MEDLABNEWS.GR / IATRIKA NEA

Responsive Ad Slot

Ο όζος του Θυρεοειδούς είναι καλοήθης ή κακοήθης (καρκίνος); Πως αντιμετωπίζονται οι θυρεοειδικοί όζοι;

Όζος του θυρεοειδούς

του Ξενοφώντα Τσούκαλη, M.D., medlabnews.gr iatrikanea

Όζος του θυρεοειδούς είναι ένα «εξόγκωμα» σε ένα φυσιολογικό αδένα. Οι όζοι είναι πολύ συχνοί και έχει υπολογισθεί ότι μία στις 12 με 15 γυναίκες και ένας στους 45 με 50 άνδρες έχουν όζο στον θυρεοειδή.

Από τους ασθενείς που είναι ασυμπτωματικοί, εάν εξετασθούν με υπερηχοτομογράφο, το 50 με 70% έχουν όζο. Λιγότερο από το 5% αυτών θα έχουν κακοήθεια, ενώ οι περισσότεροι είναι κύστεις.
Οι πιο συχνοί τύποι καλοηθών όζων είναι αδενώματα, κύστεις και θυρεοειδίτιδα Hashimoto. Λιγότερο συχνοί τύποι είναι η υποξεία θυρεοειδίτιδα, η θυρεοειδίτιδα του Riedel. Το 60% των κακοηθών όζων είναι θηλώδες καρκίνωμα. Το καρκίνωμα αυτό είναι καλά διαφοροποιημένο και έχει καλή πρόγνωση. Οι αλλαγές στη φωνή (βράγχος), η ταχεία αύξηση του μεγέθους ενός μορφώματος στον τράχηλο, ο επίμονος πόνος στην περιοχή, αποτελούν αιτίες άμεσης παραπομπής σε χειρουργό ενδοκρινών αδένων. Σε περίπτωση εμφάνισης συριγμού, ο ασθενής πρέπει να απευθύνεται σε ειδικό ακόμα και την ίδια ημέρα. Μονήρεις συμπαγείς μάζες στον θυρεοειδή είναι εξαιρετικά σπάνιες στα παιδιά, όταν όμως παρατηρούνται κατά 80% είναι κακοήθεις και σε ποσοστό 80% υπάρχει και λεμφαδενική συμμετοχή.
Οι περισσότεροι όζοι του θυρεοειδούς είναι ασυμπτωματικοί. Μπορούν να παρουσιαστούν ως ψηλαφητή μάζα στον τράχηλο ή να δώσουν την αίσθηση τάσης στην περιοχή. Σε εξαιρετικά σπάνιες περιπτώσεις παρουσιάζεται πόνος ή δυσκαταποσία.

Η παρουσία των όζων αυξάνεται κατά 10 φορές μετά από υπερηχογράφημα , εγχείρηση η νεκροψία. Με την πάροδο της ηλικίας η συχνότητα των θυρεοειδικών όζων από τους οποίους το 50% είναι ψηλαφητά μονήρεις αυξάνεται, είναι δε τέσσερις φορές πιο συχνοί στις γυναίκες. Η διάγνωση και θεραπεία του μονήρους είναι ίδια με εκείνη ενός κυρίαρχου όζου η ενός όζου που έχει διαφορετική σύσταση από τους άλλους σε πολυοζώδεις βρογχοκήλες.


Από το ιστορικό πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η ηλικία αφού είναι γνωστό ότι οι θυρεοειδικοί όζοι που εμφανίζονται σε μικρές και μεγάλες ηλικίες έχουν αυξημένη πιθανότητα να είναι κακοήθεις. Σε μία πρόσφατη μελέτη τα παιδιά που εμφανίζουν ψυχρό όζο στο θυρεοειδή έχουν διπλάσια πιθανότητα να εμφανίσουν καρκίνο σε σύγκριση με τους ενήλικες . Η εμφάνιση μονήρους όζου στους άνδρες έχει επίσης αυξημένη επίπτωση εμφάνισης κακοήθειας. Η γρήγορη ανάπτυξη του όζου και συμπτώματα τοπικής διήθησης αυξάνουν την πιθανότητα κακοήθειας αλλά λίγοι ασθενείς έχουν αυτά τα συμπτώματα. Η έκθεση σε εξωτερική ακτινοβολία του τραχήλου ή του θώρακος σε χαμηλές ή υψηλές δόσεις αυξάνουν την πιθανότητα εμφάνισης καλοήθων ή κακοήθων θυρεοειδικών όζων. Μετά από δόσεις 200-500 rads οι όζοι του θυρεοειδούς εμφανίζεται με συχνότητα 2% το χρόνο φθάνοντας στο peak σε 15-25 χρόνια. Οι θερμοί όζοι είναι συνήθως καλοήθεις αλλά υπάρχουν και εξαιρέσεις. Ένας ψηλαφητός ψυχρός όζος σε N. Graves είναι ύποπτος για κακοήθεια.
Όζοι, 1 εκατοστού, μπορεί εύκολα να ανευρεθούν εκτός εάν βρίσκονται βαθιά η κατασκευή του τραχήλου είναι τέτοια που δεν μας επιτρέπει την εύκολη ψηλάφηση. Η εξέταση του ασθενούς με θυρεοειδικό όζο πρέπει να περιλαμβάνει μια προσεκτική εκτίμηση του όζου εάν είναι σκληρός, ομαλός εάν συμφύεται με τους υποκείμενους η υπερκείμενους ιστούς εάν είναι μονήρης η εάν υπάρχουν και άλλοι όζοι δηλαδή είναι ένας κυρίαρχος στα πλαίσια οζώδους βρογχοκήλης. Ακόμα αναζητούνται ψηλαφητοί τραχηλικοί λεμφαδένες περιπτώσεις στις οποίες η κακοήθεια είναι πολύ αυξημένη.

Όταν διαπιστώνεται όζος πρέπει να απαντηθούν 3 ερωτήματα:

1 Αν είναι καλοήθης ή κακοήθης.
2 Αν είναι λειτουργικά ανενεργής, δηλαδή ψυχρός, ή εάν παράγει μεγάλες ποσότητες θυρεοειδικών ορμονών, δηλαδή είναι θερμός, και
3 Αν λόγω του μεγέθους και της θέσης του δημιουργεί προβλήματα, πιέζοντας παρακείμενα όργανα και σχηματισμούς, όπως:
α) την τραχεία, προκαλώντας δύσπνοια,
β) τον οισοφάγο, προκαλώντας δυσχέρεια στην κατάποση, και
γ) το λάρυγγα ή νεύρα, με αποτέλεσμα δυσκολία στην ομιλία και βράγχος φωνής. Μετά από εξέταση και το κατάλληλο εργαστηριακό έλεγχο η συνήθης απάντηση είναι όχι σε όλα. Στις περισσότερες περιπτώσεις υπάρχει ένας ή περισσότεροι όζοι μικρού ή μετρίου μεγέθους, που είναι ανενεργοί, δεν παράγουν δηλαδή θυρεοειδικές ορμόνες και δεν προκαλούν πιεστικά φαινόμενα. Σπάνια ο όζος υπερλειτουργεί, παράγοντας ανεξέλεγκτα πολλές θυρεοειδικές ορμόνες, με αποτέλεσμα ο/η ασθενής να έχει υπερθυρεοειδισμό, οπότε και εργαστηριακά παρατηρείται αύξηση της T4 ή/και της T3 και πάρα πολύ χαμηλή TSH (Θυρεοειδοτρόπος Ορμόνη). Στο σπινθηρογράφημα απεικονίζεται ο όζος που υπερλειτουργεί και καλείται θερμός (αυτόνομος). Εάν υπερλειτουργούν πολλοί όζοι, έχουμε την ¨πολυοζώδη τοξική βρογχοκήλη¨

Ο παρακλινικός έλεγχος περιλαμβάνει τον προσδιορισμό των ορμονών το υπερηχογράφημα, το σπινθηρογράφημα και την βιοψία με λεπτή βελόνα.
Με τον ορμονολογικό έλεγχο θα εκτιμηθεί εάν ο ασθενής είναι ευθυρεοειδικός υπερ-υποθυρεοειδικός και αυτό γίνεται κυρίως με τον προσδιορισμό της TSH και με την μέτρηση των θυρεοειδικών ορμονών.
Δυσλειτουργία του θυρεοειδούς δεν αποκλείει το ενδεχόμενο κακοήθειας αλλά αυτό είναι πιο σπάνιο.
Το υψηλής ευκρίνειας υπερηχογράφημα έχει την ικανότητα να μετρά τον όγκο του αδένα και τον αριθμό και το μέγεθος των όζων που υπάρχουν. Η διακριτική ικανότητα φθάνει στο ανιχνεύει όζους 2-4 χιλ. Ανάλογα με τη σύσταση τους οι όζοι διακρίνονται σε συμπαγείς, κυστικοί και μεικτοί δηλαδή με συμπαγή και κυστικά στοιχεία. Οι καθαρά κυστικοί όζοι είναι πάρα πολύ σπάνιοι. Αν και το υπερηχογράφημα δεν μας βοηθά στον διαχωρισμό καλοήθων και κακοήθων όζων περισσότεροι όζοι με κακοήθεια είναι συμπαγείς, ακανόνιστοι και υποηχογενείς. Αποτιτανώσεις υπάρχουν σε 10-15% όλων των όζων και εάν εντοπίζονται στη περιφέρεια του όζου είναι υπέρ της καλοήθειας ενώ εάν υπάρχουν στικτές αποτιτανώσεις μέσα στον όζο είναι πιθανόν να πρόκειται για θηλώδες καρκίνωμα.
Το σπινθηρογράφημα του θυρεοειδούς δείχνει το σχήμα, το μέγεθος και τη λειτουργία του αδένα και των οζιδίων αυτού, χρησιμοποιώντας ελάχιστες ποσότητες ραδιοφαρμάκου, όπως το ιώδιο. Εφόσον το οζίδιο προσλαμβάνει το ραδιενεργό ιώδιο χαρακτηρίζεται ως «θερμός όζος» και είναι σχεδόν πάντα καλοήθης. Στην αντίθετη περίπτωση, δηλαδή όταν το οζίδιο προσλαμβάνει ελάχιστα ή καθόλου το ραδιοφάρμακο σε σχέση με τον υπόλοιπο θυρεοειδή, τότε ονομάζεται «ψυχρός όζος». Οι ψυχροί όζοι του θυρεοειδούς μπορεί να είναι ή και να μην είναι κακοήθεις. Το σπινθηρογράφημα δεν μπορεί να μας διαχωρίσει εάν ένας όζος είναι καλοήθης η κακοήθης αλλά μπορεί να μας δώσει την πληροφορία εάν υπάρχουν αυξημένες πιθανότητες ο όζος να έχει κακοήθεια. Είναι γνωστό ότι το 15% περίπου των ψυχρών είναι κακοήθεις ενώ οι χλιαροί όζοι που αντιπροσωπεύουν το 10% των όζων έχουν 6% πιθανότητα κακοήθειας ενώ το 5% των θερμών όζων εμφανίζουν κακοήθεια πάρα πολύ σπάνια.

Η παρακέντηση διά λεπτής βελόνης του οζιδίου του θυρεοειδούς παρέχει τη δυνατότητα για μικροσκοπική εξέταση (βιοψία). Με τη μέθοδο αυτή μπορούμε να καθορίσουμε με ακρίβεια 90% την πιθανότητα καρκίνου στο οζίδιο. Η βιοψία με λεπτή βελόνα ( FNA ) έγινε πρωταρχική εξέταση στη πλειονότητα των ασθενών με μονήρη όζο γιατί είναι ασφαλής φθηνή και μας κατευθύνει ποιοι ασθενείς θα πρέπει να χειρουργηθούν Τα αποτελέσματα τα οποία μπορούμε να πάρουμε όταν το υλικό της βιοψίας είναι ικανοποιητικό είναι Καλοήθης, κακοήθης απροσδιόριστο (ύποπτο). Η ακρίβεια της μεθόδου φθάνει το 70-97 % και εξαρτάται από την εμπειρία του γιατρού που κάνει την βιοψία και την ικανότητα του κυτταρολόγου να αξιολογεί τα ευρήματα που υπάρχουν. Η πλειονότητα των αποτελεσμάτων (75%) είναι αρνητικά για κακοήθεια και αφορούν Ν. Hashimoto και κολλοειδή βρογχοκήλη. Τα ψευδώς αρνητικά κυτταρολογικά αποτελέσματα είναι 1-6% και αφορούν κυρίως μη ικανοποιητική λήψη υλικού η λάθος διάγνωση. Τα λάθη αυτά γίνονται κυρίως σε όζους που είναι μικρότεροι του 1 εκ η μεγαλύτεροι 4 εκ, αιμορραγικούς όζους η πολυοζωδεις βρογχοκήλες όπου θα πρέπει να γίνονται πολλές βιοψίες και ενδεχομένως υπό υπερηχογραφική κάλυψη. Μια ανεπαρκής λήψη υλικού είναι μια αιτία για να έχει κανείς ψευδώς αρνητικά αποτελέσματα και αυτό αφορά το 20% των βιοψιών όπου λίγα μόνο κύτταρα υπάρχουν και είναι αδύνατο η στήριξη μιας ασφαλούς διάγνωσης.
Επανάληψη της βιοψίας είναι δυνατό στο 50% των περιπτώσεων να δώσει υλικό για διάγνωση.
Οι περισσότερες περιπτώσεις ανεπαρκούς υλικού αφορούν απλές κύστης ή εκφυλίσεις αδενωμάτων και η ανεπάρκεια οφείλεται στα λίγα κύτταρα που περιέχονται σ’αυτά. Θετικά κυτταρολογικά αποτελέσματα έχουμε στο 5-10% των περιπτώσεων και τα ψευδώς θετικά κυμαίνονται μεταξύ 3-6%. Τα αδιευκρίνιστα η ύποπτα αποτελούν το 20% περίπου και αφορούν περιπτώσεις θυλακιωδών νεοπλασμάτων. Η πιο συχνή καλοήθης κυτταρολογική εικόνα είναι του κολλοειδούς όζου που εμφανίζουν τα μακροθυλακιώδη αδενώματα. Η πιο συχνή κακοήθης διάγνωση είναι του θηλώδους καρκινώματος. Στη κατηγορία των αδιευκρίνιστων η ύποπτων παρασκευασμάτων είναι το μικροθυλακιώδες αδένωμα, εμβρυϊκό αδένωμα το αδένωμα από κύτταρα Hurthle. H ακρίβεια της βιοψίας με χονδρή ή λεπτή βελόνα από πολλά κέντρα είναι η ίδια γι αυτό η βιοψία με χονδρή βελόνα έχει καταργηθεί. Όπως προαναφέραμε η ακρίβεια της βιοψίας με λεπτή βελόνα φθάνει το 80-97%, η ειδικότητα 90-98% και η ευαισθησία το 80-90%. 

Πως αντιμετωπίζονται οι θυρεοειδικοί όζοι;

Εφόσον με τις παραπάνω εξετάσεις θεωρήσουμε ότι το οζίδιο είναι καλοήθης, τότε ο ασθενής παρακολουθείται σε τακτά χρονικά διαστήματα. Επίσης λαμβάνει την ορμόνη του θυρεοειδούς ως θεραπεία καταστολής του οζιδίου. Σε λίγες περιπτώσεις το οζίδιο συνεχίζει να αυξάνει σε μέγεθος ή προκαλεί αίσθημα πίεσης στο λαιμό, οπότε και αφαιρείται.

Ακόμα και αν υπάρχει υπόνοια κακοήθειας, τότε ο ασθενής οδηγείται στο χειρουργείο και αφαιρείται σχεδόν όλος ο θυρεοειδής (σχεδόν ολική θυρεοειδεκτομή), διότι πάντοτε παραμένουν ελάχιστα υπολείμματα.

Η διάγνωση του καρκίνου του θυρεοειδούς δεν πρέπει να μας φοβίζει αφού δεν έχει καμιά σχέση με τον καρκίνο σε κάποιο άλλο μέρος του σώματός μας. Η πρόγνωση του καρκίνου του θυρεοειδούς είναι εξαιρετικά καλή επειδή θεραπεύεται εύκολα με τη χειρουργική επέμβαση. Στο χειρουργείο αφαιρείται όλος ο θυρεοειδής αδένας καθώς και όσοι λεμφαδένες της περιοχής παρουσιάζονται διογκωμένοι. Με την πρόοδο της χειρουργικής επιστήμης, η αφαίρεση του θυρεοειδούς αποτελεί μια απλή επέμβαση, εξαιρετικά ασφαλής και γίνεται διαμέσου μιας πολύ μικρής τομής, με γενική ή τοπική αναισθησία. Ο ασθενής έχει ελάχιστο πόνο και παραμένει στο νοσοκομείο μία ή το πολύ δύο ημέρες. Επιπλέον, στην περίπτωση καρκίνου του θυρεοειδούς, έξι εβδομάδες μετά την εγχείρηση χρησιμοποιούμε ραδιενεργό ιώδιο για να καταστρέψουμε τυχόν εναπομείναντα καρκινικά κύτταρα. 
Η θεραπευτική αντιμετώπιση και στρατηγική του Καρκίνου του Θυρεοειδούς εξαρτάται από τον τύπο του καρκίνου και από την επέκταση του σε άλλους ιστούς και όργανα. Οι θεραπευτικές επιλογές είναι οι εξής:
  • H χειρουργική αφαίρεση όλου ή σχεδόν όλου του αδένα, και αν είναι δυνατόν και των γειτονικών λεμφαδένων. Μετά την επέμβαση, ο ασθενής πρέπει να λαμβάνει για όλη του τη ζωή θυροξίνη σε μεγάλες δόσεις για να υποκαταστήσει τις θυρεοειδικές ορμόνες που δεν μπορεί πλέον να παράγει και να προλάβει μελλοντικές υποτροπές.
  • Χορήγηση ραδιενεργού ιωδίου στον ασθενή για να καταστραφεί τυχόν υπόλειμμα του αδένα μετά τη χειρουργική αφαίρεση ή δευτεροπαθείς εστίες του καρκίνου σε λεμφαδένες ή άλλα όργανα και μέρη του σώματος.
  • Εξωτερική ακτινοβόληση: μπορεί να είναι ευεργετική ειδικά σε ασθενείς με προχωρημένη νόσο οι οποίοι δεν μπορούν να υποβληθούν σε χειρουργική επέμβαση.
  • Χημειοθεραπεία: μπορεί να είναι ευεργετική μόνο σε ασθενείς με Αναπλαστικό Καρκίνο του Θυρεοειδούς.

Όλοι οι ασθενείς που χειρουργούνται για οζίδιο θυρεοειδούς οφείλουν να λαμβάνουν φάρμακο με την ορμόνη του θυρεοειδούς δια βίου.

Διαβάστε επίσης

Υπερπαραθυρεοειδισμός με αδυναμία, κόπωση, οστεοπόρωση, νεφρολιθίαση. Παραθυρεοειδείς αδένες, παραθορμόνη, καλσιτονίνη


Οι παραθυρεοειδείς αδένες είναι 4 μικροί αδένες στο μέγεθος "φακής" που βρίσκονται πίσω από το θυρεοειδή αδένα. Οι αδένες αυτοί παράγουν μια ορμόνη που λέγεται παραθορμόνη και ρυθμίζει τα επίπεδα ασβεστίου στο αίμα.

Παρουσιάζονται αρκετές ανατομικές παραλλαγές, τόσο σε σχέση με τον αριθμό τους, όσο και με την εντόπισή τους. Μπορούν να διακριθούν από τη διαφορετική χροιά που έχουν σε σχέση με το γειτονικό παρέγχυμα του θυρεοειδούς.
Οι παραθυρεοειδείς αδένες εκκρίνουν την παραθορμόνη (PTH), μια πεπτιδική ορμόνη, που συμμετέχει στο μεταβολισμό του ασβεστίου μαζί με την καλσιτονίνη και τη βιταμίνη D.

Σπάνια σε μερικούς ανθρώπους κάποιος από αυτούς τους αδένες μπορεί να υπερτραφεί. Αυτό σημαίνει ότι παράγει περισσότερη παραθορμόνη από ότι χρειάζεται ο οργανισμός.

Ποια είναι η δράση της παραθορμόνης (PTH) στον οργανισμό;

Ερέθισμα για την έκκριση παραθορμόνης από τους παραθυρεοειδείς αδένες είναι η πτώση της τιμής του ασβεστίου στο αίμα. Όταν λοιπόν το ασβέστιο του αίματος μειωθεί τότε ενεργοποιούνται οι παραθυρεοειδείς και εκκρίνουν την παραθορμόνη. Με την δράση της, η παραθορμόνη οδηγεί σε αύξηση του ασβέστιου του πλάσματος. 
Η αυξημένη ποσότητα παραθορμόνης που κυκλοφορεί στο σώμα μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρά προβλήματα υγείας, όπως:
  • Οστεοπόρωση: όσο πιο πολύ παραθορμόνη παράγεται τόσο περισσότερο ασβέστιο χάνουν τα οστά, με αποτέλεσμα να γίνονται αδύναμα, εύθραυστα, με αυξημένη πιθανότητα καταγμάτων. Σε μεγάλες συγκεντρώσεις της ορμόνης, διεγείρεται η δράση των οστεοκλαστών, δηλαδή των κυττάρων εκείνων του οστίτη ιστού, που απορροφούν τις οστικές δοκίδες, στα πλαίσια της οστικής αναδόμησης. Το αποτέλεσμα είναι η απελευθέρωση ασβεστίου στην κυκλοφορία, που προέρχεται από την αποδόμηση του οστού. Αξίζει να σημειωθεί ότι τόσο τα ερεθίσματα για την έκκριση της παραθορμόνης, όσο και η δράση της είναι ακριβώς τα αντίθετα, απ'ό,τι ισχύει για την καλσιτονίνη. Αυτός είναι και ο λόγος που η καλσιτονίνη χρησιμοποιείται κατά της οστεοπόρωσης.
  • Νεφρολιθίαση: ο οργανισμός προσπαθεί αποβάλει το επιπλέον ασβέστιο με τα ούρα με αποτέλεσμα να αυξάνεται ο κίνδυνος για δημιουργία νεφρολιθίασης. Διεγείρει την επαναρρόφηση του ασβεστίου, ενώ αναστέλλει την επαναρρόφηση του φωσφόρου. Στους νεφρούς, επίσης, διεγείρει τη σύνθεση της δραστικής μορφής της βιταμίνης D (1,25-διυδροξυχοληκαλσιφερόλη ή καλσιτριόλη), και με τον τρόπο αυτό αυξάνει την εντερική απορρόφηση του ασβεστίου, που εξαρτάται από τη βιταμίνη D
  • Πεπτικό έλκος: τα υψηλά επίπεδα ασβεστίου διεγείρουν την έκκριση υδροχλωρικού οξέος.
  • Αρτηριακή υπέρταση: αυξημένος κίνδυνος για αρτηριακή υπέρταση και καρδιακή ανεπάρκεια πιθανόν λόγω αγγειοσύσπασης και βλάβης των νεφρών.
  • Ψυχολογικές διαταραχές: κατάθλιψη, αλλαγή συμπεριφοράς, συναισθηματική αστάθεια κ.α.

Υπερπαραθυρεοειδισμός

Η υπερλειτουργία (υπερπαραθυρεοειδισμός) διακρίνεται σε πρωτοπαθή, σε δευτεροπαθή και τριτοπαθή.
Ο δευτεροπαθής και ο τριτοπαθής υπερπαραθυρεοειδισμός παρατηρείται σε ασθενείς με χρόνια νεφρική ανεπάρκεια που υποβάλλονται σε κάθαρση και σε ορισμένες περιπτώσεις (ειδικά πριν τη μεταμόσχευση νεφρού) θα πρέπει να αντιμετωπίζονται χειρουργικά.

Ο πρωτοπαθής υπερπαραθυρεοειδισμός διακρίνεται σε σποραδικό, κληρονομούμενο και τον καρκίνο του παραθυρεοειδούς.


Ο πρωτοπαθής υπερπαραθυρεοειδισμός οφείλεται συνήθως σε ένα καλοήθες αδένωμα (90% των περιπτώσεων) και σπανιότερα σε αύξηση μεγέθους των όλων παραθυρεοειδών αδένων (υπερπλασία). Εξαιρετικά σπάνια οφείλεται σε καρκίνο σε κάποιον από τους αυτούς τους αδένες. Ο καρκίνος των παραθυρεοειδών αφορά σε λιγότερο του 1% των ασθενών που έχουν πρωτοπαθή υπερπαραθυρεοειδισμό.

Στον πρωτοπαθή υπερπαραθυρεοειδισμό παρατηρείται ανεξέλεγκτη παραγωγή παραθορμόνης, με αποτέλεσμα την υπερασβεστιαιμία και την οστεοπενία. Σε εγχειρήσεις του θυρεοειδούς αδένα είναι δυνατόν να εξαιρεθούν μαζί και οι παραθυρεοειδείς αδένες (μετεγχειρητικός υποπαραθυρεοειδισμός). Αυτό προκαλεί την πτώση του ασβεστίου του αίματος και την κλινική εμφάνιση της τετανίας (ανεξέλεγκτες μυϊκές συσπάσεις συνοδευόμενες από παραισθησίες).

Ποια είναι τα συμπτώματα του υπερπαραθυρεοειδισμού;

Τα συμπτώματα του υπερπαραθυρεοειδισμού είναι ήπια και έτσι δεν γίνονται άμεσα αντιληπτά από τον πάσχοντα. Στα αρχικά στάδια, μπορεί κάποιος να παραπονείται για αδυναμία, εύκολη κόπωση και μυϊκή εξασθένιση. Σε ποιο προχωρημένο στάδιο, αναφέρονται άτυπα κοιλιακά άλγη, ατονία, τάση απομόνωσης και κατάθλιψη. Με την πάροδο των χρόνων παρουσιάζονται υποτροπιάζουσες νεφρολιθιάσεις, αναίτια κατάγματα λόγω οστεοπόρωσης, πεπτικό έλκος λόγω υπερέκκρισης υδροχλωρικού οξέως, αρτηριακή υπέρταση, δίψα, απώλεια όρεξης, εμετοί, διαταραχές μνήμης, και σύγχυση.

Πως γίνεται η διάγνωση του υπερπαραθυρεοειδισμού;

Η διάγνωση του υπερπαραθυρεοειδισμού γίνεται με ακόλουθες εξετάσεις:

Αιματολογικές εξετάσεις. Για την μέτρηση των τιμών του ολικού ασβεστίου, του ιονισμένου ασβεστίου, του φωσφόρου και της αλκαλικής φωσφατάσης.
Μέτρηση οστικής πυκνότητας, για έλεγχο της αντοχής των οστών και της οστεοπόρωσης.

Απεικονιστικός έλεγχος για να διαπιστωθεί η θέση του πάσχοντος παραθυρεοειδούς. 
Ο υπέρηχος μπορεί να εντοπίσει έναν υπερτροφικό παραθυρεοειδή ή το αδένωμα του παραθυρεοειδούς και να βοηθήσει σε ενδεχόμενη χειρουργική αφαίρεσή του.

Το σπινθηρογράφημα παραθυρεοειδών με Sestamibi. Στο ειδικό αυτό Σπινθηρογράφημα με sestamibi ο ασθενής λαμβάνει μια πολύ μικρή ποσότητα μιας ραδιενεργούς ουσίας, η οποία απορροφάται μόνο από τον υπερλειτουργούντα παραθυρεοειδή αδένα και μας οδηγεί στον εντοπισμό του. 
Να σημειωθεί ότι, η αξονική και η μαγνητική τομογραφία τραχήλου έχουν μικρότερη αξιοπιστία από τις προαναφερόμενες εξετάσεις.

Ποια είναι η θεραπευτική αντιμετώπιση του υπερπαραθυρεοειδισμού;

Η χειρουργική αντιμετώπιση είναι η μέθοδος εκλογής του πρωτοπαθή υπερπαραθυρεοειδισμού και περιλαμβάνει την ανεύρεση και τη χειρουργική αφαίρεση του παθολογικού αδένα. Η φαρμακευτική αντιμετώπιση που εφαρμόζεται το τελευταία χρόνια σε ορισμένα κέντρα, δεν έχει τα αναμενόμενα αποτελέσματα παρά το υψηλό της κόστος. Ενώ η αποτελεσματικότητα της χειρουργικής θεραπείας, όταν διενεργείται από εξειδικευμένο χειρουργό, ανέρχεται σε ποσοστό 95-99%.

Υποπαραθυρεοειδισμός

Πρόκειται για κατάσταση στην οποία υπάρχουν μειωμένα επίπεδα παραθορμόνης, παρά την ύπαρξη χαμηλών επιπέδων ασβεστίου αίματος. Η συχνότερη αιτία είναι μετά από χειρουργείο στον τράχηλο (θυρεοειδεκτομή, ή παραθυρεοειδεκτομή), ενώ άλλες είναι η ακτινοβολία τραχήλου, διηθητικά νοσήματα (σαρκοείδωση, αιμοχρωμάτωση), αυτοάνοσες και  συγγενείς παθήσεις, καθώς και η υπομαγνησιαιμία.

Καρκίνος παραθυρεοειδών

Είναι σπάνιος, και εκδηλώνεται με υπερασβεστιαιμία, με ψηλαφητή  μάζα στον τράχηλο και αρκετά συχνά με νεφρολιθίαση (λόγω αυξημένων επιπέδων ασβεστίου) και οστικές διαταραχές. Δίνει μεταστάσεις  τοπικά στις γύρω ανατομικές δομές, αλλά και λεμφογενώς και αιματογενώς σε οστά – πνεύμονες – ήπαρ – επινεφρίδια

ΘΕΡΑΠΕΙΑ

Στη θεραπεία τόσο του αδενώματος όσο και της υπερτροφίας των παραθυρεοειδών αδένων, οδηγεί η χειρουργική αφαίρεση. Η επέμβαση είναι σχετικά απλή, αρκεί να έχει προηγηθεί σωστή μελέτη εντοπισμού των παθολογικών παραθυρεοειδών με υπερηχογράφημα και σπινθηρογράφημα. Πριν ολοκληρωθεί η επέμβαση, θα ζητηθεί ταχεία βιοψία του αδένα ή των αδένων που αφαιρέθηκαν, προκειμένου να επιβεβαιωθεί ότι πρόκειται για παθολογικούς παραθυρεοειδείς. Υπάρχει η πιθανότητα, ο ασθενής να νοσηλευθεί και για δεύτερο 24ωρο, προκειμένου να λάβει ενδοφλέβια αγωγή, καθώς το ασβέστιο στο αίμα μπορεί να πέσει σε επικίνδυνα επίπεδα μετά την αφαίρεση των παθολογικών παραθυρεοειδών. Μακροπρόθεσμα, οι υπόλοιποι παραθυρεοειδείς θα ανακάμψουν και το ασβέστιο θα επανέλθει στα φυσιολογικά του επίπεδα.

ΠΡΟΓΝΩΣΗ
Η πρόγνωση της νόσου αφού αντιμετωπισθεί είναι εξαιρετική.

Διαβάστε επίσης

Καλπάζει ο καρκίνος του θυρεοειδούς. Αιτίες που εκδηλώνει ο θυρεοειδής καρκίνο;

growing cancer thyroid

Ο καρκίνος του θυρεοειδούς αποτελεί τη συχνότερη κακοήθεια του ενδοκρινικού συστήματος (95% του συνόλου) και το 1,5% όλων των κακοήθων νεοπλασιών του ανθρώπινου οργανισμού. 

Σήμα κινδύνου για τον καρκίνο του θυρεοειδούς εκπέμπουν οι επιστήμονες καθώς σύμφωνα με τα αποτελέσματα μεγάλης πολυκεντρικής μελέτης ανασκόπησης, η επίπτωση του καλά διαφοροποιημένου καρκίνου του θυρεοειδούς, έχει υπερδιπλασιαστεί παγκοσμίως τα τελευταία 20 χρόνια!

Πρέπει να τονίσουμε ότι οι περισσότερες μάζες που εμφανίζονται στο θυρεοειδή αδένα, μέχρι και το 90%, είναι καλοήθεις. Επιπρόσθετα οι μάζες που αποδεικνύονται ότι είναι καρκίνοι, έχουν πολύ καλή πρόγνωση. Όμως οποιαδήποτε μάζα του θυρεοειδούς, μικρή ή μεγάλη, πρέπει να τυγχάνει πλήρους διερεύνησης.

Ο καρκίνος του θυρεοειδούς εμφανίζεται σχεδόν αποκλειστικά με την μορφή ψυχρού όζου (οι ψυχροί -μη λειτουργικοί- όζοι αποτελούν το 80% του συνόλου των όζων). Ο καρκίνος του θυρεοειδούς συνήθως εμφανίζεται στην περιοχή του λαιμού σαν ένα οζίδιο ή μια μάζα που δεν προκαλεί πόνο.  Εάν μια μάζα του θυρεοειδούς αφεθεί και μεγαλώσει, είναι δυνατόν να προκαλέσει προβλήματα στην κατάποση και στην αναπνοή όπως επίσης και βραχνάδα. Σε περιπτώσεις που δημιουργείται αιμορραγία εντός του όγκου, μπορεί να υπάρχει πόνος.

Ο διαχωρισμός των κακοηθών από τους καλοήθεις όγκους του θυρεοειδούς είναι ένα πρόβλημα της καθημερινής ιατρικής πράξης διότι ενώ οι καλοήθεις όζοι είναι συχνοί (60% σε γυναίκες άνω των 60 ετών), το ποσοστό της κακοήθειας είναι περίπου 5%.
Οι περισσότερες περιπτώσεις καρκίνου του θυρεοειδούς αδένα είναι ιάσιμες. Υπάρχουν όμως περιπτώσεις που έχουν τη δυνατότητα να εξελιχθούν και να προχωρήσουν γρήγορα γι' αυτό και η έγκαιρη ανίχνευση έχει καθοριστική σημασία.
Ο καρκίνος του θυρεοειδούς αδένα μπορεί να εμφανιστεί σε οποιαδήποτε ηλικία. Οι περισσότερες περιπτώσεις εκδηλώνονται μετά την ηλικία των 40 ετών.
Οι γυναίκες έχουν δύο με τρεις φορές περισσότερες πιθανότητες να προσβληθούν από τη νόσο σε σύγκριση με τους άνδρες. 
Εκδηλώνεται κύρια στις ηλικίες μεταξύ 25 και 65 ετών (η μέση ηλικία εμφάνισης του είναι τα 48 έτη), με τον ισόβιο κίνδυνο νόσησης να είναι 0,8 και 0,3 για το γυναικείο και το αντρικό φύλο αντίστοιχα.
Όταν υπάρχει οικογενειακό ιστορικό καρκίνου του θυρεοειδούς, ο κίνδυνος εκδήλωσης της νόσου και σε άλλα μέλη της οικογένειας, είναι μεγαλύτερος.

Η ιονίζουσα ακτινοβολία είναι βασικός παράγοντας πρόκλησης καρκίνου του θυρεοειδούς

Στην περίπτωση του πυρηνικού ατυχήματος στο Τσερνομπίλ, οι ραδιενεργές ουσίες που απελευθερώθηκαν στο περιβάλλον, ιδιαίτερα το ραδιενεργές ιώδιο, απορροφήθηκε από τον οργανισμό ατόμων της περιοχής που έγινε το ατύχημα. Τα παιδιά απορρόφησαν πολύ περισσότερο ραδιενεργές ιώδιο λόγω της ανάπτυξης τους με αποτέλεσμα ο καρκίνος του θυρεοειδούς να αυξηθεί δραματικά σε παιδιά και έφηβους στις πληγείσες περιοχές μετά το ατύχημα.

Είναι σημαντικό ασθενείς που εκτέθηκαν για οποιαδήποτε λόγο σε ιονίζουσα ακτινοβολία ή που έλαβαν ακτινοθεραπεία που θα μπορούσε να επηρεάσει το θυρεοειδή τους αδένα, να γνωρίζουν ότι έχουν περισσότερες πιθανότητες για καρκίνο του θυρεοειδούς ή και για υποθυρεοειδισμό. Η πρόγνωσή του θυρεοειδικού καρκίνου είναι εξαιρετική με τη μεγαλύτερη πλειοψηφία των ασθενών να θεραπεύονται εφόσον ακολουθηθεί το σωστό πρωτόκολλο αντιμετώπισης της παθήσεως.
Ασθενείς που υποβλήθηκαν σε ακτινοθεραπεία λόγω καρκίνων της κεφαλής, του λαιμού ή του θώρακα, επειδή ο θυρεοειδής αδένα βρισκόταν στο πεδίο ακτινοβολίας, έχουν περισσότερες πιθανότητες να παρουσιάσουν καρκίνο θυρεοειδούς. Για παράδειγμα οι ασθενείς με λέμφωμα τύπου Hodgkin's, συχνά υποβάλλονται σε ακτινοθεραπεία. Λόγω εμπλοκής του θυρεοειδούς, παρουσιάζουν υποθυρεοειδισμό και έχουν αυξημένο κίνδυνο για καρκίνο του οργάνου αυτού.

Τα παιδιά με οζώδη ή πολυοζώδη βρογχοκήλη, οι άντρες κύρια με μονήρεις όζους, οι ενήλικες πάνω από τα 60, οι ασθενείς με μεγάλους όζους, εκείνοι που προσέρχονται με ένα ταχέως αυξανόμενο σε μέγεθος θυρεοειδικό όζο και οι ασθενείς με ατομικό ιστορικό κακοήθειας του μαστού εμφανίζουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης της νόσου.

Τέλος ύπαρξη συνδρόμων σχετίζονται με την εμφάνιση του καρκίνου του  θυρεοειδούς (πχ Πολλαπλή Ενδοκρινική Νεοπλασία MEN, σύνδρομο Oικογενούς
 Αδενοματώδους Πολυποδίασης FAP, σύνδρομο Gardner κλπ). Τελευταία ερευνάται και η πιθανότητα συσχέτισης της αυτοανόσου θυρεοειδίτιδας με την ανάπτυξη καρκίνου του θυρεοειδούς.

Ο θυρεοειδικός καρκίνος την τελευταία δεκαετία, παρουσιάζει τη μεγαλύτερη ετήσια αύξηση της επίπτωσής μιας νεοπλασίας σε σχέση με όλες τις λοιπές κακοήθεις παθήσεις των διαφόρων οργάνων, γεγονός που πιθανότατα οφείλεται σε περιβαλλοντικούς παράγοντες αλλά και στη σαφή βελτίωση των μεθόδων διάγνωσης του.

Ο καρκίνος του θυρεοειδούς ταξινομείται βάσει της προέλευσής του. Έτσι έχουμε τις κακοήθεις παθήσεις που προέρχονται από τα θυλακιώδη κύτταρα του αδένα και τις αντίστοιχες από τα μη θυλακιώδη.
Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν:
1. Ο Θηλώδης τύπος (ο πιο συχνός τύπος θυρεοειδικής κακοήθειας) Αποτελεί το 80% των περιπτώσεων. Αναπτύσσεται στα κύτταρα που παράγουν τη θυροξίνη. Μπορεί να εμφανίζει συχνές υπότροπες. Στους ηλικιωμένους είναι σοβαρότερη η κατάσταση. Το ποσοστό ίασης ανέρχεται στο 90 έως 95% 

2. Ο Θυλακιώδης (10%) Αναπτύσσεται στα ίδια κύτταρα και έχει επίσης ψηλό ποσοστό ίασης που ανέρχεται στο 75% στα 5 χρόνια από τη διάγνωση. Είναι συχνότερο στις γυναίκες. Μπορεί να διηθήσει τους λεμφαδένες που γειτνιάζουν με το θυρεοειδή και έχει τη δυνατότητα να κάνει μεταστάσεις

3. Ο μυελοειδής. Αποτελεί το 5%-10% των περιπτώσεων καρκίνων του θυρεοειδούς. Μπορεί να κάνει μεταστάσεις. Εκκρίνει την ορμόνη καλσιτονίνη. Μπορεί να συνυπάρχει και με άλλους καρκίνους του ενδοκρινολογικού συστήματος. Στα 5 χρόνια το ποσοστό επιβίωσης ανέρχεται στο 70%

4. Ο Αναπλαστικός ή Αμετάπλαστος τύπος (1-2%) Εκδηλώνεται κυρίως σε άτομα άνω των 65 ετών. Είναι η σπανιότερη μορφή και η πλέον επικίνδυνη από τους καρκίνους του θυρεοειδούς. Εξελίσσεται πολύ γρήγορα, είναι ιδιαίτερα επιθετικός. Διηθεί γρήγορα τους τοπικούς ιστούς, τις δομές του λαιμού και προκαλεί αναπνευστικά προβλήματα

Στη δεύτερη ανήκουν:

1. Το Μυελοειδές καρκίνωμα (4-5%)

2. Το Λέμφωμα (2%)

3. Το Τεράτωμα (Πολύ σπάνιος τύπος)

4. Οι μεταστάσεις από κακοήθεις παθήσεις άλλων οργάνων όπως του νεφρού, του πνεύμονα, του μαστού ή από μελάνωμα (Σπάνια)

Ποια είναι τα συμπτώματα;
▪ διόγκωση θυρεοειδούς
▪ λεμφαδενοπάθεια
▪ δυσκολία στην κατάποση
▪ βήχας 
▪ δύσπνοια
▪ βραχνάδα φωνής
Πολλοί ασθενείς με καρκίνο του θυρεοειδούς δεν παρουσιάζουν συμπτώματα. Οι ασθενείς αυτοί συνήθως ανακαλύπτουν τυχαία ένα οζίδιο στο θυρεοειδή αδένα μετά από μία φυσική εξέταση ρουτίνας ή κάποια απεικονιστική εξέταση του λαιμού που έγινε για διαφορετικό λόγο.
1. Κάποιοι ασθενείς αντιλαμβάνονται μία μάζα που μεγαλώνει σταδιακά στο μπροστινό μέρος του λαιμού τους, η οποία συνήθως μετακινείται όταν καταπίνουν.
2. Κάποιες φορές η μάζα αυτή μπορεί να προκαλέσει πόνο.
Σε κάθε περίπτωση η ανεύρεση ενός οζιδίου στο λαιμό πρέπει να αναφερθεί στο γιατρό, ακόμη και αν δεν υπάρχουν συμπτώματα.

Η διάγνωση του θυρεοειδικού καρκίνου πραγματοποιείται:

1. Με το λεπτομερές ιστορικό.

2. Με την ψηλάφηση του τραχήλου (40% των όζων άνω των 15 mm και 4% του συνόλου των όζων είναι ψηλαφητοί.)

3. Με τον αιματολογικό έλεγχο (TSH, καλσιτονίνη, θυρεοσφαιρίνη, αντισώματα κ.α).

4. Με το υπερηχογράφημα (ύποπτα απεικονιστικά κριτήρια αποτελούν οι μικροαποτιτανώσεις, η αυξημένη αγγείωση, η υποηχογένεια, τα ανώμαλα όρια κ.α).

5. Με την ελαστογραφία (ελέγχει την σκληρότητα του όζου και επισημαίνει τους ύποπτους όζους με υψηλό ποσοστό αξιοπιστίας) .
6. Το σπινθηρογράφημα του θυρεοειδούς συμβάλλει ουσιαστικά στη διάγνωση των διαφόρων ανωμαλιών που εκδηλώνονται στο όργανο αυτό. Στο σπινθηρογράφημα ο καρκίνος φαίνεται σαν ψυχρός όζος. Δηλαδή δεν προσλαμβάνει το ραδιοϊσότοπο που χορηγείται για την εξέταση στον ίδιο βαθμό που το προσλαμβάνει ο υπόλοιπος υγιής θυρεοειδής ιστός. 

7. Με την παρακέντηση είτε ενός όζου είτε ενός διογκωμένου τραχηλικού λεμφαδένα (η FNA αποτελεί το σημαντικότερο εργαλείο για τη διάγνωση των κακοήθων παθήσεων και πρέπει να διενεργείται για κάθε όζο μεγαλύτερο του 1 εκατοστού είτε για κάθε όζο ανεξαρτήτως μεγέθους αλλά με ύποπτα απεικονιστικά χαρακτηριστικά ή οικογενειακό ιστορικό θυρεοειδικής κακοήθειας). Η κυτταρολογική εξέταση, για την οποία υπάρχει πλέον μεγάλη εμπειρία, βοηθάει να ξεχωρίσουμε τους όζους εκείνους που υποκρύπτουν κακοήθεια και πρέπει ως εκ τούτου να χειρουργηθούν. Με τις μεθόδους μοριακής βιολογίας, βρίσκουμε νέους μοριακούς δείκτες που βοηθούν στην ακριβέστερη κατηγοριοποίηση του όγκου και τον καθορισμό της πρόγνωσης.

Θεραπεία
Η χειρουργική επέμβαση για αφαίρεση του καρκίνου του θυρεοειδούς, είναι η πρώτη θεραπευτική ενέργεια που γίνεται.  Εξαιρείται το λέμφωμα. Συνίσταται στην ολική αφαίρεση του αδένα (ολική θυρεοειδεκτομή), καθώς επίσης και σε κάποιες περιπτώσεις στην εξαίρεση των λεμφαδένων του τραχήλου (κεντρικός – ετερόπλευρος ή αμφοτερόπλευρος λειτουργικός ριζικός λεμφαδενικός καθαρισμός ) όταν ανευρίσκεται νόσος και σε αυτούς ή υπάρχει σαφής κλινικοεργαστηριακή ή/και απεικονιστική υποψία.

Ένα πολύ σημαντικό στοιχείο στη θεραπεία του καρκίνου του θυρεοειδούς αποτελεί το ραδιενεργό ιώδιο. Τα κύτταρα του θυρεοειδούς αδένα, φυσιολογικά και καρκινικά, είναι μοναδικά στον ανθρώπινο οργανισμό, αφού έχουν την ιδιότητα να προσλαμβάνουν το ιώδιο. Το ραδιενεργό ιώδιο, (Ι131) αφού ταξιδέψει μέσω της κυκλοφορίας του αίματος, καταλήγει στο θυρεοειδή όπου και προσλαμβάνεται από τα κύτταρά του, τα οποία και καταστρέφει τελικά στο σύνολό τους αφού είναι τοξικό. Χρησιμοποιείται ως συμπληρωματική θεραπεία μετά από χειρουργική αφαίρεση του οργάνου για την καταστροφή των υπολειμματικών κυττάρων που δεν ήταν δυνατόν να αφαιρεθούν χειρουργικά. Δεδομένου ότι οι υπόλοιποι ιστοί του σώματος δεν απορροφούν το ραδιενεργό ιώδιο, είναι τελείως αβλαβές για τα υπόλοιπα όργανα του τραχήλου.

Οι ασθενείς με μυελοειδές καρκίνωμα θυρεοειδούς δε χρειάζεται να υποβληθούν σε θεραπεία με ραδιενεργό ιώδιο, αφού τα συγκεκριμένα κύτταρα αδυνατούν να το απορροφήσουν. Η θεραπεία με ιώδιο ξεκινά συνήθως 4-6 εβδομάδες μετά την θυρεοειδεκτομή. Είναι απλή ως διαδικασία και περιλαμβάνει τη λήψη ενός χαπιού, του οποίο η δόση έχει ρυθμιστεί στον κάθε ασθενή. Καλό είναι ο ασθενής για 2 ημέρες να απομονώνεται λόγω του κινδύνου να εκτεθεί το συγγενικό του περιβάλλον σε ραδιενεργό ακτινοβολία. Συνιστάται για 1-2 εβδομάδες πριν την έναρξη θεραπείας με ραδιενεργό ιώδιο, ο ασθενής να αποφεύγει κάποιες συγκεκριμένες τροφές που περιλαμβάνουν ιώδιο, όπως τα οστρακοειδή, το ζαμπόν, το μπέικον, το αλάτι, το γιαούρτι και το παγωτό ενώ θα πρέπει να αποφεύγονται και τα φάρμακα που περιέχουν ιώδιο. Κατά τη διάρκεια της θεραπείας, οι ασθενείς ενθαρρύνονται να καταναλώνουν μεγάλες ποσότητες υγρών για την προστασία της ουροδόχου κύστεως. Σπανίως εμφανίζονται διαταραχές κατά τη θεραπεία με ιώδιο και όταν εμφανίζονται είναι συνήθως ήπιες και περιλαμβάνουν ναυτία, ξηρότητα στόματος και ήπιο πόνο στο λαιμό.

Περίπου 1-2 εβδομάδες μετά τη θεραπεία με ιώδιο, οι ασθενείς πρέπει να ξεκινήσουν τη θεραπεία υποκατάστασης, που περιλαμβάνει τη λήψη χαπιών που περιέχουν θυρεοειδικές ορμόνες. Αυτό είναι απολύτως απαραίτητο, δεδομένου ότι είναι αδύνατο να ζήσει κάποιος χωρίς θυροειδικές ορμόνες, οι οποίες δεν παράγονται πλέον από τον οργανισμό αφού ο αδένας έχει αφαιρεθεί χειρουργικά. Η δόση του χαπιού ρυθμίζεται από τον υπεύθυνο ενδοκρινολόγο.
Η θεραπευτική προσέγγιση ολοκληρώνεται με τη χορήγηση της κατάλληλης φαρμακευτικής αγωγής. Η εξωσωματική ακτινοβολία μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως προεγχειρητική ή συμπληρωματική θεραπεία στα αναπλαστικά καρκινώματα ενώ η χημειοθεραπεία χρησιμοποιείται πολύ σπάνια και μόνο για τα αναπλαστικά (προ- ή μετεγχειρητικά), καθώς παρουσιάζει αμφίβολα ή καθόλου αποτελέσματα.Ο ασθενής μετά από την επέμβαση και την οποιαδήποτε συμπληρωματική θεραπεία στην οποία υποβληθεί, τίθεται σε τακτική παρακολούθηση για την έγκαιρη διαπίστωση πιθανής υποτροπής.

Η μεγάλη πλειονότητα των περιπτώσεων με θυρεοειδικό καρκίνωμα έχει άριστη πρόγνωση εφόσον διαγνωσθεί έγκαιρα και θεραπευθεί σύμφωνα με τις οδηγίες της Ευρωπαϊκής Θυρεοειδικής Εταιρείας.

Ωστόσο, ένα μικρό ποσοστό γύρω στο 10% αποδιαφοροποιείται και χάνει την ικανότητα να προσλαμβάνει το ραδιενεργό ιώδιο, με αποτέλεσμα η κλασική θεραπεία που αναφέρθηκε να μην μπορεί να εφαρμοστεί ή να μην οδηγεί σε συρρίκνωση των μεταστάσεων. Οι μεταστάσεις αυτές δεν απαντούν καθόλου στα διάφορα γνωστά χημειοθεραπευτικά φάρμακα που χρησιμοποιούμε για τα άλλα είδη καρκίνου. Και στον τομέα αυτό είχαμε τα τελευταία χρόνια μια σημαντική εξέλιξη. Χρησιμοποιήθηκε για την αντιμετώπιση αυτών των «δύσκολων» περιπτώσεων καρκίνου του θυρεοειδούς μια νέα κατηγορία φαρμάκων που στοχεύουν απ' ευθείας στους μοριακούς μηχανισμούς που κάνουν την καρκινογένεση. Τα φάρμακα αυτά είναι αναστολείς της τυροσινικής κινάσης, ενός συστήματος ενζύμων, το οποίο είναι ενεργοποιημένο στον καρκίνο και μεταδίδει συνέχεια μηνύματα πολλαπλασιασμού και διευκόλυνσης των μεταστάσεων. Με τα φάρμακα αυτά αναστέλλεται η μετάδοση μηνυμάτων μέσα στο κύτταρο και ο όγκος μπορεί να συρρικνώνεται.

Πρόληψη
Ο καλύτερος τρόπος για να προλάβετε αυτόν τον τύπο καρκίνου, είναι να αποφύγετε την ιονίζουσα ακτινοβολία και να διατηρείτε μια καλή φυσική κατάσταση, ελέγχοντας το βάρος σας και προσέχοντας τη διατροφή σας. Οι πάσχοντες από θυρεοειδική νόσο πρέπει να είναι πιο προσεκτικοί και να παρακολουθούν την κατάσταση της υγείας τους συστηματικά.

Διαβάστε επίσης


H θυρεοειδίτιδα hashimoto φέρνει υπνηλία, κούραση, κράμπες, πρήξιμο ποδιών, δυσκοιλιότητα, κατάθλιψη

του Aλέξανδρου Γιατζίδη, M.D., medlabnews.gr iatrikanea

Ο υποθυρεοειδισμός είναι η παθολογική εκείνη κατάσταση κατά την οποία ο θυρεοειδής υπολειτουργεί. Η ανεπάρκεια των θυρεοειδικών ορμονών στο αίμα έχει σαν αποτέλεσμα την πρόκληση του κλινικού συνδρόμου που λέγεται υποθυρεοειδισμός.

Η ανεπάρκεια αυτή στην ενδομήτρια ζωή και τη νεογνική ηλικία έχει δυσμενή επίπτωση στην ωρίμανση του εγκεφάλου και στη σωματική αύξηση και ανάπτυξη. Στην παιδική ηλικία παρατηρείται καθυστέρηση σωματικής αύξησης, ενώ στους ενήλικες εκδηλώνεται ως γενική επιβράδυνση των ζωτικών λειτουργιών. 

Η συχνότερη αιτία του υποθυρεοειδισμού είναι η αυτοάνοση θυρεοειδοπάθεια.

υποθυρεοειδισμός

Ο γιατρός που την περιέγραψε ήταν o Ιάπωνας Hashimoto και από αυτόν πήρε το όνομά της. Οι Ιάπωνες παρουσιάζουν συχνά αυτή την πάθηση λόγω του γενετικού τους προφίλ. 

Το ανοσοποιητικό σύστημα του ανθρώπου κάτω από φυσιολογικές συνθήκες προστατεύει το σώμα από την εισβολή των βακτηριδίων και των ιών. Στις αυτοάνοσες νόσους, όπως άλλωστε προδίδει και το όνομά τους, το ανοσοποιητικό σύστημα αναγνωρίζει ως ξένα κάποια συστατικά του οργανισμού και επομένως τους επιτίθεται. Πιο συγκεκριμένα στον αυτοάνοσο υποθυρεοειδισμό το αμυντικό σύστημα επιτίθεται σε συστατικά του θυρεοειδούς αδένα με αποτέλεσμα να επηρεάζει την ικανότητά των θυρεοειδικών κυττάρων να παράγουν  ορμόνες. 



Στην πάθηση αυτή υπάρχει συνεχής αντικατάσταση του υγιούς παρεγχύματος από λεμφοκύτταρα και ινώδη ιστό. Περισσότεροι από 90% των ασθενών με χρόνια αυτοάνοση θυρεοειδίτιδα έχουν υψηλό τίτλο αντιθυρεοειδικών αντισωμάτων. Μπορεί να συμβεί σε οποιαδήποτε ηλικία αλλά συχνότερα προσβάλλει γυναίκες μέσης ηλικίας. Οι ασθενείς πολύ πιθανόν να έχουν ατομικό ή οικογενειακό ιστορικό άλλων αυτοάνοσων νοσημάτων όπως λεύκη, αλωπεκία, σακχαρώδη διαβήτη, επινεφριδιακή ανεπάρκεια, υποπαραθυρεοειδισμό, μυασθένεια Gravis, κακοήθη αναιμία. Η θυρεοειδίτιδα Hashimoto αρχικά συνήθως εμφανίζεται με διόγκωση του θυρεοειδή (βρογχοκήλη) ασυμπτωματική, χωρίς κλινική ή βιοχημική εικόνα υποθυρεοειδισμού ή με ήπιο υποθυρεοειδισμό.

Όταν ένας ικανός αριθμός κυττάρων έχει καταστραφεί τότε η παραγωγή των θυρεοειδικών ορμονών από τα εναπομείναντα κύτταρα δεν επαρκεί για να καλύψει τις ανάγκες του οργανισμού.

Παράγοντες κινδύνου για την ανάπτυξη αυτοάνοσου υποθυρεοειδισμού είναι εκ πρώτης το οικογενειακό ιστορικό. Η θυρεοειδίτιδα Hashimoto τείνει να γίνει οικογενής και προσβάλει πιο συχνά (έως και 6 φορές) γυναίκες μέσης ηλικίας απ΄ ότι άνδρες και είναι ιδιαίτερα συχνή σε άτομα με σύνδρομο Turner και Down και ηπατίτιδα C. Όπως και στις περισσότερες αυτοάνοσες διαταραχές η ευπάθεια καθορίζεται από το συνδυασμό γενετικών και περιβαλλοντικών παραγόντων. Άτομα που έχουν συγγενείς με αυτοάνοση θυροειδοπάθεια είναι σε κίνδυνο να εμφανίσουν αυτοάνοση θυρεοειδοπάθεια και οι ίδιοι. Ένας άλλος σημαντικός παράγοντας είναι η ηλικία. Η έναρξή της νόσου μπορεί να συμβεί σε οποιαδήποτε ηλικία, αλλά συνήθως είναι πιο συχνή στα ηλικιωμένα άτομα.  Επίσης ασθενείς που πάσχουν από άλλες αυτοάνοσες νόσους όπως
και άλλες, έχουν μεγαλύτερο κίνδυνο να εμφανίσουν αυτοάνοσο υποθυρεοειδισμό και θα πρέπει να ελέγχονται μόλις διαγνωστεί η πάθηση τους. Τέλος, οι πάσχοντες από σύνδρομο Down ή από σύνδρομο Turner εμφανίζουν συχνά αυτοάνοσο υποθυρεοειδισμό

Περιβαλλοντικοί παράγοντες ευπάθειας δεν έχουν προσδιοριστεί με ακρίβεια. Η αυξημένη πρόληψη ιωδίου, μέσω αυτοάνοσων μηχανισμών ή άμεσης τοξικής επίδρασης θα μπορούσε να αυξήσει τον κίνδυνο αυτοάνοσης θυρεοειδίτιδας.
Μερικά φάρμακα (πχ αμιωδαρόνη, α-ιντερφερόνη, β-ιντερφερόνη, ιντερλευκίνη-2, G-CSF) συχνά προκαλούν την παραγωγή θυρεοειδικών αυτοαντισωμάτων. Η επαγγελματική ή κατά την παιδική ηλικία έκθεση της κεφαλής και του τραχήλου σε ακτινοβολία αυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισης θυρεοειδίτιδας Hashimoto.

Η νόσος πιθανότατα να οφείλεται σε γενετική ανωμαλία της κυτταρικής ανοσίας κατά την οποία τα κατασταλτικά Τ λεμφοκύτταρα δεν καταστέλλονται επαρκώς με συνέπεια να ενεργοποιούνται τα Β λεμφοκύτταρα και τα οποία παράγουν αντισώματα τα οποία αντιδρούν με θυρεοειδικά αντιγόνα.
Με την πάροδο του χρόνου ο θυρεοειδής διηθείται από λεμφοκύτταρα, τα θυλάκια του θυρεοειδούς καταστρέφονται, το κολλοειδές εξαφανίζεται και εμφανίζεται ήπια έως μέτρια ίνωση του θυρεοειδούς, πιο εκτεταμένη στην ατροφική μορφή της θυρεοειδίτιδας.
Οι ασθενείς κατά την πρώτη εξέταση συνήθως είναι ευθυρεοειδικοί (θυρεοειδικές ορμόνες εντός των φυσιολογικών ορίων) και λιγότερο συχνά υποθυρεοειδικοί (χαμηλά επίπεδα T3 και Τ4 και αυξημένη TSH ορού). Η θυρεοειδίτιδα συχνά εξελίσσεται σε υποθυρεοειδισμό που συνήθως είναι μόνιμος. Η ανάπτυξη του υποθυρεοειδισμού μπορεί να συνδέεται με τα αντισώματα έναντι των υποδοχέων της θυρεοτροπίνης, τα οποία ανευρίσκονται στο 10% των ασθενών με θυρεοειδίτιδα Hashimoto. Μεταξύ των ασθενών με θυρεοειδίτιδα του Hashimoto, υποθυρεοειδισμό είναι πιο πιθανό να αναπτύξουν οι καπνιστές σε σχέση με τους μη καπνιστές, πιθανώς λόγω των θειοκυανικών που υπάρχουν στον καπνό των τσιγάρων. Σε σπάνιες περιπτώσεις η θυρεοειδίτιδα μπορεί να προκαλέσει οξεία καταστροφή του θυρεοειδικού ιστού και απότομη απελευθέρωση των θυρεοειδικών ορμονών προκαλώντας θυρεοτοξίκωση (Hasitoxicosis).

Αν και ο υποθυρεοειδισμός είναι συνήθως μόνιμος, ένα ποσοστό περίπου 11% των ασθενών εμφανίζει ύφεση μετά από αρκετά χρόνια πιθανότατα λόγω κάποιας αυθόρμητης βελτίωσης της θυρεοειδίτιδας ή λόγω επαρκούς παραγωγής θυρεοδιεγερτικής ανοσοσφαιρίνης (TSI) που βελτιώνει την παραγωγή θυρεοειδικών ορμονών.

Ποια είναι τα συμπτώματα θυρεοειδίτιδας Hashimoto;

Τα συμπτώματα της θυρεοειδίτιδας Hashimoto είναι παρόμοιες με αυτές του υποθυρεοειδισμού σε γενικές γραμμές, που συχνά είναι ανεπαίσθητες. Δεν είναι ειδικά (το οποίο σημαίνει ότι μπορούν να μιμούνται τα συμπτώματα πολλών άλλων όρων) και συχνά αποδίδονται στη γήρανση. Οι ασθενείς με ήπιο υποθυρεοειδισμό μπορεί να μην έχουν συμπτώματα. Τα συμπτώματα συνήθως γίνονται πιο εμφανή, καθώς η νόσος επιδεινώνεται. 

Τα κοινά συμπτώματα αναφέρονται παρακάτω:

* Κούραση
* Κατάθλιψη
* Συγκρατημένη αύξηση του σωματικού βάρους
* Δυσανεξία στο κρύο
* Η υπερβολική υπνηλία
* Ξηρό, χονδροειδείς τρίχες
* Δυσκοιλιότητα
* Ξηροδερμία
* Μυϊκές κράμπες
* Αυξημένα επίπεδα χοληστερόλης
* Μειωμένη συγκέντρωση
* Ασαφείς πόνοι
* Πρήξιμο των ποδιών

Συνήθως στους πάσχοντες από θυρεοειδίτιδα Hashimoto ο θυρεοειδής είναι διάχυτα αυξημένος, σταθερός και με μικροπολυοζώδη υφή. Σπάνια μπορεί να είναι αυξημένος μόνο ο ένας λοβός, δημιουργώντας υποψίες για νεόπλασμα. Ο θυρεοειδής πιο σπάνια και ιδιαίτερα σε ηλικιωμένες γυναίκες μπορεί να είναι μικρός, με ινώδη μορφή.
Οι ασθενείς συχνά παραπονούνται για «σφίξιμο» στο λαιμό, αλλά αντικειμενικά πόνος και ευαισθησία δεν υπάρχουν.
Κατάθλιψη και χρόνια κόπωση είναι τα πιο συχνά συμπτώματα στους υποθυρεοειδικούς ασθενείς. Στα προχωρημένα στάδια της νόσου εμφανίζονται πιο έντονα τα συμπτώματα υποθυρεοειδισμού. Το δέρμα γίνεται ξηρό και λεπτό με μειωμένη εφίδρωση. Συχνά υπάρχει ωχρότητα με μια κίτρινη απόχρωση του δέρματος που οφείλεται σε συσσώρευση καροτίνης. Τα μαλλιά είναι ξηρά και εύθραυστα και συχνά πέφτουν. Άλλα συνήθη χαρακτηριστικά είναι η αύξηση του βάρους (που οφείλεται συνήθως στην κατακράτηση υγρών), η δυσκοιλιότητα, η μείωση της libido (ερωτικής επιθυμίας), οι μηνορραγίες και η μειωμένη γονιμότητα που πιθανότατα οφείλονται στην αυξημένη προλακτίνη που παρατηρείται στον υποθυρεοειδισμό.

Η μειωμένη συσταλτικότητα του μυοκαρδίου, η βραδυκαρδία και η αυξημένη περιφερική αντίσταση που συνοδεύεται κυρίως από διαστολική υπέρταση είναι χαρακτηριστικές.

Πώς γίνεται η Διάγνωση της Θυρεοειδίτιδας Hashimoto;

Η διάγνωση της νόσου επιβεβαιώνεται με την ανεύρεση αυξημένων επιπέδων αντιθυροειδικών αντισωμάτων είτε κατά της θυρεοσφαιρίνης (anti Tg) είτε κατά της υπεροξειδάσης (anti TPO) ή και των δύο. Αυξημένα επίπεδα αντιθυρεοειδικών αντισωμάτων ανευρίσκονται στο 3% των ανδρών και το 13% των γυναικών ενώ σε γυναίκες ηλικίας άνω των 60 ετών το ποσοστό αυξάνει στο 25%. Οι ασθενείς με υψηλό τίτλο αντισωμάτων και πολύ αυξημένη TSH αναπτύσσουν μόνιμο υποθυρεοειδισμό κατά μέσο όρο 2-5% ανά έτος.
Στο σπινθηρογράφημα, ο θυρεοειδής εμφανίζεται συμμετρικός και η κατανομή του ραδιοφαρμάκου είναι ανομοιογενής.

Υπάρχει Θεραπεία της Θυρεοειδίτιδας Hashimoto;

Για την αντιμετώπιση του υποθυρεοειδισμού χορηγείται θυροξίνη (T4) με στόχο την επίτευξη τιμών της TSH εντός των φυσιολογικών ορίων ενώ σε περίπτωση συνύπαρξης βρογχοκήλης, στόχος της θεραπείας είναι η καταστολή της TSH.
Σε μικρές πρόσφατες μελέτες σε ασθενείς με θυρεοειδίτιδα Hashimoto και υποκλινικό υποθυρεοειδισμό, η χορήγηση 20 mg ημερησίως από το στόμα σιμβαστατίνης –ενός αντιλιπιδαιμικού φαρμάκου - βελτίωσε την λειτουργία του θυρεοειδούς πιθανά λόγω της επιτάχυνσης της απόπτωσης ορισμένων τύπων λεμφοκυττάρων, ενώ η χορήγηση
σεληνίου σε άλλη μελέτη, μείωσε τα επίπεδα των αντισωμάτων έναντι της υπεροξειδάσης κατά 49%. Η μακροπρόθεσμη αποτελεσματικότητα των θεραπειών αυτών στην πορεία της θυρεοειδίτιδας Hashimoto είναι άγνωστη.

ΠΗΓΗ: MEDLAB IATΡΙΚΟ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ
www.endocrinology.org


Διαβάστε επίσης

Copyright © 2015-2022 MEDLABNEWS.GR / IATRIKA NEA All Right Reserved. Τα κείμενα είναι προσφορά και πνευματική ιδιοκτησία του medlabnews.gr
Kάθε αναδημοσίευση θα πρέπει να αναφέρει την πηγή προέλευσης και τον συντάκτη. Aπαγορεύεται η εμπορική χρήση των κειμένων