Responsive Ad Slot

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οστεοαρθρίτιδα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οστεοαρθρίτιδα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κύστη Baker: πόνος και πρήξιμο πίσω από το γόνατο – συμπτώματα, διάγνωση και θεραπεία


Η κύστη Baker, ή ιγνυακή κύστη, είναι συλλογή αρθρικού υγρού στο πίσω μέρος του γόνατος, στην ιγνυακή κοιλότητα. Μπορεί να εμφανιστεί ως πρήξιμο ή αίσθημα τάσης πίσω από το γόνατο και να προκαλεί ενόχληση στην πλήρη κάμψη ή έκταση. Συχνά συνδέεται με υποκείμενη πάθηση της άρθρωσης, όπως οστεοαρθρίτιδα, ρευματοειδή αρθρίτιδα, ρήξη μηνίσκου ή άλλη ενδοαρθρική βλάβη, ενώ αν ραγεί μπορεί να προκαλέσει πόνο και οίδημα στη γάμπα που μοιάζει με θρομβοφλεβίτιδα. 

Ένας στους πέντε ανθρώπους ταλαιπωρούνται στις μέρες μας από πόνο στο ένα ή και στα δύο γόνατα. Οι αιτίες είναι πολλές και γι’ αυτό κρίνεται αναγκαία η ακριβής διάγνωση ώστε να δοθεί η κατάλληλη θεραπεία.
Μία από τις αιτίες είναι οι ιγνυακές κύστεις, που είναι επίσης γνωστές ως κύστεις Baker, δεν είναι σπάνιες και δεν θα πρέπει να διαφεύγουν της προσοχής του κλινικού ιατρού λόγω της πιθανότητας ρήξης.

Η Ιγνυακή κύστη πήρε το όνομά της από τον BAKER το 1877 όπου την περιέγραψε σαν μια ευμεγέθη ιγνυακή κύστη που δημιουργείτε από παγίδευση υγρού μέσα σε ένα ορογόνο θύλακο (bursa), σχηματιζόμενη από τον ημιυμενώδη τένοντα. Παρατήρησε επίσης επικοινωνία της κύστης με την άρθρωση με υγρό το οποίο διαφεύγει μέσα στο ορογόνο θύλακο, αλλά δεν μπορεί να επιστρέψει στην άρθρωση με ανάδρομη πορεία. Από τότε (Wilson1938, Taylor & Rana 1973, Lindgren 1977), πολλοί περιέγραψαν την παθογένεια της ιγνυακής κύστης.


Η κύστη Baker είναι μια κύστη η οποία υπάρχει στο οπίσθιο μέρος του γόνατος (ιγνυακή κοιλότητα) και αποτελεί μια χαλάρωση του αρθρικού θυλάκου προς την περιοχή αυτή. Η κύστη συνήθως έχει μέσα αρθρικό υγρό. Το μόνο αρχικό σύμπτωμα μπορεί να είναι κυστικό οίδημα στην ιγνυακή χώρα με ήπιες ή και καθόλου ενοχλήσεις. Όταν αυξηθεί όμως το μέγεθος της διάτασης, υπάρχει μεγαλύτερη ενόχληση ιδιαίτερα στην πλήρη κάμψη ή έκταση του γόνατος. Η κύστη, γίνεται καλύτερα ορατή, όταν ο ασθενής είναι σε όρθια θέση και εξετάζεται από πίσω. Κάθε νόσημα της κατά γόνυ άρθρωσης, που προκαλεί συγκέντρωση αρθρικού υγρού στην άρθρωση, μπορεί να επιπλακεί με ιγνυακή κύστη. Μεταξύ της άρθρωσης του γόνατος και του ημιμεμβρανώδους γαστροκνημίου θυλάκου, που βρίσκεται κάτω από την έσω κεφαλή του γαστροκνημίου μυός, μπορεί να υπάρχει φυσιολογική επικοινωνία. Σε επικοινωνούσες με την άρθρωση κύστεις αναπτύσσεται βαλβιδικός μηχανισμός από την άρθρωση προς την κύστη, ο οποίος ενεργοποιείται από την πίεση της συλλογής αρθρικού υγρού μέσα στην άρθρωση. Σε μελέτη έχει φανεί ότι στο 40% του πληθυσμού υπάρχει επικοινωνία μεταξύ της άρθρωσης και του θυλάκου.

Η κύστη είναι πιο συχνή σε άνδρες ηλικίας 15-30 ετών, με συχνότερο αίτιο τις άμεσες κακώσεις του γόνατος, ενώ στους ενήλικες, πηγή της χρόνιας υμενίτιδας που παράγει το υγρό είναι οι φλεγμονώδεις και εκφυλιστικές αρθροπάθειες, όπως η οστεοαρθρίτιδα και η ρευματοειδής αρθρίτιδα.
Σχεδόν όλες οι ιγνυακές κύστεις είναι δευτερογενείς. Οι κύστεις αυτές είναι πολυπαραγοντικής αιτιολογίας αλλά γενικά θεωρούνται σαν το τελικό αποτέλεσμα συνυπάρχουσας ενδοαρθρικής παθολογίας του γόνατος. Έτσι συνδυάζονται συχνά με οστεοαρθρίτιδα, ρευματοειδή αρθρίτιδα, χόνδρινη βλάβη, μηνισκική ρήξη και ανεπάρκεια του πρόσθιου χιαστού συνδέσμου και σπανιότερα αποδίδονται σε υπέρχρηση, φλεγμονή, τράυμα ή και άλλες αιτίες όπως σπονδυλοαρθροπάθεια ή ουρική αρθρίτιδα. Αντίθετα στις λιγότερο συχνές πρωτογενείς ιγνυακές κύστεις παρατηρείται μία θυλακική προσεκβολή η οποία δεν επικοινωνεί με τον αρθρικό θύλακο του γόνατος

Συμπτώματα:

Οίδημα στο οπίσθιο τμήμα του γονάτου, ερυθρότητα που συνοδεύεται από πόνο στο υπόλοιπο γόνατο και πόδι. 

 

Eπιδεινώνεται κατά την άσκηση ή κατά την κάμψη ή έκταση του γόνατος. Αυτά τα συμπτώματα συνοδεύονται με συμπτώματα της υποκείμενης νόσου (ρήξη μηνίσκου, ραγείς πρόσθιος χιαστός σύνδεσμος, εκφυλιστική αρθρίτιδα).
Στα παιδιά (σπάνια) η ιγνυακή κύστη είναι ασυμπτωματική και συνήθως παρατηρείται από το ίδιο το παιδί.
Ρήξη της ιγνυακής κύστης μπορεί να συμβεί ξαφνικά προκαλώντας έντονο πόνο και οίδημα στην γάμπα, αυτός ο συνδυασμός συμπτωμάτων έχει ονομασθεί «σύνδρομο ψευτοθρομβοφλεβίτιδος» διότι τα σημεία και τα συμπτώματα ταιριάζουν με την θρομβοφλεβίτιδα. Συνοδεύεται από αύξηση της θερμοκρασίας, ερυθρότητα και ευαισθησία στην οπίσθια επιφάνεια της κνήμης. Εντούτοις η ρήξη αυτή μπορεί να μη συνοδεύεται από ισχυρό πόνο αλλά μόνο από οίδημα της γαστροκνημίας και της ποδοκνημικής

Διάγνωση
Οι απλές ακτινογραφίες είναι αρνητικές. Η απεικόνιση ασβεστώσεων μέσα στον κυστικό σχηματισμό είναι ένδειξη υμενικού σαρκώματος ή αιμαγγειώματος.
Ένα φλεβικό υπερηχογράφημα Doppler είναι χρήσιμο για την διαφοροδιάγνωση της θρομβοφλεβίτιδας .
Η μαγνητική τομογραφία του γόνατος είναι χρήσιμη για την αξιολόγηση των ιγνυακών κύστεων. Στην μαγνητική τομογραφία διακρίνονται οι ιγνυακές κύστες, όπου μπορούν να διακριθούν από  συμπαγείς βλάβες ή όγκους στην ιγνυακή κοιλότητα. Η μαγνητική τομογραφία θα επιβεβαιώσει την διάγνωση και θα αποκλείσει έναν όγκο μαλακών μορίων


Θεραπεία:
Στα παιδιά οι ιγνυακές κύστεις αποτελούν γενικώς καλοήθης ασυμπτωματικές παθήσεις και σπάνια σχετίζονται με παθολογία της άρθρωσης. Οι περισσότερες ιγνυακές κύστεις στα παιδιά αυτοϊώνται. Στους ασυμπτωματικούς ασθενείς στους οποίους η παθολογική αυτή κατάσταση διαπιστώνεται σε τυχαίο έλεγχο δεν απαιτείται κάποια θεραπευτική προσέγγιση.
Η αντιμετώπιση της υποκείμενης νόσου, όπως η αρθρίτιδα ή κάποιος τραυματισμός, συχνά αρκεί. Η ίδια η κύστη, η οποία δεν αφαιρείται χειρουργικά, επειδή συνήθως υποτροπιάζει, μπορεί να αδειάσει με τη βοήθεια του γιατρού, ενώ ο πάγος μπορεί να μειώσει σημαντικά το οίδημα.
Μερικές φορές γίνεται ένεση στεροειδών στην κύστη. Είναι ένα παροδικό μέτρο και η κύστη συνήθως επανεμφανίζεται, εκτός αν έχει αντιμετωπισθεί η ενδαρθρική παθολογία.
Αν όμως υπάρχει ενδαρθρική βλάβη η οποία προκαλεί μηχανικά συμπτώματα, με πόνο και επίμονο οίδημα, τότε η θεραπεία είναι χειρουργική. Αν η αρθροσκοπική παρέμβαση δεν αντιμετωπίζει τα συμπτώματα, τότε ενδείκνυται η ανοικτή εκτομή.
Ο μίσχος που οδηγεί από  την άρθρωση στην κύστη ανευρίσκεται, συρράπτεται και αφαιρείται η κύστη. Συνήθως όμως η αντιμετώπιση της ενδαρθρικής βλάβης οδηγεί στην εξάλειψη της ιγνυακής κύστης.
Η θεραπευτική αντιμετώπιση της ρήξεως η οποία υποδύεται εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση περιλαμβάνει την συμπτωματική αγωγή με κατάκλιση, τη βάδιση με βακτηρίες για αποφυγή φόρτισης του σκέλους και τη χορήγηση με στεροειδούς αντιφλεγμονώδους αγωγής. Η χορήγηση αντιπηκτικής αγωγής αντεδείκνυται γιατί μπορεί να προκαλέσει αιμάτωμα στην γαστροκνημία και συρικνώσεις μυών.




Κύστη Baker: πόνος και πρήξιμο πίσω από το γόνατο – συμπτώματα, διάγνωση και θεραπεία | MEDLABNEWS.GR

Πρώτη δημοσίευση: Φεβρουάριος 2014 — MEDLABNEWS.GR | Συγγραφέας: Αλέξανδρος Γιατζίδης, M.D.

Τελευταία ουσιαστική ενημέρωση: 17 Μαΐου 2025

Οι ενέσεις κορτιζόνης σε γόνατο και ισχίο μπορεί να επιταχύνουν την αρθρίτιδα.


επιμέλεια medlabnews.gr iatrikanea

Οι ενέσεις κορτιζόνης στο γόνατο και στο ισχίο χρησιμοποιούνται για την ανακούφιση του πόνου και της φλεγμονής σε ασθενείς με οστεοαρθρίτιδα, όταν άλλες συντηρητικές παρεμβάσεις δεν επαρκούν. Νεότερη μελέτη που δημοσιεύθη κε στο Radiology ανέφερε ότι σε ορισμένους ασθενείς οι ενδαρθρικές εγχύσεις κορτικοστεροειδών συνδέθηκαν με επιπλοκές, όπως επιτάχυνση της οστεοαρθρίτιδας, υποχόνδρια κατάγματα ανεπάρκειας, οστεονέκρωση και ταχεία καταστροφή της άρθρωσης. Το άρθρο εξηγεί τι έδειξε η μελέτη, ποια είναι τα ποσοστά που αναφέρθηκαν και γιατί η απόφαση για ένεση κορτιζόνης πρέπει να λαμβάνεται εξατομικευμένα από γιατρό 

Οι ενέσεις κορτιζόνης στο γόνατο και στο ισχίο για την αντιμετώπιση του πόνου της οστεοαρθρίτιδας μπορεί να έχουν σοβαρές επιπλοκές οι οποίες ακυρώνουν τα οφέλη τους, σύμφωνα με μία νέα έρευνα.

Επιστήμονες από την Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου της Βοστώνης ανακάλυψαν ότι ναι μεν οι ενέσεις αυτές καταπραΰνουν τον πόνο, αλλά επιταχύνουν σε αρκετούς ασθενείς την εκφύλιση των αρθρώσεων εξαιτίας της νόσου, με συνέπεια να επισπεύδουν την ανάγκη για ολική αρθροπλαστική γόνατος ή ισχίου.
Στην πραγματικότητα, στην παρούσα μελέτη το 10% των ασθενών που έκαναν ενέσεις κορτιζόνης στο ισχίο παρουσίασαν μέσα σε 12 μήνες σοβαρές επιπλοκές. Το ίδιο και το 4% όσων έκαναν τις ενέσεις στο γόνατό τους. Εκτός από την επιτάχυνση της οστεοαρθρίτιδας, άλλες επιπλοκές ήταν κατάγματα κοπώσεως και καθίζηση της άρθρωσης ή καταστροφή των οστών.
Τα ευρήματα αυτά δεν προκαλούν έκπληξη, δεδομένου ότι η καταπράυνση του πόνου δημιουργεί ψευδή αίσθηση ίασης, ενώ τα κορτικοστεροειδή καθαυτά διαβρώνουν τον χόνδρο των αρθρώσεων, σχολιάζει ένας Έλληνας ειδικός.
Η οστεοαρθρίτιδα είναι η πιο συχνή νόσος των αρθρώσεων του γόνατος και του ισχίου. Η συχνότητά της είναι ήδη πολύ υψηλή, αλλά αναμένεται να αυξηθεί τις προσεχείς δεκαετίες λόγω της γήρανσης του πληθυσμού και της αύξησης της παχυσαρκίας.
Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, το 2016 έπασχαν από οστεοαρθρίτιδα στο γόνατο 265 εκατομμύρια άνθρωποι σε όλο τον κόσμο και σχεδόν 70 εκατομμύρια είχαν οστεοαρθρίτιδα στο ισχίο.
Από τους ασθενείς αυτούς, περισσότεροι από ένας στους έξι είχαν μέτρια έως σοβαρή αναπηρία εξαιτίας της νόσου, η οποία συχνά προκαλεί ανυπόφορο πόνο και δυσκινησία που περιορίζει σημαντικά την κινητικότητα και πλήττει την ποιότητα ζωής.
Η νέα μελέτη δημοσιεύεται στο ιατρικό περιοδικό Radiology. Όπως γράφουν οι ερευνητές, παρακολούθησαν την πορεία της υγείας 459 ασθενών οι οποίοι υποβλήθηκαν το 2018 σε ενδαρθρικές εγχύσεις κορτικοστεροειδών στο γόνατο ή το ισχίο. Οι ασθενείς είχαν ηλικία 37 έως 79 ετών. Οι ασθενείς είχαν κάνει μία έως τρεις εγχύσεις κορτιζόνης μέσα στην άρθρωση (οι 307 από αυτούς στο ισχίο και οι υπόλοιποι στο γόνατο).
Από τους 459 ασθενείς, οι 36 (ή ποσοστό 8%) παρουσίασαν επιπλοκές. Οι 30 από αυτούς είχαν κάνει εγχύσεις κορτικοστεροειδών στο ισχίο και οι 6 στο γόνατο. Δεν υπήρχε ιδιαίτερη διαφορά μεταξύ των φύλων στη συχνότητα των επιπλοκών (οι 19 από αυτούς ήταν γυναίκες και οι υπόλοιπο άνδρες).
Οι 26 από τους ασθενείς (το 6% του συνόλου) είδαν την οστεοαρθρίτιδά τους να επιταχύνεται και να επιδεινώνεται σημαντικά μέσα σε 1 χρόνο. Τέσσερις ασθενείς (ποσοστό 0,9%) υπέστησαν υποχόνδριο κάταγμα ανεπάρκειας, ενώ τρεις ασθενείς (ποσοστό 0,7%) ανέπτυξαν ταχεία καταστροφή της άρθρωσής τους και απώλεια οστικής μάζας. Άλλοι τρεις ασθενείς παρουσίασαν μία επιπλοκή που λέγεται οστεονέκρωση.
«Οι εγχύσεις κορτικοστεροειδών εντός της άρθρωσης του γόνατος ή του ισχίου είναι συνήθης πρακτική για την καταπράυνση του πόνου στις αρθρώσεις και τη μείωση της φλεγμονής», σχολιάζει ο Δρ. Φώτης Τσούκας, ορθοπεδικός χειρουργός εξειδικευμένος στην ρομποτική και αρθροσκοπική χειρουργική. «Συνήθως συνιστώνται για την αντιμετώπιση του μέτριου έως σοβαρού πόνου παθήσεων όπως η οστεοαρθρίτιδα, όταν έχουν αποτύχει οι άλλοι συντηρητικοί τρόποι θεραπείας (π.χ. αδυνάτισμα, φυσικοθεραπεία, παγοθεραπεία, ανάπαυση, λήψη αντιφλεγμονωδών φαρμάκων από το στόμα κ.λπ.). Συνιστώνται επίσης συχνά σε αθλητές, ώστε να μπορέσουν να συνεχίσουν να αγωνίζονται παρά την κάκωση ή τον τραυματισμό που έχουν. Ωστόσο οι εγχύσεις αυτές δεν είναι άμοιρες κινδύνων και ολοένα περισσότερες μελέτες δείχνουν πως σε αρκετές περιπτώσεις κάνουν περισσότερο κακό παρά καλό».
Όπως εξηγεί ο Δρ. Τσούκας, η κορτιζόνη μπορεί να ανακουφίσει γρήγορα τη φλεγμονή και τον πόνο των ασθενών, χωρίς όμως να θεραπεύει την υποκείμενη αιτία του πόνου. Χωρίς πόνο, όμως, οι ασθενείς γίνονται απρόσεκτοι, ξαναρχίζουν να κινούνται ελεύθερα και έτσι επιβαρύνουν τις αρθρώσεις τους.
Είναι, εξάλλου, γνωστό ότι «η κορτιζόνη διαβρώνει τον χόνδρο που επιστρώνει τις αρθρώσεις του ισχίου και του γόνατος», συνεχίζει. «Η διάβρωση αυτή είναι σοβαρή βλάβη, γιατί μπορεί να εξασθενήσει την άρθρωση και να την καταστήσει ευάλωτη στην εκφύλιση».
Μάλιστα, η διάβρωση που προκαλεί η κορτιζόνη στις δομές των αρθρώσεων «είναι ο λόγος για τον οποίο καταργήθηκαν οι εγχύσεις της για την αντιμετώπιση προβλημάτων στους τένοντες, όπως ο Αχίλλειος στο πόδι και ο υπερακάνθιος στον ώμο», συνεχίζει ο Δρ. Τσούκας. «Διαπιστώσαμε πως η κορτιζόνη κατέστρεφε ολόκληρα τμήματα του τένοντα. Έτσι, όταν υπήρχε ανάγκη για συρραφή μιας ρήξης αχιλλείου ή υπερακάνθιου τένοντα έπειτα από επαναλαμβανόμενες εγχύσεις κορτιζόνης, έπρεπε να αφαιρεθούν αρκετά μεγάλα τμήματα του τένοντα, ώστε να γίνει συρραφή υγιών τμημάτων του».
«Λέμε στους ασθενείς μας πως, ακόμα κι αν δεν καταπολεμήσουν τον πόνο οι ενδαρθρικές εγχύσεις κορτικοστεροειδών, δεν θα τους βλάψουν. Διαπιστώνουμε όμως πως αυτό δεν είναι απαραιτήτως σωστό», δήλωσε ο επικεφαλής της νέας έρευνας Dr Ali Guermazi, καθηγητής Ακτινολογίας στο Πανεπιστήμιο της Βοστώνης. «Βλέπουμε ότι μερικές φορές οι εγχύσεις αυτές είναι πολύ επιβλαβείς για τις αρθρώσεις. Αυτό είναι κάτι που πρέπει να γνωρίζουν γιατροί και ασθενείς, ώστε να λαμβάνουν πιο ενημερωμένες αποφάσεις για το αν θα προχωρήσουν σε αυτές ή όχι».
Και συνέχισε: «Ιδιαίτερα προσεκτικοί πρέπει να είναι οι ασθενείς οι οποίοι έχουν ελάχιστες ενδείξεις οστεοαρθρίτιδας στις ακτινογραφίες των αρθρώσεών τους. Η μελέτη μας έδειξε πως όταν ο πόνος που αισθάνονται οι ασθενείς αυτοί είναι δυσανάλογος με τα ευρήματα των ακτινογραφιών, είναι αυξημένος ο κίνδυνος καταστροφικής αρθρίτιδας μετά από τις εγχύσεις κορτικοστεροειδών».
«Σε αρκετές περιπτώσεις αντί για ενδαρθρικές εγχύσεις κορτικοστεροειδών μπορεί να γίνει αρθροσκόπηση στο γόνατο ή και στο ισχίο ακόμα», προσθέτει ο Δρ. Τσούκας. «Στη διάρκειά της καθαρίζονται οι εμφανείς οστεοαρθριτικές αλλοιώσεις, ενώ σε σπάνιες περιπτώσεις μπορεί να γίνουν και συρραφές χόνδρου (επιχείλιος χόνδρος) για να καταπραϋνθούν τα συμπτώματα του ασθενούς».
Το υποχόνδριο κάταγμα ανεπάρκειας είναι ένα είδος μη-τραυματικού κατάγματος κόπωσης, που εκδηλώνεται κάτω ακριβώς από τον χόνδρο της άρθρωσης. Συνήθως οφείλεται στην επαναλαμβανόμενη άσκηση φυσιολογικής αλλά μεγάλης πίεσης (όπως με την πολύωρη ορθοστασία) σε ένα εξασθενημένο τμήμα του οστού.
Η οστεονέκρωση είναι μία παθολογική κατάσταση κατά την οποία νεκρώνονται τα κύτταρα των οστών επειδή μειώνεται η αιμάτωσή τους. Οι τραυματισμοί που διαταράσσουν την παροχή αίματος σε ένα οστό και η παρατεταμένη λήψη υψηλών δόσεων κορτικοστεροειδών είναι δύο από τις πιο συχνές αιτίες οστεονέκρωσης

Διαβάστε

Κορτιζόνη : Πόσο επικίνδυνη είναι; Πότε χορηγείται; Tι πρέπει να προσέχουμε;

Ενέσεις κορτιζόνης σε γόνατο και ισχίο: κίνδυνοι, επιπλοκές και οστεοαρθρίτιδα | MEDLABNEWS.GR

Πρώτη δημοσίευση: Νοέμβριος 2019 — MEDLABNEWS.GR | Επιμέλεια: medlabnews.gr iatrikanea

Τελευταία ουσιαστική ενημέρωση: 22 Μαΐου 2026

Ψηλοτάκουνα: τι προβλήματα προκαλούν σε πόδια, γόνατα, μέση και τι να προσέχετε


του Αλέξανδρου Γιατζίδη, M.D., medlabnews.gr iatrikanea

Τα ψηλοτάκουνα παπούτσια αλλάζουν τη φυσική κατανομή του βάρους στο πέλμα και αυξάνουν την πίεση στο μπροστινό μέρος του ποδιού. Η συχνή και πολύωρη χρήση τους μπορεί να προκαλέσει κάλους, πόνο στα μετατάρσια, νύχια που μπαίνουν στο δέρμα, σφυροδακτυλία, κότσι, διαστρέμματα, ενοχλήσεις στον αχίλλειο τένοντα, επιβάρυνση στα γόνατα και πόνο στη μέση. Το άρθρο εξηγεί ποια προβλήματα μπορεί να δημιουργήσουν τα ψηλοτάκουνα, ποιες γυναίκες πρέπει να προσέχουν περισσότερο και πώς μπορεί να μειωθεί ο κίνδυνος χωρίς απόλυτη απαγόρευση 

Οι γυναίκες λατρεύουν τα ψηλοτάκουνα παπούτσια τους τόσο πολύ, σε σημείο που να θυσιάζουν τα πόδια τους για πάντα.

Οι γυναίκες που φορούν τακούνια  στους 5 και πάνω πόντους,  κάνουν τα πόδια τους να φαίνονται μακρύτερα και τονίζουν το σχήμα της γάμπας τους. Δυστυχώς, η συχνή χρήση αυτού του είδους υποδημάτων μπορεί να προκαλέσει πολλαπλά ορθοπεδικά προβλήματα με την πάροδο του χρόνου.
Το ένα τρίτο των γυναικών έχει φορέσει άβολα τακούνια επειδή απλώς ήταν κομψά και σχεδόν οι μισές από αυτές τις γυναίκες αντιμετώπισαν δυσκολία και δυσφορία στο περπάτημα, ενώ το 37% των γυναικών αυτών παραιτήθηκαν της προσπάθειας, έβγαλαν τα τακούνια και περπάτησαν ξυπόλητες.
9 στις 10 γυναίκες έχουν διάφορα προβλήματα, όπως φουσκάλες, προβλήματα στη φτέρνα, μυρμηγκιές, κάλους και νύχια που μεγαλώνουν προς τα μέσα.

Γυναίκες που φορούν ψηλά τακούνια ή αθλητικά που δεν εφαρμόζουν καλά μπορεί να θέτουν τον εαυτό τους σε κίνδυνο εμφάνισης αρθρίτιδας.

Τι προβλήματα μπορεί να δημιουργήσουν τα ψηλοτάκουνα;

Τα μετατάρσια οστά επιβαρύνονται πολύ, καθώς παίρνουν τον ρόλο του υποστηρικτή, ενώ το υπόλοιπο πέλμα, που στηρίζεται στην πολύ μικρή βάση του τακουνιού, φθείρεται πρόωρα και πονάει συνεχώς. Επιπλέον, τα δάχτυλα «στραγγαλίζονται» και σπρώχνονται μπροστά, με αποτέλεσμα να παρουσιάζονται κάλοι και επώδυνες παραμορφώσεις. Συχνά, εξαιτίας της υπερβολικής πίεσης, τα νύχια μεγαλώνουν προς τα μέσα.

Γόνατα: Είναι η μεγαλύτερη και η πιο ταλαιπωρημένη άρθρωση στο σώμα, αφού σε κάθε μας βήμα δέχονται κραδασμούς με διπλάσια έως τριπλάσια δύναμη από το βάρος μας. Τα ψηλά τακούνια μπορεί να προκαλέσουν πρόωρη αρθρίτιδα στο γόνατο. Το περπάτημα σε ψηλά παπούτσια επιβαρύνει περισσότερο την κατάσταση, καθώς λόγω της λανθασμένης θέσης της επιγονατίδας οι χόνδροι φθείρονται γρηγορότερα. Επειδή η χρήση τους προκαλεί αφύσικη στάση φέροντας την σπονδυλική στήλη  την λεκάνη και τα ισχία προς τα εμπρός, προκαλείται ανώμαλη φόρτιση  στο εσωτερικό του γονάτου, συμβάλλοντας στην πρόωρη φθορά του χόνδρου που έχει σαν αποτέλεσμα  την ανάπτυξη της οστεοαρθρίτιδας. Μπορεί επίσης να πάθουμε κάτι ήπιο και παροδικό, όπως ένα διάστρεμμα ή ένα τράβηγμα, μέχρι κάτι πιο σοβαρό, όπως τενοντίτιδα, αρθροθυλακίτιδα.

Αστράγαλοι: Φορώντας τακούνια, οι αστράγαλοι ωθούνται προς τα εμπρός. Η ώθηση αυτή περιορίζει την κυκλοφορία του αίματος στα κάτω άκρα και μπορεί να προκαλέσει μέχρι και ευρυαγγείες. Όλα τα ψηλά τακούνια είναι η κύρια αιτία ενός διαστρέμματος στον αστράγαλο. Το πιο κοινό πρόβλημα είναι το πλευρικό διάστρεμμα, που μπορεί να σχίσει τους συνδέσμους.
Τα ψηλοτάκουνα παπούτσια αυξάνουν τον κίνδυνο για διαστρέμματα και κατάγματα σε ποσοστό 80%.

Αχίλλειος τένοντας: Λόγω της χρόνιας ανύψωσης της φτέρνας, το μήκος του αχίλλειου τένοντα συρρικνώνεται, με αποτέλεσμα το περπάτημα -ακόμα και με flat παπούτσια- να είναι επώδυνο (έντονοι πόνοι στις γάμπες).

Γάμπα: Τα τακούνια στιλέτο μπορούν  να προκαλέσουν ρίκνωση των μυών της γάμπας.  Οι μύες της γάμπας γίνονται κοντύτεροι με την υπερβολική χρήση ψηλών τακουνιών και μπορούν να προκαλέσουν  Τενοντίτιδα του αχίλλειου τένοντα. Αυτό μπορεί να συμβεί όταν μετά από τη χρήση ψηλών τακουνιών περπατήσουμε ξυπόλυτοι η χρησιμοποιήσουμε παπούτσια με κοντό η  καθόλου τακούνι.

Τα  ψηλά τακούνια αυξάνουν τις πιθανότητες για ανάπτυξη νευρινώματος. To νευρίνωμα βρίσκεται στο πρόσθιο μέρος του ποδιού και είναι αποτέλεσμα της πίεσης που εξασκείται πάνω στο νεύρο από την αφύσικη φόρτιση που προκαλούν τα παπούτσια με ψηλά τακούνια. Η συχνή πίεση προκαλεί φλεγμονή στο νεύρο ερεθισμό του και σε χρόνιες καταστάσεις μόνο η χειρουργική επέμβαση μπορεί να δώσει λύση στο πρόβλημα αυτό.

Δάκτυλα: Τα ψηλά τακούνια μπορεί να προκαλέσουν σφυροδακτυλία (hammertoes). Όταν το πόδι συμπιεστεί σε ένα μικρό χώρο, τα δάκτυλα πρέπει να λυγίσουν  και να διπλώσουν για να χωρέσουν στο στενό πρόσθιο μέρος του υποδήματος.  Με την πάροδο του χρόνου μπορούν να μείνουν  σταθερά στη θέση αυτή, να γίνουν άκαμπτα και να δημιουργηθεί η σφυροδακτυλία. Κατάσταση ιδιαίτερα σοβαρή  που  αντιμετωπίζεται χειρουργικώς και που καθηλώνει την ασθενή για μεγάλο χρονικό διάστημα εκτός εργασίας και καθημερινότητας

Κάλοι: Τα ψηλά τακούνια μπορεί να προκαλέσουν κάλους. Οι κάλοι είναι η υπανάπτυξη της ανώτερης στοιβάδας του δέρματος, ως αποτέλεσμα της υπερβολικής πίεση και της τριβής Η συμπίεση του μπροστινού μέρος του ποδιού σε ένα μικρό παπούτσι θα συμβάλει στην ανάπτυξη των κάλων στις κορυφές των ποδιών και ανάμεσα στα δάχτυλα.

Κότσι: Τα ψηλά τακούνια μπορεί να συμβάλουν στην ανάπτυξη του βλαισού μεγάλου δακτύλου (το γνωστό Κότσι). Αν και τα ψηλά τακούνια δεν είναι το απομονωμένο αίτιο για  το κότσι  η αυξημένη πίεση στο μεγάλο δάκτυλο με την πάροδο του χρόνου θα συμβάλλει σε αυτό.

Πλάτη και μέση: Στην προσπάθεια σας να ισορροπήσετε σε ψηλοτάκουνα παπούτσια, σπρώχνετε προς τα εμπρός τη λεκάνη, με αποτέλεσμα η σπονδυλική στήλη να κυρτώνει περισσότερο από το φυσιολογικό στην περιοχή της μέσης. Γενικά τα τακούνια εμποδίζουν το σώμα να έχει τη φυσική του στάση. Έτσι, εκτός από πόνους στα πόδια, συχνά υποφέρετε και από ενοχλήσεις στη μέση (οσφυαλγία), στα ισχία, ακόμη και στον αυχένα.

Ποιες γυναίκες πρέπει να προσέχουν ιδιαίτερα;

Η συστηματική χρήση ψηλών τακουνιών δημιουργεί πρόβλημα σε όλες τις γυναίκες. Η διαφορά είναι ότι σε ορισμένες γυναίκες η επιδείνωση έρχεται ταχύτερα. Όσες έχουν κακή ισορροπία και αυξημένο βάρος, καλό είναι να μη φορούν ψηλοτάκουνα, καθώς έχουν περισσότερες πιθανότητες πτώσης. Πολύ προσεκτικές πρέπει να είναι και οι γυναίκες που πάσχουν από διαβήτη και αγγειακά προβλήματα, γιατί εξαιτίας του «στραγγαλισμού» των δαχτύλων, του ερεθισμού του δέρματος και της διαμόρφωσης κάλων είναι πιθανό να παρουσιάσουν ευκολότερα επιπλοκές.

Το ύψος των τακουνιών που πρέπει να ενθαρρύνουμε να χρησιμοποιούνται για καθημερινή χρήση είναι μεταξύ 3-4 εκατοστών. Είναι το ιδανικό ύψος που επιτρέπει την σωστή κατανομή της φόρτισης μεταξύ πρόσθιου και οπίσθιου άκρου πόδα  αποφορτίζει την ποδική καμάρα και δεν στρεσάρει τον αχίλλειο τένοντα.

Η χρήση παπουτσιών στιλέτο με τακούνι άνω των 5 εκατοστών φορτίζει το πρόσθιο μέρος του ποδιού ίσο με τρεις φορές το βάρος του σώματος και η χρήση αυτών των παπουτσιών για μεγάλο χρονικό διάστημα  άνω αυτού του ύψους μπορεί να προκαλέσει την ανάπτυξη πολλών χρόνιων προβλημάτων.

Μυστικά που θα σας βοηθήσουν να μπορέσετε να περπατήσετε σωστά φορώντας τακούνια. 

• Να φοράτε ψηλά τακούνια όταν είναι απαραίτητο. Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να αποφεύγεται η καθημερινή και πολύωρη χρήση τους.
• Να προτιμάτε τα παπούτσια που έχουν φαρδύ τακούνι έως 5 εκ. και είναι άνετα στο μπροστινό τους τμήμα, ώστε να μην πιέζονται τα δάχτυλα.
• Να χρησιμοποιούτε ειδικούς πάτους, που εμποδίζουν το πέλμα να γλιστρά, ενώ παράλληλα απορροφούν τους κραδασμούς. Αν τα παπούτσια δεν κάθονται καλά στο πόδι, το περπάτημα δυσκολεύει –πόσο μάλλον αν πρόκειται για παπούτσια με τακούνι. Αν τα παπούτσια σας είναι λίγο πιο μεγάλα, βοηθήστε την εφαρμογή τους φορώντας ειδικούς πάτους (απευθυνθείτε στον τσαγκάρη για να επιλέξετε μαζί του την καλύτερη λύση). Αν πάλι είναι πιο μικρά, πάλι μπορεί να δώσει λύση ο τσαγκάρης σας ανοίγοντάς τα. Παρόλα αυτά, το σωστό νούμερο βοηθά στην καλύτερη εφαρμογή και κατά συνέπεια σε πιο σωστό βάδισμα. 
• Όταν φοράτε τακούνια, να κάνετε μικρά και σταθερά βήματα και να μην πατάτε με δύναμη στο πάτωμα.
• Μην βιάζεστε! Η προσπάθεια να περπατήσετε γρήγορα πάνω σε τακούνια έχει συνήθως αδέξια αποτελέσματα Τα μικρά βήματα και η έλλειψη καλής ισορροπίας δεν χρειάζονται βιασύνη. Επιπλέον, ένα πιο αργό βήμα δίνει την αίσθηση μεγαλύτερης αυτοπεποίθησης.
• Κρατήστε μια ελαφριά κλίση προς τα πίσω. Αν περπατήσετε πιο γρήγορα απ’ ό,τι επιτρέπουν τα τακούνια σας, θα διαπιστώσετε ότι γέρνετε τον λαιμό σας προς τα εμπρός προσπαθώντας να αντισταθμίσετε το βάρος και την κίνηση. Το αποτέλεσμα είναι τουλάχιστον περίεργο. Αφήστε, λοιπόν, καθώς περπατάτε φορώντας τις αγαπημένες σας γόβες, το σώμα σας να γείρει σχεδόν ανεπαίσθητα προς τα πίσω ώστε να εξισορροπήσετε την τάση που σας... τραβάει εμπρός.
• Φανταστείτε ότι περπατάτε σε ευθεία γραμμή. Όταν περπατάτε με τακούνια θα έχετε περισσότερη θηλυκότητα και χάρη αν φανταστείτε ότι υπάρχει μπροστά σας μια ευθεία και εσείς περπατάτε επάνω της. Το μυστικό; Μην κοιτάτε προς τα κάτω, αλλά αφήστε το βλέμμα σας να κοιτάξει πιο μακριά, καθορίζοντας την πορεία σας.
• Διπλώστε το πόδι σας. Αν καθώς περπατάτε νιώσετε ξαφνικά ότι γλιστράτε, διπλώστε ελαφρώς την πατούσα σας προκειμένου να ασκήσετε πίεση στο εσωτερικό τού παπουτσιού. Η κίνηση αυτή βοηθά το πόδι σας να εφαρμόσει καλύτερα στο παπούτσι και κατά συνέπεια επιτρέπει να ελιχθείτε με μεγαλύτερη ευκολία. 
• Όταν γυρίζετε σπίτι, να κάνετε μασάζ στα πέλματα και στα δάχτυλα των ποδιών, για να τονώσετε την κυκλοφορία του αίματος. Μεγάλη ανακούφιση μπορεί να προσφέρει ένα ποδόλουτρο με αιθέρια έλαια ή ένα σκοτσέζικο ντους στα πόδια (οι εναλλαγές ζεστού και κρύου νερού διεγείρουν τη διαστολή και τη συστολή των αγγείων).
• Να ελέγχετε τα πέλματά σας από νεαρή ηλικία.


Ψηλοτάκουνα: τι προβλήματα προκαλούν σε πόδια, γόνατα, μέση και τι να προσέχετε | MEDLABNEWS.GR

Πρώτη δημοσίευση: Οκτώβριος 2015 — MEDLABNEWS.GR | Συγγραφέας: Αλέξανδρος Γιατζίδης, M.D.

Τελευταία ουσιαστική ενημέρωση: 22 Μαΐου 2026

Αντιπυρηνικά αντισώματα ANA: τι είναι, πότε αυξάνονται και τι σημαίνει θετικό αποτέλεσμα

Αντιπυρηνικά αντισώματα - ΑΝΑ


της Κλεοπάτρας Ζουμπουρλή, μοριακής βιολόγου, medlabnews.gr iatrikanea

Τα αντιπυρηνικά αντισώματα ANA είναι αυτοαντισώματα που μπορεί να εμφανιστούν σε διάφορα αυτοάνοσα και συστηματικά νοσήματα. Η εξέταση ANA χρησιμοποιείται συχνά στη διερεύνηση συμπτωμάτων όπως αρθραλγίες, χρόνια κόπωση, εξανθήματα ή υποψία Συστηματικού Ερυθηματώδους Λύκου, αλλά ένα θετικό αποτέλεσμα δεν σημαίνει από μόνο του διάγνωση. Η ερμηνεία χρειάζεται πάντα συσχέτιση με τα συμπτώματα, την κλινική εικόνα και άλλες εργαστηριακές εξετάσεις. 

Τα αντισώματα είναι παράγοντες του ανοσοποιητικού συστήματος, τα οποία παράγονται κατά την επίθεση λοιμογόνων αιτίων και τοξινών. Έχουν ως αποστολή την καταστροφή βλαπτικών για τον οργανισμό ουσιών.

Τα αντιπυρηνικά αντισώματα είναι παθολογικά αντισώματα που το ίδιο το σώμα δημιουργεί έναντι δικών του ιστών (αυτοαντισώματα). Τα αντιπυρηνικά αντισώματα (ΑΝΑ) αυξάνονται σε πολλές ασθένειες.
Η διάγνωση μπαίνει σε συνδυασμό με την εξέλιξη των συμπτωμάτων και τα υπόλοιπα εργαστηριακά ευρήματα.

Η εξέταση ΑΝΑ παραγγέλλεται για να βοηθήσει για τον έλεγχο για αυτοάνοσα νοσήματα και χρησιμοποιείται κατ’ εξοχήν ως μία από τις εξετάσεις για τη διάγνωση του συστηματικού ερυθηματώδους λύκου (ΣΕΛ). Ανάλογα με τα συμπτώματα του ασθενούς και τη διάγνωση που υποπτεύεται ο γιατρός τα ΑΝΑ μπορεί να παραγγελθούν μαζί με μία ή περισσότερες εξετάσεις αυτοαντισωμάτων. Άλλες εργαστηριακές εξετάσεις που σχετίζονται με την παρουσία φλεγμονής, όπως η ταχύτητα καθίζησης ερυθρών (ΤΚΕ) ή (ESR) ή και η C -αντιδρώσα πρωτεΐνη (CRP) μπορεί επίσης παραγγελθούν. Τα ΑΝΑ μπορεί να συνοδευθούν από πρόσθετες εξετάσεις, που θεωρούνται υποομάδες της γενικής εξέτασης ANA και που χρησιμοποιούνται σε συνδυασμό με την κλινική ιστορία του ασθενούς για να βοηθήσουν να αποκλεισθούν άλλες αυτοάνοσες διαταραχές.

Τα ΑΝΑ αυξάνονται κυρίως σε αυτοάνοσες συστηματικές ασθένειες.


Υπάρχουν διάφοροι τύποι ΑΝΑ, οι οποίοι αρκετές φορές μπορούν να μας βοηθήσουν να ξεχωρίσουμε κάποιες ανοσολογικές παθήσεις με κοινά κλινικά χαρακτηριστικά όπως τα SSA, SSB, SM, RNP,Scl 70, Jo, ANCA, anti DNA κα.


Νόσοι με παρουσία ΑΝΑ σε διάφορους τίτλους είναι:

  • Ο Συστηματικός Ερυθηsματώδης Λύκος
  • Το σύνδρομο Sjogren
  • Η ρευματοειδής αρθρίτιδα
  • Η αυτοάνοσος ηπατίτιδα
  • Η σκληροδερμία
  • Η πολυμυοσίτιδα ή δερματομυοσίτιδα
  • Η νόσος του Addison
  • Η ιδιοπαθής θρομβοκυττοπενική πορφύρα
  • Η θυροειδίτιδα του Hashimoto
  • Η αυτοάνοσος αιμολυτική αναιμία
  • Ο σακχαρώδης διαβήτης τύπου ΙΙ
  • Ιογενείς ή χρόνιες βακτηριδιακές λοιμώξεις
  • Πνευμονικές παθήσεις (πνευμονική υπέρταση)
  • Γαστρεντερικές νόσοι, όπως ελκώδης κολίτιδα, νόσος του Crohn
  • Κάποιοι καρκίνοι
  • Δερματικές παθήσεις ιδιαίτερα όταν είναι εκτεταμένες, όπως η ψωρίαση
  • Κάποια φάρμακα, όπως η προκαϊναμίδη, η υδραλαζίνη και η dilabtin.

Τα ποσοστά όπου ανευρίσκονται αυξημένα στις αντίστοιχες ασθένειες φαίνονται παρακάτω:

  • Συστηματικός Ερυθηματώδης Λύκος (93%)
  • Σκληρόδερμα (85%)
  • Μικτή νόσος του συνδετικού ιστού (93%)
  • Πολυμυοσίτιδα-Δερματομυοσίτιδα (61%)
  • Ρευματοειδής αρθρίτιδα (33%)
  • Σύνδρομο Sjogren (48%)
  • Φαρμακευτικός λύκος (100%)
  • Δισκοειδής λύκος (15%)
  • Χρόνια αρθρίτιδα (71%)
Επίσης αυξημένα ανευρίσκονται και σε ασθένειες συγκεκριμένων οργάνων που οφείλονται σε αυτοάνοση δραστηριότητα όπως:

  • Θυροειδίτιδα Hashimoto (46%)
  • Νοσος του Graves (50%)
  • Αυτοάνοση ηπατίτιδα (63-91%)
  • Πρωτοπαθής χολική κίρρωση (10-40%)
  • Πρωτοπαθής αυτοάνοση χολαγγειίτιδα (100%)
  • Ιδιοπαθής πνευμονική αρτηριακή υπέρταση (40%)

Άλλες καταστάσεις που συνδέονται με αυξημένους τίτλους αντιπυρηνικών αντισωμάτων είναι οι χρόνιες λοιμώδεις νόσοι όπως η μονοκυττάρωση, η ηπατίτιδα C, η υποξία βακτηριακή ενδοκαρδίτιδα, η φυματίωση, το AIDS, κ.α.

Σπάνια τα αντιπυρηνικά αντισώματα αυξάνονται σε περιπτώσεις καρκίνου. Ακόμα και ασθενείς που παίρνουν φάρμακα μπορεί να έχουν αυξημένα ΑΝΑ, χωρίς να αναπτύσσουν την εικόνα του φαρμακευτικού λύκου.

ΠΡΟΣΟΧΗ
Δεν υπάρχει συσχέτιση των ΑΝΑ με την CRP, τη χρήση οινοπνεύματος, το κάπνισμα, το επίπεδο μόρφωσης και το οικογενειακό οικονομικό επίπεδο.
Από πρακτικής πλευράς τα ΑΝΑ αναζητώνται συνήθως σε παθήσεις που προκαλούν αρθρίτιδες ή χρόνιες πολυαρθραλγίες.
Εάν βρεθούν θετικά σε τίτλο πάνω από 1:160 τότε η πρώτη νόσος που θα πρέπει να αναζητηθεί είναι ο Συστηματικός Ερυθηματώδης Λύκος διότι είναι και η πάθηση που τα ΑΝΑ απαντώνται σε ποσοστό πάνω από 95%.
Η ανεύρεση ΑΝΑ σε τίτλους κάτω του 1:160 δεν αποτελεί στοιχείο ειδικό και παρακολουθούνται οι τίτλοι ανά 4μηνο.
Εάν ο τίτλος τους είναι πάνω από 1:160 γίνονται και άλλες εξετάσεις για να αποκλειστούν διάφορες νόσοι.

Σε ανοσοκαταστολή και λήψη στερεοειδών τα αντιπυρηνικά αντισώματα είναι ψευδώς αρνητικά

Ψευδώς θετικά ΑΝΑ ανευρίσκονται κυρίως σε γυναίκες και ηλικιωμένους ανθρώπους. Σε αυτές τις περιπτώσεις τα ΑΝΑ είναι θετικά αλλά σε χαμηλούς τίτλους. Επίσης, σε λήψη φαρμάκων, όπως ακεταζολαμίδη, καρβιντόπα, χλωροθειαζίδη, χλωροπρομαζίνη, κλοφιβράτη, αιθοσουξιμίδη άλατα χρυσού, γκριζεοφουλβίνη, υδραλαζίνη, ισονιαζίδη, λίθιο, μεθυλντόπα, από του στόματος αντισυλληπτικά, πενικιλίνη, φαινυλβουταζόνη, φαινυτοΐνη, πριμιδόνη, προκαϊναμίδη, προπυλθειουρακίλη, κινιδίνη, ρεζερπίνη, στρεπτομυκίνη, σουλφοναμίδες, τετρακυκλίνες, θειαζιδικά διουρητικά.

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι τα ΑΝΑ είναι απλά ενδεικτικά ύπαρξης κάποιας ασθένειας και όχι αποδεικτικά, ενώ το ίδιο ισχύει και για την έλλειψη αυξημένων τίτλων ΑΝΑ.

Η σωστή παθολογική εξέταση έχει κομβική σημασία στη σωστή διαφορική διάγνωση.

Διαβάστε επίσης

Αντιπυρηνικά αντισώματα ANA: τι είναι, πότε αυξάνονται και τι σημαίνει θετικό αποτέλεσμα | MEDLABNEWS.GR

Πρώτη δημοσίευση: Οκτώβριος 2015 — MEDLABNEWS.GR | Συγγραφέας: Κλεοπάτρα Ζουμπουρλή, μοριακή βιολόγος

Τελευταία ουσιαστική ενημέρωση: 10 Μαΐου 2026

Συστηματικός Ερυθηματώδης Λύκος (ΣΕΛ) : συμπτώματα, διάγνωση, εξετάσεις και θεραπεία


Ο Συστηματικός Ερυθηματώδης Λύκος (ΣΕΛ) είναι χρόνια αυτοάνοση φλεγμονώδης ρευματική νόσος, στην οποία το ανοσοποιητικό σύστημα στρέφεται εναντίον ιστών και οργάνων του σώματος. Το άρθρο εξηγεί τι είναι ο λύκος, ποια συμπτώματα μπορεί να προκαλέσει — όπως εξάνθημα τύπου «πεταλούδας», πυρετό, κόπωση, πόνο στις αρθρώσεις και φωτοευαισθησία — και πώς γίνεται η διάγνωση με κλινική εξέταση και ειδικές εργαστηριακές εξετάσεις. Περιλαμβάνει επίσης θεραπευτικές επιλογές, οδηγίες καθημερινότητας, διατροφή, άσκηση και ζητήματα κύησης. 

Ο Συστηματικός Ερυθηματώδης Λύκος - Σ.Ε.Λ. είναι χρόνια φλεγμονώδης Ρευματική Πάθηση και αποτελεί διαταραχή του ανοσοποιητικού συστήματος, δηλαδή του συστήματος άμυνας του οργανισμού, γνωστή ως αυτοάνοση συστηματική νόσος.  Εκτός από το Σ.Ε.Λ  υπάρχει και ο δερματικός ή Δισκοειδής Λύκος, ο οποίος όμως είναι διαφορετικής και πιο ήπιας μορφής.

Το όνομα συστηματικός ερυθηματώδης λύκος χρονολογείται από τις αρχές του 20ου αιώνα. O «Λύκος» είναι ένα από τα 100 αυτοάνοσα νοσήματα και πήρε το όνομά του πριν από 300 χρόνια εξαιτίας των δερματικών εξανθημάτων που παραμόρφωναν το πρόσωπο σαν να το είχε δαγκώσει «Λύκος». Στα νοσήματα αυτά το ανοσολογικό σύστημα που υπό άλλες συνθήκες μας προστατεύει το σώμα μας στρέφεται εναντίον διαφόρων οργάνων του. Συστηματικός σημαίνει ότι προσβάλλει πολλά όργανα και συστήματα του σώματος. Ερυθηματώδης στα ελληνικά σημαίνει κόκκινος και αναφέρεται στο κόκκινο χρώμα του δερματικού εξανθήματος του ΣΕΛ.


Ο ΣΕΛ είναι μια χρόνια πάθηση του ανοσοποιητικού συστήματος που μπορεί να αποβεί ακόμη και μοιραία, αν και με τις πρόσφατες ιατρικές εξελίξεις η θνησιμότητα έχει μειωθεί αρκετά. Όπως και με τις υπόλοιπες αυτοάνοσες παθήσεις, το ανοσοποιητικό σύστημα  επιτίθεται στα κύτταρα και τους ιστούς του σώματος προκαλώντας φλεγμονή και ιστολογική βλάβη. Στα άτομα, που υποφέρουν από Λύκο, το ανοσολογικό τους σύστημα χάνει την ικανότητα να διακρίνει, τα εξωγενή ερεθίσματα – τους «διάφορους εισβολείς» από τα υγιή δικά του κύτταρα και όχι μόνον δεν τα καταπολεμά, αλλά προκαλεί και την καταστροφή τους, δηλαδή καταστρέφει τα δικά του συστατικά, καταστρέφει τον «εαυτό του». 


Ο ΣΕΛ μπορεί να είναι δύσκολο να εντοπιστεί επειδή τα σημεία και τα συμπτώματά του μιμούνται συχνά εκείνα άλλων ασθενειών. Το πιο χαρακτηριστικό σημάδι του Λύκου - ένα δερματικό εξάνθημα που μοιάζει με τα φτερά μιας πεταλούδας, απλώνεται και στα δύο μάγουλα - εμφανίζεται σε πολλές αλλά όχι όλες τις περιπτώσεις της νόσου.

Πόσο συχνός είναι;  Επιδημιολογικά στοιχεία;

Η συχνότητα του ΣΕΛ ποικίλλει αρκετά ανάλογα με την εθνικότητα και τη γεωγραφική περιοχή, ωστόσο διεθνώς κυμαίνεται γενικά σε 0.5–1 ‰. Η νόσος είναι συχνότερη στους μαύρους Αφρο-αμερικανούς και σε Λατινο-αμερικανούς. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο ΣΕΛ εμφανίζεται κατά πολύ συχνότερα στις γυναίκες (7 έως 10 φορές σε σχέση με τους άνδρες).
Ο ΣΕΛ είναι νόσος κυρίως νεαρών γυναικών. Η συχνότερη ηλικία εμφάνισης είναι μεταξύ 15 και 40 ετών με αναλογία γυναίκες: άνδρες 6-10:1. Ωστόσο, η ηλικία έναρξης μπορεί να ποικίλλει από τη βρεφική έως την ενήλικη ζωή.
Ο ΣΕΛ έχει ισχυρό οικογενή χαρακτήρα με υψηλότερη συχνότητα εμφάνισης μεταξύ των συγγενών πρώτου βαθμού των ασθενών με ΣΕΛ. Η νόσος εμφανίζεται σε αναλογία 25-50% σε μονοζυγωτικούς διδύμους και 5% σε διζυγωτικούς. Επιπλέον, σε ευρύτερες οικογένειες, μπορεί να εμφανισθεί μαζί με άλλες αυτοάνοσες καταστάσεις, όπως η αιμολυτική αναιμία, η θυρεοειδίτιδα και η ιδιοπαθής θρομβοκυτταροπενική πορφύρα. Παρά την επίδραση της κληρονομικότητας οι περισσότερες περιπτώσεις ΣΕΛ εμφανίζονται σποραδικά.
Στην Ελλάδα, επιδημιολογικές μελέτες δείχνουν πως η συχνότητα του ΣΕΛ είναι περίπου 70–100 περιπτώσεις ανά 100.000 κατοίκους, ενώ υψηλότερη συχνότητα (σχεδόν 120 περιπτώσεις ανά 100.000 κατοίκους) καταγράφηκε σε μελέτη στην Κρήτη.
Δεν είναι ασυνήθιστο για ένα παιδί με ΣΕΛ να έχει στην οικογένειά του συγγενή με κάποια αυτοάνοση νόσο, είναι όμως πολύ σπάνιο να προσβληθούν από ΣΕΛ δύο παιδιά στην ίδια οικογένεια.

Ο ΣΕΛ μπορεί να επηρεάσει οποιοδήποτε μέρος του σώματος, αλλά πιο συχνά προκαλεί βλάβες στην καρδιά , τις αρθρώσεις , το δέρμα , τους πνεύμονες , τις φλέβες, το ήπαρ, τα νεφρά  και το κεντρικό νευρικό σύστημα. Η πορεία της πάθησης είναι απρόβλεπτη. Μερικοί άνθρωποι γεννιούνται με μια τάση στο να  αναπτύξουν  λύκο, η οποία μπορεί να προκληθεί από μολύνσεις, ορισμένα φάρμακα ή ακόμα και το φως του ήλιου. 
Είναι μεταδοτικός;
Ο ΣΕΛ δεν είναι μεταδοτικός, δεν μπορεί να μεταδοθεί από ένα άτομο σε άλλο, όπως μία λοίμωξη.
Ποια είναι τα αίτια της νόσου;
Είναι πιθανό ότι η νόσος οφείλεται σε έναν συνδυασμό γενετικών  και  περιβαλλοντικών  παραγόντων. Φαίνεται ότι τα άτομα με κληρονομική προδιάθεση για Λύκο μπορεί να εκδηλώσουν την ασθένεια όταν έρχονται σε επαφή με κάτι στο περιβάλλον που μπορεί να τη «διεγείρει». Το γενετικό υπόστρωμα παίζει ένα σημαντικό ρόλο εντούτοις δεν έχει αναγνωρισθεί συγκεκριμένο «γονίδιο Λύκου». Αντίθετα φαίνεται ότι ποικίλα γονίδια ίσως αυξάνουν την προδιάθεση ενός ατόμου για τη νόσο. Πιστεύεται ότι τα γονίδια από μόνα τους δεν καθορίζουν ποιο άτομο θα εκδηλώσει Λύκο. 
Η αιτία για το λύκο στις περισσότερες περιπτώσεις, ωστόσο, είναι άγνωστη. Μερικοί  πιθανοί παράγοντες που προκαλούν την ασθένεια μπορεί να είναι :

• Τα ηλιακά εγκαύματα: Η έκθεση στον ήλιο μπορεί να πυροδοτήσει  την εκδήλωση της νόσου  σε ευαίσθητα άτομα.
• Φάρμακα: ΣΕΛ μπορεί να προκληθεί από ορισμένους τύπους  αντιεπιληπτικής φαρμακευτικής αγωγής,  φάρμακα που ρυθμίζουν την αρτηριακή πίεση του αίματος και αντιβιοτικά. Οι άνθρωποι που έχουν φαρμακευτικό λύκο συνήθως βλέπουν  τα συμπτώματά τους να απομακρύνονται όταν σταματήσουν τη λήψη των φαρμάκων που τα προκαλούν.
• Ψυχικό stress
• Λοιμώξεις

Συμπτώματα
Μολονότι δεν υπάρχουν συγκεκριμένοι τύποι συμπτωμάτων του Σ.Ε.Λ., από τα πιο συνηθισμένα είναι: πυρετός, αδυναμία, κόπωση ή απώλεια βάρους, εξάνθημα του δέρματος, αρθραλγίες στα δάκτυλα των χεριών, τους αγκώνες, τα γόνατα ή τους αστραγάλους, διόγκωση λεμφαδένων, ανορεξία, χαμηλή θερμοκρασία, τριχόπτωση, ναυτία και εμετό. Κοινά συμπτώματα είναι επίσης η κατάθλιψη και ένα γενικευμένο αίσθημα κόπωσης.
Τα σημεία και συμπτώματα μπορεί να εμφανιστούν ξαφνικά ή και να αναπτύσσονται αργά, μπορεί να είναι ήπιας ή σοβαρής μορφής και μπορεί η παρουσία τους να είναι προσωρινή ή μόνιμη. Οι περισσότεροι άνθρωποι με ΣΕΛ  εκδηλώνουν την ασθένεια σε ήπια μορφή  που χαρακτηρίζεται από «επεισόδια », όταν τα σημεία και τα συμπτώματα επιδεινώνονται  για λίγο, στη συνέχεια παρατηρείται  βελτίωση ή και μπορεί να εξαφανιστούν εντελώς για ένα διάστημα.
Τα πιο συνηθισμένα σημεία και συμπτώματα περιλαμβάνουν:

• Κόπωση και πυρετό
• Πόνο στις αρθρώσεις, δυσκαμψία και πρήξιμο
• Εξάνθημα σε σχήμα Πεταλούδας στο πρόσωπο, που καλύπτει τα μάγουλα και τη γέφυρα της μύτης
• Δερματικές βλάβες που εμφανίζονται ή επιδεινώνονται με την έκθεση στον ήλιο. 
• Δάκτυλα χεριών και ποδιών που γίνονται άσπρα ή κυανά όταν εκτίθενται στο κρύο ή στη διάρκεια περιόδων στρες (φαινόμενο Raynaud)
• Δύσπνοια
• Πόνο στο στήθος
• Ξηροφθαλμία
• Πονοκεφάλους , σύγχυση, απώλεια μνήμης
• Αρτηριακή πίεση: Αύξηση η οποία προκαλείται από τη χρήση κορτικοειδών η άλλων φαρμάκων η και από τη νεφρική δυσλειτουργία. 
• Καρδιά και πνεύμονες: Μπορεί να προσβληθούν. Είναι επίσης ενδεχόμενη η πρόκληση περικαρδίτιδας ή πλευρίτιδας αντίστοιχα, με αποτέλεσμα τη δύσκολη και επώδυνη αναπνοή. 
• Οστά: Οστεονέκρωση λόγω κακής κυκλοφορίας
• Απώλεια μαλλιών, αλωπεκία
• Αναιμία, ανεπάρκεια μυελού των οστών
• Δυσκολίες συγκέντρωσης και μνήμης

Το μάτι μπορεί να προσβληθεί σπανίως, αν και σε κάποιες περιπτώσεις μπορεί να είναι η πρώτη εκδήλωση μιας μέχρι τότε ασυμπτωματικής νόσου. Η οφθαλμική προσβολή περιλαμβάνει:

• Ξηροφθαλμία
• Σκληρίτιδα
• Επισκληρίτιδα
• Αγγείτιδα αμφιβληστροειδή
• Οπίσθια ραγοειδίτιδα
Συνηθέστερα στα μάτια εμφανίζονται εκδηλώσεις όταν ο ΣΕΛ έχει προσβάλλει τα νεφρά και έχει προκαλέσει αρτηριακή υπέρταση (υπερτασική αμφιβληστροειδοπάθεια).
Αγγειίτιδα συνήθως εκδηλώνεται όταν ο ΣΕΛ συνυπάρχει με αντιφωσφολιπιδικό σύνδρομο.
Διάγνωση
Η διάγνωση μπορεί να είναι αρκετά ευχερής φτάνει να υπάρχει έντονη υποψία από το γιατρό. Θα βασιστεί στο ατομικό ιστορικό, στην κλινική εξέταση αλλά και σε μια σειρά ειδικευμένων αναλύσεων.
Οι ασθενείς με ΣΕΛ έχουν συχνά στη γενική εξέταση αίματος χαμηλό αιματοκρίτη (αναιμία), ή χαμηλό αριθμό λευκών (λευκοπενία) ή αιμοπεταλίων (θρομβοπενία).
Οι εργαστηριακές εξετάσεις μπορεί να βοηθήσουν στη διάγνωση του ΣΕΛ και επιπλέον να καθορίσουν ποια εσωτερικά όργανα έχουν προσβληθεί. Οι τακτικές αιματολογικές εξετάσεις και εξετάσεις ούρων είναι σημαντικές για την παρακολούθηση της ενεργότητας και της βαρύτητας της νόσου και για να καθορίσουν πόσο καλά ανεκτά είναι τα φάρμακα. Υπάρχουν αρκετές εργαστηριακές εξετάσεις που πρέπει να γίνουν στο ΣΕΛ:
1) Συνηθισμένες εξετάσεις που δείχνουν εάν υπάρχει ενεργότητα της νόσου με προσβολή πολλαπλών, οργάνων, όπως:
Η ταχύτητα καθίζησης ερυθρών (ΤΚΕ) και η C-αντιδρώσα πρωτεΐνη (CRP), που είναι αυξημένες σε κάθε φλεγμονή. Στο ΣΕΛ ενώ η ΤΚΕ είναι αυξημένη, η CRP είναι χαρακτηριστικά φυσιολογική. Εάν είναι αυξημένη αποτελεί ένδειξη παρουσίας λοίμωξης.
Εξετάσεις αίματος που μπορεί να αποκαλύψουν αναιμία και χαμηλά αιμοπετάλια και λευκά αιμοσφαίρια.
Hλεκτροφόρηση των πρωτεϊνώνֵ του πλάσματος που μπορεί να αποκαλύψει αυξημένη γαμμα-σφαιρίνη (αυξημένη φλεγμονή) και μειωμένη λευκωματίνη (προσβολή των νεφρών).
Βιοχημικές εξετάσεις που μπορεί να αποκαλύψουν προσβολή των νεφρών (αύξηση της ουρίας και της κρεατινίνης στο αίμα, μεταβολές στη συγκέντρωση των ηλεκτρολυτών), παθολογικά ευρήματα στον έλεγχο ηπατικής λειτουργίας (αύξηση τρανσαμινασών) και αύξηση των μυικών ενζύμων, εάν οι μύες έχουν προσβληθεί.
Οι εξετάσεις ούρων είναι πολύ σημαντικές τόσο κατά την αρχική διάγνωση του ΣΕΛ όσο και κατά την παρακολούθηση, για να καθοριστεί η προσβολή των νεφρών. Είναι πιο σωστό να γίνονται σε τακτά χρονικά διαστήματα, ακόμα και όταν η ασθένεια είναι σε ύφεση. Η εξέταση ούρων μπορεί να δείξει διάφορα σημάδια φλεγμονής στα νεφρά, όπως
ερυθρά αιμοσφαίρια ή αυξημένο λεύκωμα(πρωτεΐνες). Μερικές φορές, για να μετρηθεί το λεύκωμα ούρων 24ώρου χρειάζεται να συλλέξουν οι γονείς ούρα του παιδιού για 24 ώρες. Μ’αυτόν τον τρόπο, μπορεί να διαγνωσθεί η πρώιμη προσβολή των νεφρών.
2) Ανοσολογικές εξετάσεις:
Αντιπυρηνικά αντισώματα (ΑΝΑ) 
Αντισώματα έναντι του DNA 
Αντισώματα anti-Sm 
Αντιφωσφολιπιδικά αντισώματα 
Εργαστηριακές εξετάσεις που μετρούν τα επίπεδα του συμπληρώματος στο αίμα. Η λέξη συμπλήρωμα είναι όρος που αναφέρεται σε μια ομάδα πρωτεϊνών του αίματος που καταστρέφουν τα μικρόβια και ρυθμίζουν τη φλεγμονώδη αντίδραση και την ανοσιακή απάντηση. Συγκεκριμένες πρωτεΐνες του συμπληρώματος (C3 και C4) μπορεί να καταναλωθούν σε ανοσιακές αντιδράσεις και τα χαμηλά επίπεδα αυτών των πρωτεϊνών σημαίνουν την παρουσία ενεργού νόσου, ιδίως νεφρικής προσβολής.
Σήμερα, είναι διαθέσιμες πολλές ακόμη εξετάσεις για να δούμε τις επιδράσεις του ΣΕΛ σε διάφορα όργανα του σώματος. Συχνά γίνεται βιοψία των νεφρών (αφαίρεση μικρού τμήματος ιστού). Η νεφρική βιοψία παρέχει πολύτιμες πληροφορίες σχετικά με τον τύπο, το βαθμό και τη διάρκεια των βλαβών του ΣΕΛ και βοηθάει πολύ στην επιλογή της κατάλληλης αγωγής. Η δερματική βιοψία μπορεί να βοηθήσει μερικές φορές να διαγνωστεί η δερματική αγγειίτιδα, ο δισκοειδής λύκος ή η φύση διάφορων δερματικών εξανθημάτων. 
Άλλες εξετάσεις περιλαμβάνουν ακτινογραφίες θώρακος (για την καρδιά και τους πνεύμονες), ηλεκτροκαρδιογράφημα και υπερηχογράφημα για την καρδιά, λειτουργικές εξετάσεις των πνευμόνων, ηλεκτροεγκεφαλογράφημα (ΗΕΓ), μαγνητική τομογραφία (ΜRΙ), ή άλλες τομογραφίες για τον εγκέφαλο και πιθανόν βιοψίες άλλων ιστών.



Θεραπεία
Οι θεραπείες στο ΣΕΛ αποσκοπούν να βάλουν «φρένο» στην υπέρμετρη λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος, περιορίζοντας έτσι τη φλεγμονή και τα συμπτώματα της νόσου. Ως εκ τούτου, οι θεραπείες αυτές χαρακτηρίζονται ως «ανοσοτροποποιητικές» ή «ανοσοκατασταλτικές» και περιλαμβάνουν την υδροξυχλωροκίνη, τη μεθοτρεξάτη, την αζαθειοπρίνη, το μυκοφαινολικό και την κυκλοφωσφαμίδη. Τα δύο τελευταία φάρμακα χρησιμοποιούνται στις περισσότερο σοβαρές περιπτώσεις λύκου (π.χ. σε ασθενείς με νεφρίτιδα).
Λόγω της χρήσης των θεραπειών αυτών, τα τελευταία χρόνια έχει περιοριστεί η χρήση της κορτιζόνης. Παρόλα αυτά, η κορτιζόνη έχει το πλεονέκτημα ότι δρα πολύ γρήγορα και είναι ανάγκη να χορηγείται σε σοβαρές μορφές ή υποτροπές της νόσου. Στους υπόλοιπους ασθενείς, πρέπει να επιδιώκεται η μακροχρόνια θεραπεία της νόσου να γίνεται με τη χαμηλότερη δυνατή δόση κορτιζόνης ή κατά το δυνατό, να διακόπτεται η χορήγησή της μετά από κάποιες εβδομάδες, προκειμένου να περιοριστούν οι παρενέργειές της στον οργανισμό.
Τα τελευταία χρόνια η εμβάθυνση στην επιστημονική γνώση για τις αιτίες και τους μηχανισμούς που προκαλούν το ΣΕΛ έχει οδηγήσει στην ανάπτυξη μιας νέας γενιάς θεραπειών, γνωστές και ως «βιολογικές» θεραπείες. Οι βιολογικές θεραπείες, σε αντίθεση με τις παραδοσιακές ανοσοκατασταλτικές θεραπείες, «στοχεύουν» συγκεκριμένες πρωτεΐνες του ανοσοποιητικού συστήματος που ευθύνονται (τουλάχιστον εν μέρει) για την ανάπτυξη του ΣΕΛ. Τέτοιες θεραπείες είναι το belimumab και το rituximab. Οι νεότερες θεραπείες μπορεί να αποβούν χρήσιμες σε ασθενείς με ανθεκτικές μορφές του ΣΕΛ, στους οποίους οι παραδοσιακές ανοσοκατασταλτικές θεραπείες δεν έχουν επιτύχει ή έχουν προκαλέσει σοβαρές παρενέργειες και δε μπορούν πλέον να χρησιμοποιηθούν. 
Τέλος, συχνά οι ασθενείς παρά τη φαρμακευτική αγωγή που λαμβάνουν και την αντικειμενική βελτίωση του λύκου, εξακολουθούν να έχουν αίσθημα εξάντλησης (κόπωση) ή πόνου στο σώμα τους, το οποίο τους επηρεάζει σημαντικά την καθημερινότητά τους. Η αντιμετώπιση αυτών των ενοχλήσεων γίνεται με ένα πρόγραμμα ήπιας φυσικής άσκησης, ψυχολογικής υποστήριξης, βελτίωσης του νυκτερινού ύπνου, ή και με παυσίπονα φάρμακα ή φάρμακα για τη θεραπεία του χρόνιου πόνου.
Τι πρέπει να κάνει ο ασθενής;
Κυρίως, αποφυγή καταστάσεων που προκαλούν αναζωπύρωση της νόσου (αποφυγή stress, κούρασης, κακή διατροφή).
• Προφυλάξεις κατά του ηλιακού φωτός (χρήση προστατευτικής κρέμας που μπλοκάρει UV-A, UV-B ακτίνες, Δείκτης προστασίας 15).
• Χρήση καπέλου κεφαλής.
• Απόλυτος έλεγχος (κινήσεων – ενέργειας) κατά την έξαρση της νόσου (περισσότερη ξεκούραση – λιγότερο άγχος). Μετά την έξαρση, μπορεί να επακολουθείτε σταδιακά στις εργώδεις δραστηριότητες (φυσική άσκηση, λογική γυμναστική).
• Κατανάλωση ελεγχόμενων γευμάτων (πλούσια σε πρωτεΐνες, βιταμίνες).
• Συνιστάται εμβολιασμός – προληπτική αντιβιοτική θεραπεία – πριν από κάθε παθολογικό ή οδοντιατρικό πρόβλημα υγείας, ώστε να μειωθεί η πιθανότητα λοίμωξης, η οποία θα ενεργοποιήσει θα «ξυπνήσει» το λύκο.
• Απόλυτος έλεγχος και γνώση της νόσου (των επιπλοκών της – των εξάρσεων της).
• Επίσημη – παρακολούθηση ιατρική – κάθε 6 μήνες ή κάθε φορά που εμφανίζονται προβλήματα (καλύτερα η πρόληψη από την θεραπεία – αυτά ισχύει για όλα τα νοσήματα).
Ανάπαυση και άσκηση
Αν κουράζεστε εύκολα, χρειάζεται να διατηρείτε μια ισορροπία μεταξύ ανάπαυσης και δραστηριότητας. Μέρος αυτής της ισορροπίας περιλαμβάνει το να ρυθμίζεται τον εαυτό σας κατά την διάρκεια της ημέρας κι επίσης από μέρα σε μέρα. Αφήστε αρκετό χρόνο να τελειώσετε κάτι που αρχίσατε, ώστε να μην νιώσετε πιεσμένοι. Μην προσπαθείτε να κάνετε πολλά πράγματα κάθε φορά. Να είστε ρεαλιστές. Προγραμματισμός και ρύθμιση χρόνου σημαίνει επίσης να κάνετε τα δυσκολότερα πράγματα όταν βρίσκεστε στην καλύτερη κατάσταση.
Συνήθως δεν απαιτείται να εγκαταλείψετε τις συνηθισμένες σας δραστηριότητες. Πάντως ίσως να χρειαστεί να περιορίσετε κοπιαστικές δραστηριότητες, ειδικά όταν νιώθετε ότι πλησιάζει κάποια έξαρση. Η αναλαμπή είναι μια περίοδος κατά την οποία τα συμπτώματα της πάθησης εμφανίζονται ή χειροτερεύουν. Κατά την διάρκεια της έξαρσης μη διστάσετε να ζητήσετε από άλλους στην οικογένεια να βοηθήσουν στο σπίτι. Ίσως θα πρέπει να σκεφτείτε να ζητήσετε από κάποιον να σας βοηθήσει στις οικιακές δουλειές.
Όταν βρίσκεστε στη δουλειά προσπαθήστε να κάνετε μικρά διαλείμματα και να εναλλάσσετε τις δραστηριότητες. Ίσως χρειαστεί να μειώσετε τις ώρες που εργάζεστε. Αν το να μειώσετε τις ώρες της εργασίας σας, παρουσιάζει προβλήματα στην παρούσα εργασία σας, ένας σύμβουλος επαγγελματικής αποκατάστασης ίσως σας βοηθήσει να βρείτε μια δουλειά με πιο ελαστικό ή μειωμένο ωράριο ή και λιγότερο κουραστική.
Είναι εξίσου σημαντικό να κάνετε κατάλληλες ασκήσεις σε καθημερινή βάση. Μπορείτε να τις κάνετε όταν η πάθηση δεν βρίσκετε σε ενεργό στάδιο και νιώθετε καλύτερα. Πάντως, ακόμα και κατά την διάρκεια της έξαρσης το να κάνετε μια ποικιλία ενεργητικών και παθητικών ασκήσεων βοηθά σημαντικά για την αποφυγή της δυσκαμψίας και ατροφίας των μυών. Ένας φυσιοθεραπευτής, που κατευθύνετε από τον γιατρό σας, μπορεί να σας βοηθήσει να φτιάξετε ένα πρόγραμμα ασκήσεων που ταιριάζει στο καθημερινό σας πρόγραμμα και την τωρινή σας κατάσταση.
Δίαιτα
Το ισορροπημένο διαιτολόγιο, αποτελεί σημαντικό μέρος του θεραπευτικού προγράμματος. Κατά καιρούς, όταν ο λύκος είναι σε δραστηριότητα και η όρεξή σας είναι μικρή, ίσως σας βοηθήσει, το να πάρετε μια ημερήσια πολυβιταμίνη. Ο γιατρός μπορεί να σας γράψει κάποιες ειδικές βιταμίνες, για συγκεκριμένα προβλήματα του λύκου. Είναι σημαντικό να θυμάστε πάντως, ότι οι υπερβολικές δόσεις βιταμινών μπορούν να δημιουργήσουν σοβαρές παρενέργειες. Θα πρέπει να είστε σίγουροι πως ο γιατρός σας γνωρίζει τα σκευάσματα βιταμινών που παίρνετε.
Κατά καιρούς ίσως χρειαστεί να κάνετε κάποια ειδική δίαιτα, εξ' αιτίας των προβλημάτων που δημιουργούνται από κάποια σημεία ή συμπτώματα του λύκου σας, όπως π.χ. η βλάβη των νεφρών. Δίαιτα χαμηλή σε αλάτι θα βοηθήσει στην μείωση του οιδήματος. Όταν τα νεφρά δεν λειτουργούν φυσιολογικά, ίσως είναι αναγκαίο να περιοριστεί η ποσότητα πρωτείνης στη δίαιτα.
Ορισμένοι επιστήμονες ισχυρίζονται ότι η δίαιτα που είναι πλούσια σε λάδι ψαριού, μπορεί να έχει ευεργετικά αποτελέσματα στην πορεία του λύκου, εμποδίζοντας την φλεγμονή να αναπτυχθεί. Οι κλινικές δοκιμές της δίαιτας με λάδι ψαριού σε άτομα με λύκο, βρίσκονται στα πρώτα στάδια.
Δίαιτα χαμηλή σε νάτριο, πρωτεΐνες και κάλιο, σε περιπτώσεις νεφρικής βλάβης. Περιορισμό της χρήσης άλατος σε περιπτώσεις ψηλής πίεσης. Στην περίπτωση χρήσης κορτικοειδών θα πρέπει να αποφεύγετε τα γλυκά, το αλάτι και τα λιπαρά με σκοπό να αποφευχθεί η εκδήλωση σακχαρώδη διαβήτη, υπέρτασης και υπερλιπιδαιμίας. Η κατανάλωση επαρκούς ποσότητας ασβεστίου με τις τροφές- γαλακτοκομικά προϊόντα με χαμηλά λιπαρά- είναι απαραίτητη, γιατί η χρήση των φαρμάκων προδιαθέτει την εκδήλωση οστεοπόρωσης. 
Σεξουαλική Ζωή 
Η σεξουαλική ζωή είναι ένα σημαντικό κομμάτι της ζωής του ατόμου. Είναι ενδεχόμενο μετά την πάθηση να επηρεαστεί το κομμάτι αυτό της ζωής  λόγω κυρίως του πόνου στις αρθρώσεις, της κόπωσης , του φόβου για τις αλλαγές στο σώμα και την εμφάνιση κλπ. Επίσης μπορούν να επηρεάσουν οι συχνές μυκητιάσεις και ουρολοιμώξεις καθώς και η ξηρότητα στον κόλπο. 
Κύηση και Σ.Ε.Λ. Η κύηση πρέπει να είναι έγκαιρα προγραμματισμένη    και σε συνεννόηση με τον θεράποντα γιατρό ώστε να εμπίπτει  στην περίοδο που ο Σ.Ε.Λ. είναι σε ύφεση. Ίσως χρειαστεί να αναθεωρηθεί η φαρμακευτική αγωγή που παίρνετε. Επίσης είναι σημαντική η στενή και καλή συνεργασία ρευματολόγου και γυναικολόγου που σας παρακολουθούν. Η καλή και υγιεινή διατροφή, η ξεκούραση και η αποφυγή του ποτού και του καπνίσματος θα βοηθήσουν ακόμη περισσότερο στην ομαλή εξέλιξη της κύησης. Σε ορισμένες περιπτώσεις ίσως παρατηρηθεί ήπια έξαρση της νόσου κατά τη διάρκεια της κύησης ή αμέσως μετά κατά τη λοχεία. Επιπλέον συνιστάται η δυνατότητα ταχείας πρόσβασης σε μονάδα νεογνών την ώρα του τοκετού σε περίπτωση που θα χρειαστεί ειδική φροντίδα. Περίπου το 25% των νεογνών γυναικών με Σ.Ε.Λ. γεννιούνται πρόωρα αλλά δεν πάσχουν από γενετικές ανωμαλίες.

Συστηματικός Ερυθηματώδης Λύκος: συμπτώματα, διάγνωση, εξετάσεις και θεραπεία | MEDLABNEWS.GR

Πρώτη δημοσίευση: Δεκέμβριος 2014 — MEDLABNEWS.GR | Συγγραφέας: Κωνσταντίνος Λούβρος, M.D.

Τελευταία ουσιαστική ενημέρωση: 10 Μαΐου 2026

Copyright © 2015-2022 MEDLABNEWS.GR / IATRIKA NEA All Right Reserved. Τα κείμενα είναι προσφορά και πνευματική ιδιοκτησία του medlabnews.gr
Kάθε αναδημοσίευση θα πρέπει να αναφέρει την πηγή προέλευσης και τον συντάκτη. Aπαγορεύεται η εμπορική χρήση των κειμένων