαβήτης, η υπέρταση, είναι μερικά από τα νοσήματα που ταλαιπωρούν όλο τον ανεπτυγμένο κόσμο, και στα οποία το άγχος παίζει καταλυτικό ρόλο τόσο στην εμφάνιση, όσο και στον έλεγχό τους.
Το μήνυμα λοιπόν για όλες τις χώρες της Ευρώπης είναι να ενημερωθούν οι πολίτες πως:

Ο έρωτας κάνει καλό στην υγεία. Ρωτήστε.
Σε 13 χώρες υπάρχουν Κέντρα Σεξουαλικής και Αναπαραγωγικής Υγείας που διαθέτουν ανοικτή γραμμή βοήθειας για την έγκυρη και έγκαιρη ενημέρωση των πολιτών τους.
Στην Ελλάδα, στο νούμερο 2310 99 90 99, η γραμμή λειτουργεί από τις 14.2.1999.

Ο υποθυρεοειδισμός παχαίνει; Αυτοάνοσος υποθυρεοειδισμός, Νόσος Hashimoto. Ιατρογενής υποθυρεοειδισμός.


του Ξενοφώντα Τσούκαλη, M.D., medlabnews.gr iatrikanea

Ο θυρεοειδής είναι ένας ενδοκρινής αδένας, ο οποίος βρίσκεται στη βάση του λαιμού και έχει σχήμα πεταλούδας. 

Λειτουργία του σημαντικού αυτού οργάνου, αποτελεί η παραγωγή θυρεοειδικών ορμονών οι οποίες είναι απαραίτητες για την φυσιολογική αύξηση, ανάπτυξη, τη ρύθμιση των μεταβολικών διεργασιών του οργανισμού για την εύρυθμη λειτουργία όλων των συστημάτων. Οι θυρεοειδικές ορμόνες, μέσω της κυκλοφορίας του αίματος, μεταφέρονται σε όλους τους ιστούς του σώματος και επηρεάζουν σε μεγάλο βαθμό τη λειτουργία πολλών οργάνων όπως της καρδιάς, του εντέρου και των πνευμόνων.

Υποθυρεοειδισμός είναι η παθολογική εκείνη κατάσταση κατά την οποία ο θυρεοειδής υπολειτουργεί. Η ανεπάρκεια των θυρεοειδικών ορμονών στο αίμα έχει σαν αποτέλεσμα την πρόκληση του κλινικού συνδρόμου που λέγεται υποθυρεοειδισμός. Η ανεπάρκεια αυτή στην ενδομήτρια ζωή και τη νεογνική ηλικία έχει δυσμενή επίπτωση στην ωρίμανση του εγκεφάλου και στη σωματική αύξηση και ανάπτυξη. Στην παιδική ηλικία παρατηρείται καθυστέρηση σωματικής αύξησης, ενώ στους ενήλικες εκδηλώνεται ως γενική επιβράδυνση των ζωτικών λειτουργιών. 

Ο υποθυρεοειδισμός είναι μια από τις πιο συχνές παθήσεις του θυρεοειδή. 

Περίπου 2-3% του πληθυσμού έχει υποθυρεοειδισμό(σε μεγάλες ηλικίες μπορεί να φθάσει ακόμα και το 10%)και ένα 10% έχει υποκλινικό υποθυρεοειδισμό. Προσβάλει άτομα κάθε ηλικίας, όλων των φύλων και των φυλών και δεν κάνει κοινωνικοοικονομικές διακρίσεις. Το πιο σημαντικό όμως είναι ότι υπολογίζεται ότι τα μισά περίπου άτομα που έχουν υποθυρεοειδσμό δεν το γνωρίζουν. Και αυτό εξαιτίας της μη ειδικής φύσης των συμπτωμάτων της πάθησης.
Η πλειοψηφία των περιπτώσεων υποθυρεοειδισμού οφείλεται στη χρόνια θυρεοειδίτιδα (Hashimoto) η οποία αποτελεί μια βραδέως εξελισσόμενη αυτοάνοση πάθηση του θυρεοειδούς. 

Υποθυρεοειδισμός  Συμπτώματα


Ο υποθυρεοειδισμός δεν έχει ειδικά συμπτώματα. Αυτό σημαίνει ότι τα συμπτώματα του υποθυρεοειδισμού εμφανίζονται και σε άλλες ασθένειες και ότι όλοι οι υποθυρεοειδικοί ασθενείς δεν εμφανίζουν τα ίδια συμπτώματα. Για το λόγο αυτό η διάγνωση δεν μπορεί να τεθεί αποκλειστικά και μόνο από την αναφορά των συμπτωμάτων στο γιατρό. Ένα άλλο στοιχείο που κάνει τη διάγνωση του υποθυρεοειδισμού δύσκολη είναι ότι η πάθηση αναπτύσσεται αργά με τον χρόνο.

Ο υποθυρεοειδισμός εκδηλώνεται:

με σωματική κόπωση και πνευματική νωθρότητα, 
υπνηλία και 
δυσκολία έγερσης το πρωί, 
με αύξηση του βάρους παρά τη μειωμένη όρεξη, 
με δέρμα ξηρό και άγριο
Οι πάσχοντες από υποθυρεοειδισμό εμφανίζουν ευαισθησία στο κρύο και δυσκοιλιότητα
Οι γυναίκες παρουσιάζουν διαταραχές περιόδου και ειδικότερα έχουν συχνότερα εμμηνορρυσία, με περισσότερο αίμα ενώ και τα συμπτώματα πριν την περίοδο χειροτερεύουν. 
Πολύ συχνά ο υποθυρεοειδισμός συνοδεύεται από βρογχοκήλη η οποία όπως είπαμε είναι η διόγκωση του θυρεοειδούς και από υψηλά επίπεδα χοληστερίνης. 
Ο υποθυρεοειδισμός έχει ενοχοποιηθεί και για την εκδήλωση κατάθλιψης.
Σε προχωρημένα στάδια η εμφάνιση του ασθενούς παίρνει χαρακτηριστική όψη: ωχρό πρόσωπο, πρήξιμο βλεφάρων, ξερά μαλλιά και αραιά φρύδια, βραχνή και αργή φωνή.

Η έλλειψη των θυρεοειδικών ορμονών μπορεί να εκδηλωθεί από τα επί μέρους συστήματα ως εξής:

Δέρμα- Παρουσιάζεται κρύο, ωχρό, ξηρό και τραχύ με υπερκεράτωση. Οι τρίχες και τα νύχια είναι εύθρυπτα. Μειωμένη εφίδρωση
Καρδιαγγειακό σύστημα- Βραδυκαρδία με μείωση της συσταλτικότητας της καρδιάς που επιβαρύνουν σημαντικά τυχόν συνυπάρχουσα καρδιοπάθεια.
Αναπνευστικό- Επιπόλαιες και βραδείες αναπνοές.
Γαστρεντερικό- Μειωμένη κινητικότητα του εντέρου με αποτέλεσμα τη δυσκοιλιότητα.
Αίμα- Αναιμία.
Κεντρικό νευρικό σύστημα- Βραδυψυχισμός, νωθρότητα αντιδράσεων, αδυναμία συγκέντρωσης, έλλειψη ψυχικής διάθεσης, υπνηλία, κατάθλιψη, ψυχωσικές αντιδράσεις.
Μυικό- Σύνδρομο καρπιαίου σωλήνα που εκδηλώνεται με αιμωδίες και παραισθησίες στα άκρα χέρια. Βραδύτητα της σύσπασης και χάλασης των μυών. Ο ασθενής παραπονείται για διάχυτους πόνους, μυικές κράμπες.
Αναπαραγωγικό- Ολιγομηνόρροια ή αμηνόρροια ή μηνορραγίες.
    Για τη διάγνωση της νόσου πρέπει να λάβουμε υπόψη ότι οι κλινικές εκδηλώσεις του υποθυρεοειδισμού διαφέρουν από ασθενή σε ασθενή και εξαρτώνται από τρεις κυρίως παράγοντες:

    - την ηλικία του ατόμου
    τη χρονική διάρκεια
    τη βαρύτητα του υποθυρεοειδισμού τη στιγμή που θα διαγνωσθεί

    Όποιος έχει ένα ή περισσότερα από τα αναφερόμενα συμπτώματα ή τα σημεία δεν σημαίνει ότι έχει υποθυρεοειδισμό αλλά σίγουρα θα πρέπει να τα αναφέρει στον ενδοκρινολόγο του προκειμένου να αποκλειστεί η διάγνωση του υποθυρεοειδισμού.
    Οι γυναίκες έχουν μεγαλύτερο κίνδυνο από τους άνδρες να εμφανίσουν υποθυρεοειδισμό και η διαφορά στη συχνότητα της πάθησης μεταξύ νέων γυναικών και νέων ανδρών είναι πολύ έντονη. Στις γυναίκες πολύ συχνά ξεκινάει κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, μετά τη γέννα  ή γύρω στην εμμηνόπαυση.

    Υποθυρεοειδισμός Αιτίες

    Η συχνότερη αιτία του υποθυρεοειδισμού είναι η αυτοάνοση θυρεοειδοπάθεια. Άλλες συχνές αιτίες είναι οι λεγόμενες ιατρογενείς, δηλαδή η χειρουργική αφαίρεση του θυρεοειδούς και η καταστροφή του θυρεοειδούς με ραδιενεργό ιώδιο. Λιγότερο συχνές αιτίες είναι ο εκ γενετής υποθυρεοειδισμός, η υποξεία θυρεοειδίτιδα, κάποια φάρμακα τα οποία προκαλούν υποθυρεοειδισμό, κάποιες παθήσεις της υπόφυσης και κάποιες σπάνιες παθήσεις κατά τις οποίες έχουμε διήθηση του θυρεοειδούς αδένα.

    Αυτοάνοσος υποθυρεοειδισμός (Νόσος Hashimoto)


    Ο γιατρός που την περιέγραψε ήταν Ιάπωνας και από αυτόν πήρε το όνομά της. Οι Ιάπωνες παρουσιάζουν συχνά αυτή την πάθηση λόγω του γενετικού τους προφίλ. 

    Το ανοσοποιητικό σύστημα του ανθρώπου κάτω από φυσιολογικές συνθήκες προστατεύει το σώμα από την εισβολή των βακτηριδίων και των ιών. Στις αυτοάνοσες νόσους, όπως άλλωστε προδίδει και το όνομά τους, το ανοσοποιητικό σύστημα αναγνωρίζει ως ξένα κάποια συστατικά του οργανισμού και επομένως τους επιτίθεται. Πιο συγκεκριμένα στον αυτοάνοσο υποθυρεοειδισμό το αμυντικό σύστημα επιτίθεται σε συστατικά του θυρεοειδούς αδένα με αποτέλεσμα να επηρεάζει την ικανότητά των θυρεοειδικών κυττάρων να παράγουν  ορμόνες. 
    Στην πάθηση αυτή υπάρχει συνεχής αντικατάσταση του υγιούς παρεγχύματος από λεμφοκύτταρα και ινώδη ιστό. Περισσότεροι από 90% των ασθενών με χρόνια αυτοάνοση θυρεοειδίτιδα έχουν υψηλό τίτλο αντιθυρεοειδικών αντισωμάτων. Μπορεί να συμβεί σε οποιαδήποτε ηλικία αλλά συχνότερα προσβάλλει γυναίκες μέσης ηλικίας. Οι ασθενείς πολύ πιθανόν να έχουν ατομικό ή οικογενειακό ιστορικό άλλων αυτοάνοσων νοσημάτων όπως λεύκη, αλωπεκία, σακχαρώδη διαβήτη, επινεφριδιακή ανεπάρκεια, υποπαραθυρεοειδισμό, μυασθένεια Gravis, κακοήθη αναιμία. Η θυρεοειδίτιδα Hashimoto αρχικά συνήθως εμφανίζεται με διόγκωση του θυρεοειδή (βρογχοκήλη) ασυμπτωματική, χωρίς κλινική ή βιοχημική εικόνα υποθυρεοειδισμού ή με ήπιο υποθυρεοειδισμό.

    Όταν ένας ικανός αριθμός κυττάρων έχει καταστραφεί τότε η παραγωγή των θυρεοειδικών ορμονών από τα εναπομείναντα κύτταρα δεν επαρκεί για να καλύψει τις ανάγκες του οργανισμού.
    Παράγοντες κινδύνου για την ανάπτυξη αυτοάνοσου υποθυρεοειδισμού είναι εκ πρώτης το οικογενειακό ιστορικό. Άτομα που έχουν συγγενείς με αυτοάνοση θυροειδοπάθεια είναι σε κίνδυνο να εμφανίσουν αυτοάνοση θυρεοειδοπάθεια και οι ίδιοι. Ένας άλλος σημαντικός παράγοντας είναι η ηλικία. Η έναρξή της νόσου μπορεί να συμβεί σε οποιαδήποτε ηλικία, αλλά συνήθως είναι πιο συχνή στα ηλικιωμένα άτομα.  Επίσης ασθενείς που πάσχουν από άλλες αυτοάνοσες νόσους όπως σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1, ρευματοειδή αρθρίτιδα, σκλήρυνση κατά πλάκας, νόσο του Addison, λεύκη, κακοήθη αναιμία και άλλες, έχουν μεγαλύτερο κίνδυνο να εμφανίσουν αυτοάνοσο υποθυρεοειδισμό και θα πρέπει να ελέγχονται μόλις διαγνωστεί η πάθηση τους. Τέλος, οι πάσχοντες από σύνδρομο Down ή από σύνδρομο Turner εμφανίζουν συχνά αυτοάνοσο υποθυρεοειδισμό

    Ιατρογενής υποθυρεοειδισμός

    Πολλοί άνθρωποι είτε λόγω της παρουσίας όζων, είτε λόγω της ύπαρξης καρκίνου του θυρεοειδούς ή λόγω της νόσου του Graves’, υποβάλλονται σε θυρεοειδεκτομή δηλαδή σε αφαίρεση μέρους ή ακόμα και του συνόλου του θυρεοειδούς αδένα. 
    Ασθενείς που υποβλήθηκαν σε ολική θυρεοειδεκτομή καταλήγουν σε υποθυρεοειδισμό δύο με τέσσερις βδομάδες μετά την επέμβαση. Μετά από υφολική θυρεοειδεκτομή σε ασθενείς με νόσο Grave’s ή τη χορήγηση ραδιενεργού ιωδίου ο χρόνος εγκατάστασης του υποθυρεοειδισμού ποικίλει. Σε ένα μεγάλο ποσοστό εκδηλώνεται στο πρώτο έτος μετά τη θεραπεία και το ποσοστό αυξάνεται βραδέως τα επόμενα χρόνια. Η ακτινοθεραπεία γιά κακοήθειες στην περιοχή του τραχήλου επίσης προκαλεί υποθυρεοειδισμό.

    Στην περίπτωση που μόνο ένα μέρος του θυρεοειδή αφαιρεθεί τότε το εναπομείναν μέρος ή θα δουλεύει ικανοποιητικά ώστε να διατηρεί τα επίπεδα των θυρεοειδικών ορμονών στο αίμα στα φυσιολογικά ή δεν θα επαρκεί για την παραγωγή της απαραίτητης ποσότητας θυρεοειδικών ορμονών οπότε πάλι ο ασθενής θα καταστεί υποθυρεοειδικός.

    Συγγενής υποθυρεοειδισμός

    Συγγενή υποθυρεοειδισμό ονομάζουμε την ύπαρξη υποθυρεοειδισμού από τη γέννηση ακόμα. Μπορεί να οφείλεται είτε στο μη σχηματισμό του αδένα κατά την εμβρυική ζωή, είτε σε μη επαρκή λειτουργία των θυρεοειδικών κυττάρων ή των ενζύμων τους. Αποτελεί συχνή αιτία νοητικής υστέρησης καθώς οι θυρεοειδικές ορμόνες είναι απαραίτητες για την ανάπτυξη του κεντρικού νευρικού συστήματος κατά την εμβρυική ζωή και ως την ηλικία των 2-3 ετών. Είναι φανερό ότι η έγκαιρη διάγνωση του συγγενούς υποθυρεοειδισμού είναι απαραίτητη.

    Φάρμακα που προκαλούν υποθυρεοειδισμό

    Υποθυρεοειδισμός μπορεί να εμφανισθεί λόγω χορήγησης αντιθυρεοειδικών φαρμάκων που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία του υπερθυρεοειδισμού. Άλλα φάρμακα είναι το λίθιο, η αμιοδαρόνη, ιντερφερόνη-α. Έλεγχος με μέτρηση της TSH κάθε 6 με 12 μήνες πρέπει να γίνεται σε ασθενείς που παίρνουν αυτά τα φάρμακα. Επίσης η ταυτόχρονη λήψη φαρμάκων που επηρεάζουν την απορρόφηση της θυροξίνης σε ασθενείς υπό θεραπεία με θυροξίνη μπορεί να οδηγήσει σε υποθυρεοειδισμό.
    Τα πιο συχνά φάρμακα που προκαλούν υποθυρεοειδισμό είναι η ιντερφερόνη η οποία χορηγείται για την θεραπεία της ηπατίτιδας, το λίθιο που χορηγείται σε ψυχιατρικές νόσους και η αμιοδαρόνη που χορηγείται για την αντιμετώπιση καρδιακών παθήσεων.

    Μπορεί ο υποθυρεοειδισμός να προληφθεί;

    Στις ανεπτυγμένες χώρες που η ποσότητα του ιωδίου στη δίαιτα είναι επαρκής, δεν υπάρχει τρόπος να προλάβει κάποιος τον υποθυρεοειδισμό. Το μόνο όπλο που έχουμε είναι η έγκαιρη διάγνωση. Για το λόγο αυτό άλλωστε όλα τα νεογέννητα υποβάλλονται σε ανιχνευτικό έλεγχο την τρίτη με πέμπτη ημέρα από τη γέννηση τους, προκειμένου να προληφθεί ο νεογνικός υποθυρεοειδισμός. Στη χώρα μας το πρόγραμμα αυτό εφαρμόζεται από το 1979. Επίσης, όλες οι έγκυες γυναίκες πρέπει να ελέγχουν τη θυρεοειδική τους λειτουργία. Και φυσικά, άτομα με συμπτώματα ύποπτα για υποθυρεοειδισμό και όσοι έχουν συγγενείς πάσχοντες από αυτοάνοση θυρεοειδοπάθεια είναι απαραίτητο να ελέγχονται. Εν κατακλείδι, το μήνυμα είναι ότι ο σημαντικότερος παράγοντας κινδύνου για την ανάπτυξη αυτοάνοσου υποθυρεοειδισμού είναι η ύπαρξη στο συγγενικό περιβάλλον ατόμων με αυτοάνοση θυρεοειδοπάθεια. Όσοι επομένως θέλουν να προλάβουν την εκδήλωση της νόσου να επισκεφθούν τον ενδοκρινολόγο τους για περαιτέρω οδηγίες.
    Διάγνωση-Θεραπεία

    Φυσιολογικά ή υψηλά επίπεδα TSH και θετικοί τίτλοι θυρεοειδικών αντισωμάτων, αντι-Τg και αντι-TPO. Η παρακέντηση με τη λεπτή βελόνη δείχνει διήθηση με λεμφοκύτταρα. Τόσο τα ΘΑΑΣ όσο και η λεμφοκυτταρική διήθηση μπορεί να βρίσκονται και σε ένα ποσοστό του γενικού πληθυσμού. Το υπερηχογράφημα δείχνει χαρακτηριστική ανομοιογένεια του παρεγχύματος.

    Η θεραπεία γίνεται με θυροξίνη επί μακρόν και σε περίπτωση υποθυρεοειδισμού εφ’ όρου ζωής. Σε σπάνιες περιπτώσεις μπορεί να προκαλούνται πιεστικά φαινόμενα, οπότε αντιμετωπίζεται χειρουργικά.
    Οι ασθενείς παρουσιάζουν κλινική βελτίωση δύο βδομάδες μετά την έναρξη της θεραπείας με πλήρη ανάρρωση σε λίγους μήνες. Επαναξιολόγηση του ασθενούς και μέτρηση της T4 και TSH πρέπει να γίνεται μετά από τρεις με έξι βδομάδες και αναλόγως ρύθμιση της δόσης.

    Υπάρχει μια εξαίρεση στον κανόνα αυτόν και ονομάζεται δευτεροπαθής υποθυρεοειδισμός. Πρόκειται για μια σπάνια πάθηση. Στην κατάσταση αυτή το όργανο που πάσχει είναι η υπόφυση, η οποία δεν μπορεί να παράγει θυρεοειδοτρόφο ορμόνη με αποτέλεσμα ούτε ο θυρεοειδής να μπορεί να παράγει ορμόνες αφού δεν λαμβάνει το απαραίτητο σήμα από την υπόφυση.
    Τα περισσότερα εργαστήρια δίνουν ως φυσιολογικά όρια της TSH τα 0,4 – 4,0mU/L.
    Όμως στις μέρες μας υποστηρίζεται ότι θα πρέπει να υπάρχει μια διαφοροποίηση και για όσους έχουν τιμές μέσα στα φυσιολογικά όρια. Πιο συγκεκριμένα οι τιμές μεταξύ 0,4 και 2,5 θεωρούνται οι απόλυτα φυσιολογικές. Για όσους έχουν τιμές πάνω από 2,5 και κάτω από 4,0 καλό θα είναι να γίνεται μέτρηση και των αντιθυρεοειδικών αντισωμάτων. Τα αντισώματα αυτά είναι που επιτίθενται στον θυρεοειδή και προκαλούν τον υποθυρεοειδισμό. Άτομα με θετικά αντισώματα σημαίνει ότι είναι σε κίνδυνο να αναπτύξουν αυτοάνοσο υποθυρεοειδισμό στο μέλλον και σε αυτά τα άτομα συστήνεται η μέτρηση της TSH ετησίως.
    Άτομα με TSH μεγαλύτερη του 10 έχουν εξορισμού υποθυρεοειδισμό και θα χρειαστούν θεραπεία.


    Τελικά ο υποθυρεοειδισμός παχαίνει;

    Είναι μύθος να υποστηρίζουμε ότι κάποια είναι παχουλή γιατί έχει πρόβλημα με το θυρεοειδή της. Από τη στιγμή που έχουν πρόβλημα με το θυρεοειδή τους και είναι καλά ρυθμισμένες, το θέμα του βάρους τους δεν έχει σχέση με το θυρεοειδή. Έχει σχέση με τον τρόπο ζωής, τον τρόπο διατροφής, την καθιστική ζωή, την υπερκατανάλωση υδατανθράκων και λιπαρών φαγητών. Είναι γεγονός ότι μέχρι να ανιχνευθεί ο υποθυρεοειδισμός προκαλεί μια ανεξήγητη αύξηση βάρους. Όταν όμως εντοπιστεί το πρόβλημα και ο ασθενής πάρει τη σωστή δόση θεραπείας, ο θυρεοειδής δεν είναι υπεύθυνος για την αύξηση βάρους. Δεν μπορεί να συνεχίσει να παχαίνει κάποιος, ο οποίος έχει υποθυρεοειδισμό αλλά καλά ρυθμισμένο. Κάτι άλλο συμβαίνει και αυτό το κάτι άλλο είναι συνήθως η καθιστική ζωή και η κακή διατροφή. Ως μεταβολικός θερμοστάτης, ο θυρεοειδής ελέγχει τη θερμοκρασία του σώματος, τα επίπεδα της ενέργειας και τη διαδικασία της ανάπτυξης στην παιδική ηλικία. Στέλνει χημικά μηνύματα μέσω των ορμονών σε κάθε κύτταρο, διατηρώντας τη θερμοκρασία του σώματος, τον καρδιακό παλμό και τη λειτουργία των οργάνων σε φυσιολογικά επίπεδα. Ένας υποδραστήριος θυρεοειδής, όμως, στέλνει λιγότερες ορμόνες, επιβραδύνοντας το μεταβολισμό, με αποτέλεσμα ο οργανισμός να καίει λιγότερες θερμίδες. Το βάρος που παίρνουμε λόγω του υποθυρεοειδισμού σχετίζεται με την κατακράτηση υγρών και όχι με τη συσσώρευση λίπους. Βέβαια, επειδή ο μεταβολισμός μας επιβραδύνεται, πρέπει να είμαστε πιο προσεκτικοί με τις θερμίδες που καταναλώνουμε. Από τη στιγμή όμως που ο θυρεοειδής θα ρυθμιστεί από τον ενδοκρινολόγο, ο ασθενής δεν διαφέρει σε τίποτα από κάποιο άλλο άτομο που δεν αντιμετωπίζει πρόβλημα θυρεοειδή.
    ΠΗΓΗ medlab.gr
    www.endocrinology.org

    Διαβάστε επίσης

    Ο όζος του Θυρεοειδούς είναι καλοήθης ή κακοήθης (καρκίνος); Πως αντιμετωπίζονται οι θυρεοειδικοί όζοι;

    Όζος του θυρεοειδούς

    του Ξενοφώντα Τσούκαλη, M.D., medlabnews.gr iatrikanea

    Όζος του θυρεοειδούς είναι ένα «εξόγκωμα» σε ένα φυσιολογικό αδένα. Οι όζοι είναι πολύ συχνοί και έχει υπολογισθεί ότι μία στις 12 με 15 γυναίκες και ένας στους 45 με 50 άνδρες έχουν όζο στον θυρεοειδή.

    Από τους ασθενείς που είναι ασυμπτωματικοί, εάν εξετασθούν με υπερηχοτομογράφο, το 50 με 70% έχουν όζο. Λιγότερο από το 5% αυτών θα έχουν κακοήθεια, ενώ οι περισσότεροι είναι κύστεις.
    Οι πιο συχνοί τύποι καλοηθών όζων είναι αδενώματα, κύστεις και θυρεοειδίτιδα Hashimoto. Λιγότερο συχνοί τύποι είναι η υποξεία θυρεοειδίτιδα, η θυρεοειδίτιδα του Riedel. Το 60% των κακοηθών όζων είναι θηλώδες καρκίνωμα. Το καρκίνωμα αυτό είναι καλά διαφοροποιημένο και έχει καλή πρόγνωση. Οι αλλαγές στη φωνή (βράγχος), η ταχεία αύξηση του μεγέθους ενός μορφώματος στον τράχηλο, ο επίμονος πόνος στην περιοχή, αποτελούν αιτίες άμεσης παραπομπής σε χειρουργό ενδοκρινών αδένων. Σε περίπτωση εμφάνισης συριγμού, ο ασθενής πρέπει να απευθύνεται σε ειδικό ακόμα και την ίδια ημέρα. Μονήρεις συμπαγείς μάζες στον θυρεοειδή είναι εξαιρετικά σπάνιες στα παιδιά, όταν όμως παρατηρούνται κατά 80% είναι κακοήθεις και σε ποσοστό 80% υπάρχει και λεμφαδενική συμμετοχή.
    Οι περισσότεροι όζοι του θυρεοειδούς είναι ασυμπτωματικοί. Μπορούν να παρουσιαστούν ως ψηλαφητή μάζα στον τράχηλο ή να δώσουν την αίσθηση τάσης στην περιοχή. Σε εξαιρετικά σπάνιες περιπτώσεις παρουσιάζεται πόνος ή δυσκαταποσία.

    Η παρουσία των όζων αυξάνεται κατά 10 φορές μετά από υπερηχογράφημα , εγχείρηση η νεκροψία. Με την πάροδο της ηλικίας η συχνότητα των θυρεοειδικών όζων από τους οποίους το 50% είναι ψηλαφητά μονήρεις αυξάνεται, είναι δε τέσσερις φορές πιο συχνοί στις γυναίκες. Η διάγνωση και θεραπεία του μονήρους είναι ίδια με εκείνη ενός κυρίαρχου όζου η ενός όζου που έχει διαφορετική σύσταση από τους άλλους σε πολυοζώδεις βρογχοκήλες.


    Από το ιστορικό πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η ηλικία αφού είναι γνωστό ότι οι θυρεοειδικοί όζοι που εμφανίζονται σε μικρές και μεγάλες ηλικίες έχουν αυξημένη πιθανότητα να είναι κακοήθεις. Σε μία πρόσφατη μελέτη τα παιδιά που εμφανίζουν ψυχρό όζο στο θυρεοειδή έχουν διπλάσια πιθανότητα να εμφανίσουν καρκίνο σε σύγκριση με τους ενήλικες . Η εμφάνιση μονήρους όζου στους άνδρες έχει επίσης αυξημένη επίπτωση εμφάνισης κακοήθειας. Η γρήγορη ανάπτυξη του όζου και συμπτώματα τοπικής διήθησης αυξάνουν την πιθανότητα κακοήθειας αλλά λίγοι ασθενείς έχουν αυτά τα συμπτώματα. Η έκθεση σε εξωτερική ακτινοβολία του τραχήλου ή του θώρακος σε χαμηλές ή υψηλές δόσεις αυξάνουν την πιθανότητα εμφάνισης καλοήθων ή κακοήθων θυρεοειδικών όζων. Μετά από δόσεις 200-500 rads οι όζοι του θυρεοειδούς εμφανίζεται με συχνότητα 2% το χρόνο φθάνοντας στο peak σε 15-25 χρόνια. Οι θερμοί όζοι είναι συνήθως καλοήθεις αλλά υπάρχουν και εξαιρέσεις. Ένας ψηλαφητός ψυχρός όζος σε N. Graves είναι ύποπτος για κακοήθεια.
    Όζοι, 1 εκατοστού, μπορεί εύκολα να ανευρεθούν εκτός εάν βρίσκονται βαθιά η κατασκευή του τραχήλου είναι τέτοια που δεν μας επιτρέπει την εύκολη ψηλάφηση. Η εξέταση του ασθενούς με θυρεοειδικό όζο πρέπει να περιλαμβάνει μια προσεκτική εκτίμηση του όζου εάν είναι σκληρός, ομαλός εάν συμφύεται με τους υποκείμενους η υπερκείμενους ιστούς εάν είναι μονήρης η εάν υπάρχουν και άλλοι όζοι δηλαδή είναι ένας κυρίαρχος στα πλαίσια οζώδους βρογχοκήλης. Ακόμα αναζητούνται ψηλαφητοί τραχηλικοί λεμφαδένες περιπτώσεις στις οποίες η κακοήθεια είναι πολύ αυξημένη.

    Όταν διαπιστώνεται όζος πρέπει να απαντηθούν 3 ερωτήματα:

    1 Αν είναι καλοήθης ή κακοήθης.
    2 Αν είναι λειτουργικά ανενεργής, δηλαδή ψυχρός, ή εάν παράγει μεγάλες ποσότητες θυρεοειδικών ορμονών, δηλαδή είναι θερμός, και
    3 Αν λόγω του μεγέθους και της θέσης του δημιουργεί προβλήματα, πιέζοντας παρακείμενα όργανα και σχηματισμούς, όπως:
    α) την τραχεία, προκαλώντας δύσπνοια,
    β) τον οισοφάγο, προκαλώντας δυσχέρεια στην κατάποση, και
    γ) το λάρυγγα ή νεύρα, με αποτέλεσμα δυσκολία στην ομιλία και βράγχος φωνής. Μετά από εξέταση και το κατάλληλο εργαστηριακό έλεγχο η συνήθης απάντηση είναι όχι σε όλα. Στις περισσότερες περιπτώσεις υπάρχει ένας ή περισσότεροι όζοι μικρού ή μετρίου μεγέθους, που είναι ανενεργοί, δεν παράγουν δηλαδή θυρεοειδικές ορμόνες και δεν προκαλούν πιεστικά φαινόμενα. Σπάνια ο όζος υπερλειτουργεί, παράγοντας ανεξέλεγκτα πολλές θυρεοειδικές ορμόνες, με αποτέλεσμα ο/η ασθενής να έχει υπερθυρεοειδισμό, οπότε και εργαστηριακά παρατηρείται αύξηση της T4 ή/και της T3 και πάρα πολύ χαμηλή TSH (Θυρεοειδοτρόπος Ορμόνη). Στο σπινθηρογράφημα απεικονίζεται ο όζος που υπερλειτουργεί και καλείται θερμός (αυτόνομος). Εάν υπερλειτουργούν πολλοί όζοι, έχουμε την ¨πολυοζώδη τοξική βρογχοκήλη¨

    Ο παρακλινικός έλεγχος περιλαμβάνει τον προσδιορισμό των ορμονών το υπερηχογράφημα, το σπινθηρογράφημα και την βιοψία με λεπτή βελόνα.
    Με τον ορμονολογικό έλεγχο θα εκτιμηθεί εάν ο ασθενής είναι ευθυρεοειδικός υπερ-υποθυρεοειδικός και αυτό γίνεται κυρίως με τον προσδιορισμό της TSH και με την μέτρηση των θυρεοειδικών ορμονών.
    Δυσλειτουργία του θυρεοειδούς δεν αποκλείει το ενδεχόμενο κακοήθειας αλλά αυτό είναι πιο σπάνιο.
    Το υψηλής ευκρίνειας υπερηχογράφημα έχει την ικανότητα να μετρά τον όγκο του αδένα και τον αριθμό και το μέγεθος των όζων που υπάρχουν. Η διακριτική ικανότητα φθάνει στο ανιχνεύει όζους 2-4 χιλ. Ανάλογα με τη σύσταση τους οι όζοι διακρίνονται σε συμπαγείς, κυστικοί και μεικτοί δηλαδή με συμπαγή και κυστικά στοιχεία. Οι καθαρά κυστικοί όζοι είναι πάρα πολύ σπάνιοι. Αν και το υπερηχογράφημα δεν μας βοηθά στον διαχωρισμό καλοήθων και κακοήθων όζων περισσότεροι όζοι με κακοήθεια είναι συμπαγείς, ακανόνιστοι και υποηχογενείς. Αποτιτανώσεις υπάρχουν σε 10-15% όλων των όζων και εάν εντοπίζονται στη περιφέρεια του όζου είναι υπέρ της καλοήθειας ενώ εάν υπάρχουν στικτές αποτιτανώσεις μέσα στον όζο είναι πιθανόν να πρόκειται για θηλώδες καρκίνωμα.
    Το σπινθηρογράφημα του θυρεοειδούς δείχνει το σχήμα, το μέγεθος και τη λειτουργία του αδένα και των οζιδίων αυτού, χρησιμοποιώντας ελάχιστες ποσότητες ραδιοφαρμάκου, όπως το ιώδιο. Εφόσον το οζίδιο προσλαμβάνει το ραδιενεργό ιώδιο χαρακτηρίζεται ως «θερμός όζος» και είναι σχεδόν πάντα καλοήθης. Στην αντίθετη περίπτωση, δηλαδή όταν το οζίδιο προσλαμβάνει ελάχιστα ή καθόλου το ραδιοφάρμακο σε σχέση με τον υπόλοιπο θυρεοειδή, τότε ονομάζεται «ψυχρός όζος». Οι ψυχροί όζοι του θυρεοειδούς μπορεί να είναι ή και να μην είναι κακοήθεις. Το σπινθηρογράφημα δεν μπορεί να μας διαχωρίσει εάν ένας όζος είναι καλοήθης η κακοήθης αλλά μπορεί να μας δώσει την πληροφορία εάν υπάρχουν αυξημένες πιθανότητες ο όζος να έχει κακοήθεια. Είναι γνωστό ότι το 15% περίπου των ψυχρών είναι κακοήθεις ενώ οι χλιαροί όζοι που αντιπροσωπεύουν το 10% των όζων έχουν 6% πιθανότητα κακοήθειας ενώ το 5% των θερμών όζων εμφανίζουν κακοήθεια πάρα πολύ σπάνια.

    Η παρακέντηση διά λεπτής βελόνης του οζιδίου του θυρεοειδούς παρέχει τη δυνατότητα για μικροσκοπική εξέταση (βιοψία). Με τη μέθοδο αυτή μπορούμε να καθορίσουμε με ακρίβεια 90% την πιθανότητα καρκίνου στο οζίδιο. Η βιοψία με λεπτή βελόνα ( FNA ) έγινε πρωταρχική εξέταση στη πλειονότητα των ασθενών με μονήρη όζο γιατί είναι ασφαλής φθηνή και μας κατευθύνει ποιοι ασθενείς θα πρέπει να χειρουργηθούν Τα αποτελέσματα τα οποία μπορούμε να πάρουμε όταν το υλικό της βιοψίας είναι ικανοποιητικό είναι Καλοήθης, κακοήθης απροσδιόριστο (ύποπτο). Η ακρίβεια της μεθόδου φθάνει το 70-97 % και εξαρτάται από την εμπειρία του γιατρού που κάνει την βιοψία και την ικανότητα του κυτταρολόγου να αξιολογεί τα ευρήματα που υπάρχουν. Η πλειονότητα των αποτελεσμάτων (75%) είναι αρνητικά για κακοήθεια και αφορούν Ν. Hashimoto και κολλοειδή βρογχοκήλη. Τα ψευδώς αρνητικά κυτταρολογικά αποτελέσματα είναι 1-6% και αφορούν κυρίως μη ικανοποιητική λήψη υλικού η λάθος διάγνωση. Τα λάθη αυτά γίνονται κυρίως σε όζους που είναι μικρότεροι του 1 εκ η μεγαλύτεροι 4 εκ, αιμορραγικούς όζους η πολυοζωδεις βρογχοκήλες όπου θα πρέπει να γίνονται πολλές βιοψίες και ενδεχομένως υπό υπερηχογραφική κάλυψη. Μια ανεπαρκής λήψη υλικού είναι μια αιτία για να έχει κανείς ψευδώς αρνητικά αποτελέσματα και αυτό αφορά το 20% των βιοψιών όπου λίγα μόνο κύτταρα υπάρχουν και είναι αδύνατο η στήριξη μιας ασφαλούς διάγνωσης.
    Επανάληψη της βιοψίας είναι δυνατό στο 50% των περιπτώσεων να δώσει υλικό για διάγνωση.
    Οι περισσότερες περιπτώσεις ανεπαρκούς υλικού αφορούν απλές κύστης ή εκφυλίσεις αδενωμάτων και η ανεπάρκεια οφείλεται στα λίγα κύτταρα που περιέχονται σ’αυτά. Θετικά κυτταρολογικά αποτελέσματα έχουμε στο 5-10% των περιπτώσεων και τα ψευδώς θετικά κυμαίνονται μεταξύ 3-6%. Τα αδιευκρίνιστα η ύποπτα αποτελούν το 20% περίπου και αφορούν περιπτώσεις θυλακιωδών νεοπλασμάτων. Η πιο συχνή καλοήθης κυτταρολογική εικόνα είναι του κολλοειδούς όζου που εμφανίζουν τα μακροθυλακιώδη αδενώματα. Η πιο συχνή κακοήθης διάγνωση είναι του θηλώδους καρκινώματος. Στη κατηγορία των αδιευκρίνιστων η ύποπτων παρασκευασμάτων είναι το μικροθυλακιώδες αδένωμα, εμβρυϊκό αδένωμα το αδένωμα από κύτταρα Hurthle. H ακρίβεια της βιοψίας με χονδρή ή λεπτή βελόνα από πολλά κέντρα είναι η ίδια γι αυτό η βιοψία με χονδρή βελόνα έχει καταργηθεί. Όπως προαναφέραμε η ακρίβεια της βιοψίας με λεπτή βελόνα φθάνει το 80-97%, η ειδικότητα 90-98% και η ευαισθησία το 80-90%. 

    Πως αντιμετωπίζονται οι θυρεοειδικοί όζοι;

    Εφόσον με τις παραπάνω εξετάσεις θεωρήσουμε ότι το οζίδιο είναι καλοήθης, τότε ο ασθενής παρακολουθείται σε τακτά χρονικά διαστήματα. Επίσης λαμβάνει την ορμόνη του θυρεοειδούς ως θεραπεία καταστολής του οζιδίου. Σε λίγες περιπτώσεις το οζίδιο συνεχίζει να αυξάνει σε μέγεθος ή προκαλεί αίσθημα πίεσης στο λαιμό, οπότε και αφαιρείται.

    Ακόμα και αν υπάρχει υπόνοια κακοήθειας, τότε ο ασθενής οδηγείται στο χειρουργείο και αφαιρείται σχεδόν όλος ο θυρεοειδής (σχεδόν ολική θυρεοειδεκτομή), διότι πάντοτε παραμένουν ελάχιστα υπολείμματα.

    Η διάγνωση του καρκίνου του θυρεοειδούς δεν πρέπει να μας φοβίζει αφού δεν έχει καμιά σχέση με τον καρκίνο σε κάποιο άλλο μέρος του σώματός μας. Η πρόγνωση του καρκίνου του θυρεοειδούς είναι εξαιρετικά καλή επειδή θεραπεύεται εύκολα με τη χειρουργική επέμβαση. Στο χειρουργείο αφαιρείται όλος ο θυρεοειδής αδένας καθώς και όσοι λεμφαδένες της περιοχής παρουσιάζονται διογκωμένοι. Με την πρόοδο της χειρουργικής επιστήμης, η αφαίρεση του θυρεοειδούς αποτελεί μια απλή επέμβαση, εξαιρετικά ασφαλής και γίνεται διαμέσου μιας πολύ μικρής τομής, με γενική ή τοπική αναισθησία. Ο ασθενής έχει ελάχιστο πόνο και παραμένει στο νοσοκομείο μία ή το πολύ δύο ημέρες. Επιπλέον, στην περίπτωση καρκίνου του θυρεοειδούς, έξι εβδομάδες μετά την εγχείρηση χρησιμοποιούμε ραδιενεργό ιώδιο για να καταστρέψουμε τυχόν εναπομείναντα καρκινικά κύτταρα. 
    Η θεραπευτική αντιμετώπιση και στρατηγική του Καρκίνου του Θυρεοειδούς εξαρτάται από τον τύπο του καρκίνου και από την επέκταση του σε άλλους ιστούς και όργανα. Οι θεραπευτικές επιλογές είναι οι εξής:
    • H χειρουργική αφαίρεση όλου ή σχεδόν όλου του αδένα, και αν είναι δυνατόν και των γειτονικών λεμφαδένων. Μετά την επέμβαση, ο ασθενής πρέπει να λαμβάνει για όλη του τη ζωή θυροξίνη σε μεγάλες δόσεις για να υποκαταστήσει τις θυρεοειδικές ορμόνες που δεν μπορεί πλέον να παράγει και να προλάβει μελλοντικές υποτροπές.
    • Χορήγηση ραδιενεργού ιωδίου στον ασθενή για να καταστραφεί τυχόν υπόλειμμα του αδένα μετά τη χειρουργική αφαίρεση ή δευτεροπαθείς εστίες του καρκίνου σε λεμφαδένες ή άλλα όργανα και μέρη του σώματος.
    • Εξωτερική ακτινοβόληση: μπορεί να είναι ευεργετική ειδικά σε ασθενείς με προχωρημένη νόσο οι οποίοι δεν μπορούν να υποβληθούν σε χειρουργική επέμβαση.
    • Χημειοθεραπεία: μπορεί να είναι ευεργετική μόνο σε ασθενείς με Αναπλαστικό Καρκίνο του Θυρεοειδούς.

    Όλοι οι ασθενείς που χειρουργούνται για οζίδιο θυρεοειδούς οφείλουν να λαμβάνουν φάρμακο με την ορμόνη του θυρεοειδούς δια βίου.

    Διαβάστε επίσης

    Copyright © 2015-2022 MEDLABNEWS.GR / IATRIKA NEA All Right Reserved. Τα κείμενα είναι προσφορά και πνευματική ιδιοκτησία του medlabnews.gr
    Kάθε αναδημοσίευση θα πρέπει να αναφέρει την πηγή προέλευσης και τον συντάκτη. Aπαγορεύεται η εμπορική χρήση των κειμένων