MEDLABNEWS.GR / IATRIKA NEA: cinema

Responsive Ad Slot

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα cinema. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα cinema. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Φανταστικά πράγματα που δεν γνωρίζατε για το την ταινία Μόνος στο σπίτι;

 medlabnews.gr

Αν και έχουν περάσει 34 χρόνια από την κυκλοφορία του, το “Μόνος στο Σπίτι” παραμένει μία από τις καλύτερες Χριστουγεννιάτικες ταινίες όλων των εποχών.

Η ταινία κέρδισε 285,8 εκατομμύρια δολάρια στις ΗΠΑ και τον Καναδά και άλλα 190,9 εκατομμύρια δολάρια σε άλλες χώρες έναντι προϋπολογισμού 18 εκατομμυρίων δολαρίων, αποφέροντας τεράστιο κέρδος. Εκτόξευσε επίσης την καριέρα του άγνωστού τότε παιδιού-ηθοποιού, Μακόλεϊ Κάλκιν, μετατρέποντας τον σε έναν από τους μεγαλύτερους σταρ στον κόσμο.

Λόγω της επιτυχίας της, ακολούθησαν τέσσερις συνέχειες: “Μόνος στο Σπίτι 2: Χαμένος στη Νέα Υόρκη” το 1992, “Μόνος στο Σπίτι 3” το 1997, “Μόνος στο Σπίτι 4” το 2002 και “Μόνος στο Σπίτι 5” το 2012, με το “Μόνος στο Σπίτι 2: Χαμένος στη Νέα Υόρκη” είναι η μόνη συνέχεια στην οποία πρωταγωνιστούν οι ίδιοι ηθοποιοί με την αυθεντική ταινία.

Είναι μία ταινία που παίζει σε κάθε σπίτι την εορταστική περίοδο, και επειδή πιστεύουμε ότι θα την παρακολουθήσετε ακόμα μία φορά, βρήκαμε μερικά ενδιαφέροντα πράγματα που ίσως δεν γνωρίζατε για αυτήν.

Χρειάστηκαν αρκετές εβδομάδες μέχρι να βρεθεί το κατάλληλο σπίτι για την ταινία

Ο σκηνοθέτης της ταινίας, Κρις Κολόμπους, έψαχνε εβδομάδες να βρει την κατοικία του Κέβιν ΜακΚάλιστερ (Μακόλεϊ Κάλκιν) και τελικά επέλεξε μία στο χωριό Γουίνετκα του Ιλινόι, καθώς θεώρησε πως έδειχνε φιλόξενη και απειλητική ταυτόχρονα.

Η Warner Brothers είχε αρχικά τα δικαιώματα της ταινίας

Το Μόνος στο Σπίτι ήταν, αρχικά, παραγωγή της εταιρείας Warner Bros., αλλά στη συνέχεια την ανέλαβε η 20th Century Fox και ανέβασε τον προϋπολογισμό της από 14 εκατομμύρια δολάρια σε 17.

Η ταινία κατείχε ένα κινηματογραφικό ρεκόρ για σχεδόν 30 χρόνια

Το Forbes ανέφερε ότι μέχρι το 2017, το “Home Alone” ήταν η κωμωδία με τις περισσότερες εισπράξεις όλων των εποχών, με 285,7 εκατομμύρια δολάρια.

Η ταινία κράτησε αυτό το εντυπωσιακό ρεκόρ για 27 χρόνια, έως ότου η κινεζική ταινία “Never Say Die” το ξεπέρασε το 2017.

Ο Κάλκιν και η μαμά του στην οθόνη μοιράστηκαν μια γλυκιά στιγμή χρόνια αργότερα

Κατά την διάρκεια συνέντευξη της στο “Watch What Happens Live” το 2015, η Κάθριν Ο’Χάρα, η οποία υποδυόταν την μαμά του Μακόλεϊ Κάλκιν, είπε πως είχαν μία ιδιαίτερα γλυκιά συνάντηση αρκετά χρόνια μετά την ταινία.

“Δεν τον είχα δει πολλά χρόνια, αλλά τον συνάντησα πριν από περίπου δύο χρόνια σε μία καλλιτεχνική εκδήλωση, και μόλις με είδε μου είπε ‘Μανούλα’, και του είπα ‘Μωρό μου!'”, ανέφερε η Ο’Χάρα.


Ο μικρότερος αδερφός του Κάλκιν εμφανίστηκε στην ταινία

Ο μικρότερος αδερφός του Κάλκιν, Κίεραν, υποδύθηκε τον ξάδερφο του Κέβιν, Φούλερ, στην ταινία. Τα αδέρφια εμφανίστηκαν ξανά μαζί στην οθόνη στο “Μόνος στο Σπίτι 2: Χαμένος στη Νέα Υόρκη”.

Το σενάριο της ταινίας γράφτηκε σε λίγο περισσότερο από μια εβδομάδα

Ο Τζον Χιουζ, ο οποίος ήταν επίσης για τα σενάρια των “The Breakfast Club”, “Pretty in Pink” και “Sixteen Candles”, έγραψε το πρώτο προσχέδιο του σεναρίου της σε μόλις εννέα ημέρες.

Σύμφωνα με άρθρο περιοδικού Chicago – το οποίο γράφτηκε από τον γιο του, Τζέιμς – η ταινία γράφτηκε μετά από ένα οικογενειακό ταξίδι στην Ευρώπη, και στην ουσία εμπνεύστηκε από το άγχος που είχε ο πατέρας του κάθε φορά που έκαναν ένα ταξίδι.

“Έφυγα για διακοπές”, είπε ο Χιουζ στο περιοδικό Time το 1990, “και έκανα μια λίστα με όλα όσα δεν ήθελα να ξεχάσω. Σκέφτηκα, ‘Λοιπόν, καλύτερα να μην ξεχάσω τα παιδιά μου’. Τότε σκέφτηκα, ‘Κι αν άφηνα τον 10χρονο γιο μου στο σπίτι; Τι θα έκανε;'”


Ο Κάλκιν είπε ότι δυσκολεύεται να δει την ταινία

Σε μια συνέντευξη στη Έλεν Ντι Τζένερις το 2018, ο Κάλκιν είπε ότι δεν μπορούσε να παρακολουθήσει το “Μόνος στο Σπίτι” χωρίς να θυμηθεί ένα σωρό περιστατικά στα γυρίσματα.

“Όταν την παρακολουθώ, θυμάμαι εκείνη την ημέρα στο πλατό. Ξέρετε, πώς έκρυβα την Pepsi μου πίσω από τον καναπέ”, είπε. “Δεν μπορώ να την παρακολουθήσω με τον ίδιο τρόπο που μπορούν οι άλλοι άνθρωποι”, πρόσθεσε.

O Κολόμπους υποτίθεται ότι θα σκηνοθέτησε ένα διαφορετικό σενάριο του Χιουζ

Σύμφωνα με το περιοδικό Chicago, ο Κολόμπους αρχικά δούλευε το σενάριο για την ταινία “Χριστουγεννιάτικες Διακοπές” – το οποίο γράφτηκε επίσης από τον Χιουζ – αλλά τελικά τηλεφώνησε στον συγγραφέα για να του πει ότι δεν μπορούσε να συνεργαστεί με τον ηθοποιό Τσέβι Τσέις.

“Ο Τζον ήταν πολύ υποστηρικτικός. Περίπου δύο εβδομάδες αργότερα, πήρα δύο σενάρια ενώ βρισκόμουν σπίτι των πεθερικών μου στο River Forest. Το ένα ήταν “Μόνος Στο Σπίτι”, με ένα σημείωμα από τον Τζον που ρωτούσε αν θα ήθελα να σκηνοθετήσω”, είπε στο Κολόμπους και πρόσθεσε, “Σκέφτηκα, ‘Ουάου, αυτός ο τύπος με στηρίζει πραγματικά. Κανείς άλλος στο Χόλιγουντ δεν θα το έκανε'”.

Ο Ρόμπερτ Ντε Νίρο ήταν η πρώτη επιλογή για τον ρόλο του Χάρι Λάιμ (Τζο Πέσι)

Πριν ο Τζο Πέσι αναλάβει τον ρόλο του αρχηγού των “Ύγρών Ληστών”, Χάρι Λάιμ, η ομάδα παραγωγής ήθελε να τον αναθέσει στον Ρόμπερτ Ντε Νίρο, αλλά σύμφωνα με τον Κολόμπους, ο ηθοποιός δεν σκέφτηκε ποτέ σοβαρά να τον αναλάβει.


Ο Κάλκιν αυτοσχεδίασε σε μια από τις πιο εμβληματικές σκηνές της ταινίας

Η αντίδραση του Κέβιν όταν έβαλε aftershave είναι αναμφισβήτητα μια από τις πιο γνωστές σκηνές της ταινίας – και έκτοτε έχει γίνει μια από τις πιο εμβληματικές στιγμές στην ιστορία του κινηματογράφου.

Πρόκειται για αυτοσχεδιασμό του Κάλκιν, ο οποίος αντί να απομακρύνει τα χέρια του, να τα κουνάει και να ουρλιάζει, όπως του είχε πει ο σκηνοθέτης, τα κράτησε στα μάγουλα του. Μάλιστα, ήταν η πρώτη λήψη της σκηνής, και ο σκηνοθέτης αποφάσισε να την κρατήσει.

Ο Τζο Πέσι ήθελε ο Μακόλεϊ Κάλκιν να τον φοβάται πραγματικά

Για να φαίνεται η ταινία περισσότερο ρεαλιστική, ο Τζο Πέσι ήθελε ο Μακόλεϊ Κάλκιν να τον φοβάται πραγματικά, έτσι προσπάθησε να τον βλέπει όσο γίνεται λιγότερο στα γυρίσματα. Μια φορά, ο Πέσι τραυμάτισε τον μικρό ηθοποιό πραγματικά κατά λάθος. Συνέβη όταν έκαναν δοκιμαστικά για τη σκηνή, όπου οι δύο ληστές κρέμασαν τον Κέβιν από ένα γάντζο, και ο Πέσι είπε “Θα δαγκώσω κάθε δάχτυλο των χεριών σου.” Ο ηθοποιός πραγματικά δάγκωσε τα δάχτυλα του Μακόλεϊ Κάλκιν, προκαλώντας αιμορραγία.


Η ταραντούλα ήταν πραγματική

Η ταραντούλα που σκαρφαλώνει στο πρόσωπο του Μαρβ είναι πραγματική. Για να αποφύγουν να τρομάξει η αράχνη, ο ηθοποιός Ντάνιελ Στερν μιμήθηκε την έκφραση κραυγής, και ο ήχος προστέθηκε αργότερα.


Μαγνητόφωνο Talkboy

Το μαγνητόφωνο Talkboy που φαίνεται στη ταινία δεν είναι πραγματικό προϊόν, και φτιάχτηκε ειδικά για την ταινία. Ωστόσο, πολλοί θαυμαστές της ταινίας ήθελαν να αποκτήσουν ένα παρόμοιο. και μέσα σε μερικά χρόνια εμφανίστηκε στα καταστήματα.

Χάρτης με παγίδες

Ο Μακόλεϊ Κάλκιν ζωγράφισε στην πραγματικότητα το χάρτη που δείχνει όλες τις παγίδες που έστησε στο σπίτι.

Ο Τζον Κάντι αυτοσχεδίασε σε ολόκληρη την ταινία

Ο Τζόν Κάντι γύρισε όλες του τις σκηνές σε μια μόνο μέρα, η οποία ήταν πολύ κουραστική! Η ιστορία όπου ξέχασε τον γιο του στο γραφείο κηδειών ήταν αυτοσχέδια και την εμπνεύστηκε από τον χαρακτήρα που έπαιξε σε αεροπλάνα, τρένα, αυτοκίνητα.

“Ήταν στην ταινία μόνο μια μέρα, αλλά έκανε τόσο μεγάλο αυτοσχεδιασμό. Τίποτα από αυτά δεν υπήρχε στο σενάριο”, είπε ο Κολόμπους.

Η επιθανάτια εμπειρία της Σάρον Στόουν μετά το εγκεφαλικό: Υπήρχε το τούνελ και εγώ που ανέβαινα.

επιμέλεια medlabnews.gr iatrikanea

Στην εκπομπή “The Late Late Show With James Corden” βρέθηκε η γνωστή ηθοποιός Σάρον Στόουν, και μίλησε μεταξύ άλλων για την επιθανάτια εμπειρία της που της άλλαξε τη ζωή.

Με αφορμή το βιβλίο της, η ίδια αποκαλύπτει τις λεπτομέρειες για την σεξουαλική κακοποίηση που υπέστη από τον παππού της, καθώς και για την επίσκεψή της στο νοσοκομείο, λέγοντας «Στην περίπτωσή μου, είχα αιμορραγία στον εγκέφαλό μου για αρκετές ημέρες προτού πάω στο νοσοκομείο. Είχα χάσει τις αισθήσεις μου όταν έφτασα εκεί και μου έκαναν μαγνητική για να μάθουν τι μου είχε συμβεί».

Συνεχίζοντας, αποκαλύπτει «Όταν ξύπνησα, ήμουν επάνω σε ένα κρεβάτι σε ένα πολύ ήσυχο δωμάτιο έκτακτης ανάγκης, κανείς δεν ήταν εκεί, μόνο ο γιατρός. Ο γιατρός με κοιτάζει με τόση συμπάθεια κι εγώ να είμαι σχεδόν σίγουρη ότι πεθαίνω και διαπιστώνω ότι είναι πολύ άσχημα τα πράγματα. Πιάνει το κεφάλι μου και μου λέει πως αιμορραγώ στον εγκέφαλο».

Στην συνέχεια περιγράφει όσα έζησε, με πολύ γλαφυρό τρόπο. Χαρακτηριστικά είπε, «Τηλεφώνησα στη μαμά μου και μετά ο γιατρός μου είπε ότι θα με μετέφεραν σε ένα νευρολογικό νοσοκομείο, επειδή δεν είχαν τον απαραίτητο εξοπλισμό για τη θεραπεία μου. Με έβαλαν σε ένα φορείο και ξαφνικά αυτό ήταν… ήταν σαν να έφυγα και ένιωσα τον εαυτό μου σαν να αναδύεται και υπήρχε αυτό το τούνελ κι εγώ προσπαθούσα να ανέβω. Στην κορυφή της υπήρχε μια τρύπα και αρκετά πολύ δικά μου άτομα που είχαν πεθάνει βρίσκονταν εκεί και κοίταζαν προς τα κάτω και ένιωσα σαν να μου έλεγαν ότι όλα είναι υπέροχα. Τότε ένιωσα σαν να τους έλεγα: ”Ω, θα είμαι μαζί σας παιδιά”, και κινούμουν πολύ γρήγορα, λες και το τούνελ ήταν πάρα πολύ μακρύ».

«Τότε όμως, τελείως ξαφνικά -δεν ξέρω εάν έκαναν χρήση απινιδωτή- ένιωσα σαν να με κλώτσησαν στο στήθος, πραγματικά πάρα πολύ δυνατά, και βρέθηκα πάλι στο δωμάτιο έκτακτης ανάγκης επάνω στο φορείο και κάποιος είπε: ”Τι συμβαίνει;” και ο γιατρός είπε να μη με αγγίξουν. Το πάτωμα ένιωθα σαν να ήταν πολύ μακριά, ένιωθα σαν να επιπλέω και μετά με μετέφεραν στο άλλο νοσοκομείο. Ήταν πολύ όμορφο, πολύ περίεργο όλο αυτό», συμπλήρωσε.

Η Στόουν καταλήγει, εξηγώντας ότι μετά τη μεταφορά της σε άλλο νοσοκομείο, υποβλήθηκε σε αγγειογράφημα, όμως η αιμορραγία δεν ήταν φανερή. Η ίδια αιμορραγούσε για άλλες 5-6 μέρες νομίζοντας ότι οι γιατροί προσποιούνταν και ήθελαν να τη στείλουν σπίτι, λέγοντας στην καλύτερή της φίλη, ότι πεθαίνει.

Τότε, ζήτησε από τους γιατρούς να κάνουν ένα ακόμη αγγειογράφημα και εκεί φαίνεται ότι αντιλήφθηκαν πως είχε σπάσει μία αρτηρία. Έτσι, υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση διάρκειας 7 ωρών και επέζησε, αλλά η διαδικασία της ανάρρωσης ήταν πολύ μακριά.

Διαβάστε επίσης

Πέθανε η σπουδαία, οσκαρική ηθοποιός Νταιάν Κίτον σε ηλικία 79 ετών (video)

 medlabnews.gr

Η βραβευμένη με Oscar ηθοποιός, Diane Keaton, έφυγε από τη ζωή στα 79 της.

Η Νταϊάν Κίτον, μία από τις πιο αγαπημένες και αναγνωρίσιμες ηθοποιούς του Χόλιγουντ, πέθανε σε ηλικία 79 ετών στην Καλιφόρνια, αφήνοντας πίσω της μια καριέρα πέντε δεκαετιών γεμάτη εμβληματικούς ρόλους και διαχρονική γοητεία.

Η είδηση του θανάτου της επιβεβαιώθηκε από το περιοδικό People, ενώ η οικογένειά της ζήτησε διακριτικότητα.

Η Κίτον έγινε σύμβολο μιας ολόκληρης εποχής με την ερμηνεία της στο «Annie Hall» (1977) του Γούντι Άλεν, για την οποία κέρδισε το Όσκαρ πρώτου γυναικείου ρόλου. Η ταινία της αυτή καθόρισε όχι μόνο την κινηματογραφική της πορεία αλλά και την εικόνα της ανεξάρτητης, εκκεντρικής γυναίκας του μοντέρνου αμερικανικού σινεμά.

Με το ιδιαίτερο στυλ της — φαρδιά παντελόνια, γραβάτες, καπέλα και ζιβάγκο — δημιούργησε μια εικαστική ταυτότητα που έγινε αμέσως αναγνωρίσιμη και ανεπιτήδευτα κομψή.

Η πρώτη της σημαντική κινηματογραφική εμφάνιση ήρθε το 1972 με τον ρόλο της Κέι, συζύγου του Μάικλ Κορλεόνε, στο «The Godfather» του Φράνσις Φορντ Κόπολα. Επανέλαβε τον ρόλο στα δύο σίκουελ, εδραιώνοντας τη φήμη της ως ηθοποιός με βάθος και δραματική ένταση. Ακολούθησαν τρεις ακόμη υποψηφιότητες για Όσκαρ, για τις ταινίες «Reds» (1981), «Marvin’s Room» (1996) και «Something’s Gotta Give» (2003).

Πέρα από τον Άλεν και τον Κόπολα, συνεργάστηκε με κορυφαίους δημιουργούς, ενώ η φιλμογραφία της ισορρόπησε ανάμεσα σε δραματικούς ρόλους και ελαφρύτερες, επιτυχημένες κωμωδίες όπως «Baby Boom», «Father of the Bride», «The First Wives Club» και «Book Club». Το σίκουελ «Book Club: The Next Chapter» (2023) φαίνεται να είναι από τις τελευταίες της συμμετοχές στη μεγάλη οθόνη.

Η Κίτον υπήρξε γυναίκα με έντονη προσωπικότητα και αστείρευτη δημιουργικότητα. Ασχολήθηκε με τη φωτογραφία, το design και τη συγγραφή, ενώ κυκλοφόρησε και το πρώτο της μουσικό single, «First Christmas», τον Δεκέμβριο του 2024.

Παρά τις γνωστές σχέσεις της με τον Άλ Πατσίνο και τον Γουόρεν Μπίτι, δεν παντρεύτηκε ποτέ, επιλέγοντας τη μητρότητα μέσα από την υιοθεσία των δύο παιδιών της, Ντέξτερ και Ντιουκ.

Η ζωή της σημαδεύτηκε από βαθιά ανθρωπιά — φρόντισε τη μητέρα της, που έπασχε από Αλτσχάιμερ, και τον αδελφό της, που αντιμετώπιζε ψυχικά προβλήματα. Το 2017 τιμήθηκε με βραβείο για τη συνολική της προσφορά από το American Film Institute, αναγνωριζόμενη ως μια αληθινή κινηματογραφική θρυλική φιγούρα — μια γυναίκα που με το ταλέντο, το χιούμορ και το στυλ της σφράγισε ανεξίτηλα το Χόλιγουντ.

Η Diane Keaton δεν παντρεύτηκε ποτέ και απέκτησε δύο παιδιά, την κόρη της Dexter και τον γιο της Duke, τα οποία υιοθέτησε το 1996 και το 2001 αντίστοιχα.

Πηγή Guardian

Πέθανε η θρυλική σταρ του ιταλικού και του γαλλικού κινηματογράφου, Κλαούντια Καρντινάλε σε ηλικία 87 ετών

medlabnews.gr 

Η Γαλλοϊταλίδα ηθοποιός Κλαούντια Καρντινάλε, μορφή του κινηματογράφου της δεκαετίας του 1960 και ιδιαίτερα γνωστή για τους ρόλους της στις ταινίες «Ο Γατόπαρδος» και «Κάποτε στη Δύση», πέθανε την Τρίτη 23 Σεπτεμβρίου σε ηλικία 87 ετών στη Νεμούρ, κοντά στο Παρίσι, όπου διέμενε, όπως ανακοίνωσε το βράδυ ο μάνατζέρ της στο Γαλλικό Πρακτορείο.

Η -γεννημένη στην Τύνιδα- αγαπημένη ηθοποιός του Βισκόντι και του Φελίνι στάθηκε δίπλα στους μεγαλύτερους ηθοποιούς του 20ού αιώνα -από τον Μπαρτ Λάνκαστερ και τον Αλέν Ντελόν μέχρι τον Χένρι Φόντα, τον Ζαν-Πολ Μπελμοντό και τον Μαρτσέλο Μαστρογιάννι.

Οι γονείς της, Γιολάντα και Φραντσέσκο, διατηρούσαν την ιταλική υπηκοότητα. Μιλούσε αραβικά, γαλλικά και σικελική διάλεκτο, ενώ τα ιταλικά τα έμαθε αργότερα, με δυσκολία.

Ακολούθησε πορεία που την έφερε στο επίκεντρο της ιταλικής και διεθνούς κινηματογραφικής σκηνής.

Το 1957 κέρδισε τον τίτλο «Η πιο ωραία Ιταλίδα της Τυνησίας» και βρέθηκε στο Φεστιβάλ Βενετίας, όπου προσεγγίστηκε από τον χώρο του κινηματογράφου.

Εγκαταστάθηκε στη Ρώμη, με συμβόλαιο στην εταιρεία παραγωγής του Φράνκο Κριστάλντι

Η πρώτη της εμφάνιση ήταν στην ταινία «Ο κλέψας του κλέψαντος» (1958), που την έκανε αμέσως αναγνωρίσιμη.

Σύντομα συνεργάστηκε με μεγάλους σκηνοθέτες, όπως ο Λουκίνο Βισκόντι («Ο Γατόπαρδος», 1963) και ο Φεντερίκο Φελίνι («8½», 1963), καθιερώνοντας τη θέση της ως διεθνές αστέρι.

Η φωνή της, ιδιαίτερα βραχνή και ξεχωριστή, έγινε σήμα κατατεθέν, αν και στις πρώτες της ταινίες ντουμπλαρίστηκε.

Από το 1963 συμμετείχε και σε αμερικανικές παραγωγές, όπως «Ο Ροζ Πάνθηρας», και συνεργάστηκε με ηθοποιούς όπως οι Μπαρτ Λάνκαστερ, Σον Κόνερι και Τζον Γουέιν.

Στη δεκαετία του 1970 στράφηκε περισσότερο σε ευρωπαϊκές παραγωγές. Ο δεσμός της με τον σκηνοθέτη Πασκουάλε Σκουιτιέρι καθόρισε προσωπικά και επαγγελματικά τη ζωή της. Μαζί απέκτησαν μια κόρη το 1979.

Τις επόμενες δεκαετίες έπαιξε σε ταινίες μεγάλων δημιουργών, όπως το «Φιτζκαράλντο» του Βέρνερ Χέρτζογκ (1982), και σε διεθνείς τηλεοπτικές παραγωγές, μεταξύ αυτών «Ο Ιησούς από τη Ναζαρέτ» (1977).

Από το 1989 ζούσε στο Παρίσι, συμμετέχοντας συχνά σε γαλλόφωνες ταινίες.

«Μας αφήνει την κληρονομιά μιας ελεύθερης και εμπνευσμένης γυναίκας, τόσο μέσα από τη διαδρομή της ως γυναίκα όσο και ως καλλιτέχνης» δήλωσε ο μάνατζέρ της Λοράν Σαβρί σε μήνυμα που εστάλη στο Γαλλικό Πρακτορείο.

Πράγματι, γράφει η γαλλική εφημερίδα Le Figaro, πώς να μην συμφωνήσει κανείς με τη φράση του Τζέισον Ρόμπαρντς, του θρυλικού Τσεγιέν στο «Κάποτε στη Δύση» του Σέρτζιο Λεόνε; Απευθυνόμενος στην εκθαμβωτική Κλαούντια Καρντινάλε, λίγο πριν ξεψυχήσει από μια σφαίρα στην κοιλιά, ο συμπαθής ληστής της λέει: «Δεν φαντάζεσαι πόση χαρά μπορεί να νιώσει ένας άντρας μόνο και μόνο κοιτάζοντας μια γυναίκα σαν εσένα. Μόνο να σε κοιτάζει… Κι αν κάποιος τολμήσει να σου τσιμπήσει τα οπίσθια, κάνε πως δεν τρέχει τίποτα -θα είναι ευτυχισμένος».

Κι ευτυχισμένοι ήταν όλοι όσοι χάθηκαν μέσα στο βαθύ μαύρο βλέμμα της, ίσως το πιο αισθησιακό στην ιστορία του σινεμά. Το 1968 η Καρντινάλε εμφανίζεται στο φιλμ ως σύμβολο του σεξ. Με ένα μικρό καπέλο που συγκρατεί αδέξια τις μπούκλες από τον πλούσιο κότσο της και με ένα μακρύ δαντελένιο φόρεμα να ανεμίζει στον αέρα. Οι βιολοντσελίστες του Ένιο Μορικόνε απογειώνονται. Εκείνη φέρνει τον πολιτισμό. Εκείνη είναι η θεά του.

«Μας αφήνει την κληρονομιά μιας ελεύθερης και εμπνευσμένης γυναίκας, τόσο μέσα από τη διαδρομή της ως γυναίκα όσο και ως καλλιτέχνης» δήλωσε ο μάνατζέρ της Λοράν Σαβρί σε μήνυμα που εστάλη στο Γαλλικό Πρακτορείο.

Στα 87 της χρόνια, η μελαχρινή καλλονή, που μόλις έφυγε από τη ζωή, κάθε άλλο παρά περνούσε απαρατήρητη. Ακόμη και δίπλα στη θρυλική ξανθιά Μπριζίτ Μπαρντό, στη γουέστερν σάτιρα «Les Pétroleuses» (1971), στεκόταν ισάξια.

Η παραγωγή εκείνη ήταν κοινό δημιούργημα Γαλλίας και Ιταλίας, όπως και η ίδια. Μια τέλεια μεσογειακή γυναίκα, την οποία μικρή αποκαλούσαν «η Βερβέρα». Πολύ γρήγορα έγινε «η αρραβωνιαστικιά της Ιταλίας». Με παππούδες και γιαγιάδες Σικελούς, η Κλοντ Ζοζεφίν Ροζ Καρντινάλε γεννήθηκε στις 15 Απριλίου 1938 στην Τύνιδα, τότε ακόμη υπό γαλλικό προτεκτοράτο. Ο πατέρας της εργαζόταν ως μηχανικός στους σιδηροδρόμους.

Ο βιασμός και ο κρυφός γιος

Ως πρωτότοκη από τέσσερα αδέλφια, έζησε αρχικά ανέμελα στον ήλιο, άγρια και ατίθαση σαν αγοροκόριτσο, έχοντας όλα όσα θα μπορούσαν να τη κάνουν ευτυχισμένη. Όμως η ζωή της ξεκίνησε με ένα τραύμα, για να καταλήξει σε θρίαμβο.

Το 1957, έπεσε θύμα βιασμού. Από εκείνη τη βαθιά τραυματική εμπειρία γεννήθηκε ο γιος της, Πάτρικ, γεγονός που κράτησε κρυφό, ώστε να μη σταθεί εμπόδιο στη λαμπρή καριέρα που ξεκινούσε. Από τη στιγμή που κέρδισε τον τίτλο της «Ομορφότερης Ιταλίδας της Τύνιδας» σε διαγωνισμό του ιταλικού κινηματογραφικού γραφείου και ταξίδεψε ως τουρίστρια στη Μόστρα της Βενετίας, όλα τα βλέμματα στράφηκαν πάνω της. «Κλαούντια! Κλαούντια!» φώναζαν οι φωτογράφοι βλέποντας το φρέσκο κορίτσι με το μπικίνι που είχε ράψει η μητέρα της. Το όνομα έμεινε.

Η πρώτη της εμφάνιση στην κάμερα ήρθε σε ένα φιλμ του Μάριο Μονιτσέλι, σε μια μικρή συμμετοχή στο «Le Pigeon», την ιταλική κωμωδία με τους Βιτόριο Γκάσμαν, Μαρτσέλο Μαστρογιάνι και Τοτό. Παρ’ όλα αυτά, επέστρεψε στα μαθήματά της, με προοπτική να γίνει δασκάλα σε κάποιο σχολείο στη νότια Τυνησία.

Από το 1961 και μετά, η παρουσία της σε ταινίες με τους Ζαν-Πολ Μπελμοντό, Ζακ Περρέν, Τζαν Μαρία Βολοντέ, την καθιέρωσε. Παρά τις δυσκολίες με τη γλώσσα, η λάμψη της ήταν αδιαμφισβήτητη. Με τον παραγωγό και σύζυγό της (1966-1975) Φράνκο Κριστάλντι, που την κατεύθυνε και ήλεγχε τα πάντα, έπαιξε σε έργα όπως το «Austerlitz» του Αμπέλ Γκανς και το «Ο Ρόκο και τα αδέλφια του», του Λουκίνο Βισκόντι.

Η θριαμβευτική καριέρα στη μεγάλη οθόνη

Ακολούθησαν θρίαμβοι όπως «Ο Γατόπαρδος» (1963), «8½» του Φελίνι και η «Ροζ Πάνθηρας» του Μπλέικ Έντουαρντς. Την ίδια χρονιά, ο Ντέιβιντ Νίβεν της είπε το αξέχαστο κομπλιμέντο: «Κλαούντια, μαζί με τα μακαρόνια, είσαι η ωραιότερη εφεύρεση των Ιταλών».

Στα χρόνια που ακολούθησαν, έπαιξε σε δεκάδες διεθνείς παραγωγές δίπλα στους Τζον Γουέιν, Ρίτα Χέιγουορθ, Λι Μάρβιν, Ρόμπερτ Ράιαν. Το 1972 ξανασυναντήθηκε με τον Μπελμοντό στη «Scoumoune», με φλογερά κόκκινα μαλλιά. Η προσωπική της ζωή σημαδεύτηκε από τον σκηνοθέτη Πασκουάλε Σκουιτιέρι, με τον οποίο έζησε από το 1974 έως το 2011 και απέκτησε την κόρη της, Κλαούντια.

Στη δεκαετία του ’80 έπαιξε με τον Κλάους Κίνσκι στο «Fitzcarraldo» του Χέρτσογκ. Η καριέρα της μετρούσε πάνω από 150 ταινίες, ενώ τιμήθηκε με βραβεία όπως ο Χρυσός Λέων στη Μόστρα της Βενετίας (1993) και η Χρυσή Άρκτος στο Βερολίνο (2002).

Ο ακτιβισμός

Εκτός από ηθοποιός, υπήρξε και ακτιβίστρια. Δραστηριοποιήθηκε υπέρ της UNESCO, κατά της μυοπάθειας και του AIDS, στάθηκε δίπλα στον Ροκ Χάντσον λίγο πριν τον θάνατό του, και υποστήριξε την Amnesty International. Αγωνίστηκε για τα δικαιώματα των γυναικών, την προστασία της φύσης και ενάντια στις υπερβολές της πλαστικής χειρουργικής.

Το 2023 δημιουργήθηκε το Ίδρυμα Claudia Cardinale για την ενίσχυση νέων καλλιτεχνών. Η Καρντινάλ, με το εκθαμβωτικό χαμόγελο και τη φωνή με τη χαρακτηριστική βραχνάδα, παρέμεινε μέχρι τέλους το αιώνιο σύμβολο της μεσογειακής ομορφιάς και της κινηματογραφικής λάμψης.

Έφυγε ένας θρύλος — Πέθανε ο Ρόμπερτ Ρέντφορντ σε ηλικία 89 ετών. Η ζωή και η καριέρα του (video)

medlabnews.gr 

Ο διάσημος ηθοποιός, σκηνοθέτης και κινηματογραφικός ακτιβιστής Ρόμπερτ Ρέντφορντ απεβίωσε σήμερα Τρίτη, 16 Σεπτεμβρίου 2025, σε ηλικία 89 ετών

Σύμφωνα με επίσημη ανακοίνωση, ο θάνατός του συνέβη στο σπίτι του στην πολιτεία της Γιούτα, “στον ύπνο του”. Δεν έχει γίνει ακόμη γνωστή η αιτία θανάτου

Η ζωή και η καριέρα του

Ο Ρέντφορντ γεννήθηκε στη Σάντα Μόνικα της Καλιφόρνιας, στις 18 Αυγούστου του 1936. Ο πατέρας του ήταν, αρχικά, γαλατάς και, στη συνέχεια, λογιστής, ενώ η μητέρα του ήταν νοικοκυρά. Η καταγωγή των προγόνων του είναι βρετανική (Αγγλία και Σκωτία) και ιρλανδική, κάτι που εξηγεί, τα πυρόξανθα μαλλιά του, τα οποία είναι και το κύριο γνώρισμά του. Κατά τα σχολικά του χρόνια, ήταν συμμαθητής με το διάσημο παίκτη του μπέιζμπολ Ντον Ντιρσντέιλ. Λέγεται πως, όταν γύριζε από το σχολείο του στο σπίτι, σταματούσε έξω από τα στούντιο της Fox, για να παρακολουθήσει τους διάσημους ηθοποιούς της εποχής. Στην εφηβεία του, συνήθιζε να κάνει μικροκλοπές (τάσια αυτοκινήτων), ενώ κατανάλωνε πολύ αλκοόλ. Η συμπεριφορά του αυτή τον εμπόδισε να κερδίσει κάποια υποτροφία, ώστε να μπορέσει να σπουδάσει στο πανεπιστήμιο.

Μόλις αποφοίτησε από το σχολείο, κέρδισε, τελικά, υποτροφία για το Πανεπιστήμιο του Κολοράντο, χάρις στην ικανότητά του στον αθλητισμό και -κυρίως- στο μπέιζμπολ. Εκείνο το χρονικό διάστημα δούλευε ως σερβιτόρος σε ένα εστιατόριο-μπαρ. Έπειτα, ξεκίνησε να δουλεύει στις πετρελαιοπηγές της Καλιφόρνιας, ώστε να μαζέψει χρήματα, για να μπορέσει να κάνει ένα ταξίδι στην Ευρώπη. Κατάφερε να μείνει στη Γηραιά Ήπειρο για ένα -περίπου- χρόνο. Τον περισσότερό του καιρό τον πέρασε στο Παρίσι, ενώ γράφτηκε και στη Σχολή Καλών Τεχνών της Φλωρεντίας. Όμως, οι κακές κριτικές των καθηγητών του, τον οδήγησαν στην επιστροφή του στις Ηνωμένες Πολιτείες. Αργότερα, μετέβη στο Μπρούκλιν, για να κάνει μαθήματα ζωγραφικής στο Ινστιτούτο Πρατ, κάτι που επηρέασε αρκετά τη ζωή του και τον ίδιο, αφού για μια περίοδο είχε αποκτήσει ένα αρκετά μποέμικο στυλ.

Στη συνέχεια, πήγε στην Αμερικανική Ακαδημία Δραματικών Τεχνών της Νέας Υόρκης, μετά από παρότρυνση ενός φίλου του. Στην ακρόασή του, κατάφερε να εκπλήξει τους κριτές, οι οποίοι ανέφεραν πως: «διαθέτει μια φυσική άνεση στην έκφραση, ζωηρή φαντασία, ένα χάρισμα». Η επαφή του αυτή με την υποκριτική τον κέρδισε και τον έκανε να ασχοληθεί σοβαρά με το αντικείμενο.

Ιδρυτής του Sundance Institute και του Sundance Film Festival, προώθησε τον ανεξάρτητο κινηματογράφο και τη φωνή νέων δημιουργών.

Ως ηθοποιός, πρωταγωνίστησε σε ταινίες όπως το «Butch Cassidy and the Sundance Kid» (1969), το «Όλοι οι άνθρωποι του προέδρου» (1976), το «Three Days of the Condor» (1975) και το «The Sting» (1973), που του χάρισε την πρώτη και μοναδική του υποψηφιότητα για Όσκαρ ερμηνείας.

Το πάθος του για τον κινηματογράφο τον οδήγησε στη δημιουργία του Ινστιτούτου Sundance, ενός μη κερδοσκοπικού οργανισμού που στηρίζει τον ανεξάρτητο κινηματογράφο και το θέατρο και έχει καθιερωθεί διεθνώς μέσα από το ετήσιο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Sundance.

Παράλληλα, υπήρξε ενεργός ακτιβιστής για το περιβάλλον και από το 1961 εγκαταστάθηκε στα βουνά της Γιούτα και πρωτοστάτησε σε δράσεις για την προστασία του φυσικού τοπίου της πολιτείας και της αμερικανικής Δύσης.

Αρχικά απορρίφθηκε ως «άλλος ένας ξανθός της Καλιφόρνια», όμως η γοητεία του και τα χαρακτηριστικά του τον κατέστησαν για μισό αιώνα έναν από τους πιο εμπορικούς πρωταγωνιστές του Χόλιγουντ και έναν από τους πιο αναγνωρίσιμους και αγαπημένους σταρ του παγκόσμιου κινηματογράφου.

Μάγεψε το κοινό σε ρομαντικούς ρόλους όπως στο «Πέρα από την Αφρική», ανέδειξε την πολιτική πλευρά του στο «The Candidate» και στο «Όλοι οι άνθρωποι του προέδρου», ενώ αποδόμησε την εικόνα του «χρυσού αγοριού» σε ταινίες όπως το «The Electric Horseman», όπου υποδύθηκε έναν αλκοολικό πρώην καουμπόι του ροντέο, και το «Indecent Proposal», ως μεσήλικας εκατομμυριούχος που αγοράζει τον έρωτα.

Με τα εκατομμύρια που κέρδισε ίδρυσε τη δεκαετία του 1970 το Ινστιτούτο και το Φεστιβάλ Sundance, προωθώντας τον ανεξάρτητο κινηματογράφο πολύ πριν αυτός γίνει μόδα.

Δεν κέρδισε ποτέ Όσκαρ ερμηνείας, αλλά η πρώτη του σκηνοθετική δουλειά, το οικογενειακό δράμα «Ordinary People» (1980), απέσπασε τα Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας και Σκηνοθεσίας.

Ωστόσο, έμεινε περισσότερο γνωστός για τις δύο πρώιμες συνεργασίες του με τον Πολ Νιούμαν: το γουέστερν «Butch Cassidy and the Sundance Kid» (1969) και το «The Sting» (1973), που αναδείχθηκαν σε κλασικά του αμερικανικού σινεμά. Παρά τη χημεία τους και τη μακρόχρονη φιλία τους, δεν συνεργάστηκαν ξανά μέχρι τον θάνατο του Νιούμαν το 2008.

Το «Butch Cassidy» έκανε τον Ρέντφορντ αστέρι από τη μια μέρα στην άλλη, αλλά εκείνος δεν αισθάνθηκε ποτέ άνετα με τη διασημότητα ούτε με την εικόνα του «αρσενικού ειδώλου», που τον ακολουθούσε ακόμα και μετά τα 60 του.

Ιδιαίτερα προσεκτικός με την προσωπική του ζωή, αγόρασε γη στη Γιούτα στις αρχές της δεκαετίας του 1970 για να φτιάξει ένα οικογενειακό καταφύγιο, απολαμβάνοντας ένα επίπεδο ιδιωτικότητας άγνωστο στους περισσότερους σταρ. Ο πρώτος του γάμος διήρκεσε περισσότερα από 25 χρόνια, μέχρι το διαζύγιό του το 1985. Το 2009 παντρεύτηκε για δεύτερη φορά τη Γερμανίδα καλλιτέχνιδα και μακροχρόνια σύντροφό του, Σίμπιλ Ζάγκαρς.

Χρησιμοποίησε τη φήμη του για να επιλέγει απαιτητικά κινηματογραφικά πρότζεκτ, ενώ στήριξε διακριτικά περιβαλλοντικές οργανώσεις όπως το Natural Resources Defense Council και το National Wildlife Federation. «Μερικοί άνθρωποι έχουν αναλύσεις. Εγώ έχω τη Γιούτα», είχε σχολιάσει.

Αν και ποτέ δεν έδειξε ενδιαφέρον να εισέλθει στην πολιτική, εξέφραζε συχνά φιλελεύθερες απόψεις. Σε συνέντευξή του το 2017, κατά την προεδρία του Ντόναλντ Τραμπ, είχε δηλώσει στο Esquire ότι «η πολιτική βρίσκεται σε πολύ σκοτεινό σημείο αυτή τη στιγμή» και ότι ο Τραμπ θα έπρεπε «να παραιτηθεί για το καλό μας».

Αποφασισμένος να γίνει καλλιτέχνης, μετακόμισε αρχικά στην Ιταλία και αργότερα στη Νέα Υόρκη για να σπουδάσει ζωγραφική. Εγγράφηκε σε δραματική σχολή με στόχο να ασχοληθεί με το σκηνικό σχέδιο («η υποκριτική μου φαινόταν γελοία», θυμόταν), όμως τελικά πείστηκε να ανέβει στη σκηνή και το 1959 ήταν ήδη μόνιμος ηθοποιός στο Μπρόντγουεϊ, ενώ σύντομα άρχισε να εμφανίζεται και στην τηλεόραση.

Πρωτοεμφανίστηκε στον κινηματογράφο το 1962 με την ταινία χαμηλού προϋπολογισμού «Warhunt», αλλά έγινε γνωστός το 1967 με το «Ξυπόλητοι στο πάρκο», δίπλα στην Τζέιν Φόντα.

Απέρριψε τον ρόλο που ενσάρκωσε ο Ντάστιν Χόφμαν στον «Πρωτάρη» («ποτέ δεν έμοιαζα με 21χρονο φοιτητή που δεν είχε κάνει ποτέ σεξ», σχολίασε αργότερα) και προτίμησε το «Butch Cassidy and the Sundance Kid». Τη δεκαετία του 1970 ακολούθησαν ταινίες όπως το «The Way We Were» και το «Ο μεγάλος Γκάτσμπι».

OΡόμπερτ Ρέντφορντ, ο εμβληματικός ηθοποιός και σκηνοθέτης που σφράγισε τον αμερικανικό κινηματογράφο, πέθανε σε ηλικία 89 ετών στο σπίτι του στη Γιούτα.

Τον θάνατό του ανακοίνωσε η Σίντι Μπέργκερ, διευθύνουσα σύμβουλος του γραφείου δημοσίων σχέσεων Rogers & Cowan PMK. Όπως ανέφερε, πέθανε στον ύπνο του, χωρίς όμως να αναφέρει συγκεκριμένη αιτία.

Ο Ρέντφορντ άφησε την τελευταία του πνοή στο σπίτι του στο Sundance, στα βουνά της Γιούτα, έχοντας στο πλευρό του τα αγαπημένα του πρόσωπα, ανέφερε στο Reuters η Σίντι Μπέργκερ.

Ως ηθοποιός, πρωταγωνίστησε σε ταινίες όπως το «Butch Cassidy and the Sundance Kid» (1969), το «Όλοι οι άνθρωποι του προέδρου» (1976), το «Three Days of the Condor» (1975) και το «The Sting» (1973), που του χάρισε την πρώτη και μοναδική του υποψηφιότητα για Όσκαρ ερμηνείας.

Το πάθος του για τον κινηματογράφο τον οδήγησε στη δημιουργία του Ινστιτούτου Sundance, ενός μη κερδοσκοπικού οργανισμού που στηρίζει τον ανεξάρτητο κινηματογράφο και το θέατρο και έχει καθιερωθεί διεθνώς μέσα από το ετήσιο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Sundance.

Παράλληλα, υπήρξε ενεργός ακτιβιστής για το περιβάλλον και από το 1961 εγκαταστάθηκε στα βουνά της Γιούτα και πρωτοστάτησε σε δράσεις για την προστασία του φυσικού τοπίου της πολιτείας και της αμερικανικής Δύσης.

Αρχικά απορρίφθηκε ως «άλλος ένας ξανθός της Καλιφόρνια», όμως η γοητεία του και τα χαρακτηριστικά του τον κατέστησαν για μισό αιώνα έναν από τους πιο εμπορικούς πρωταγωνιστές του Χόλιγουντ και έναν από τους πιο αναγνωρίσιμους και αγαπημένους σταρ του παγκόσμιου κινηματογράφου.

Μάγεψε το κοινό σε ρομαντικούς ρόλους όπως στο «Πέρα από την Αφρική», ανέδειξε την πολιτική πλευρά του στο «The Candidate» και στο «Όλοι οι άνθρωποι του προέδρου», ενώ αποδόμησε την εικόνα του «χρυσού αγοριού» σε ταινίες όπως το «The Electric Horseman», όπου υποδύθηκε έναν αλκοολικό πρώην καουμπόι του ροντέο, και το «Indecent Proposal», ως μεσήλικας εκατομμυριούχος που αγοράζει τον έρωτα.

Με τα εκατομμύρια που κέρδισε ίδρυσε τη δεκαετία του 1970 το Ινστιτούτο και το Φεστιβάλ Sundance, προωθώντας τον ανεξάρτητο κινηματογράφο πολύ πριν αυτός γίνει μόδα.

Δεν κέρδισε ποτέ Όσκαρ ερμηνείας, αλλά η πρώτη του σκηνοθετική δουλειά, το οικογενειακό δράμα «Ordinary People» (1980), απέσπασε τα Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας και Σκηνοθεσίας.

Ωστόσο, έμεινε περισσότερο γνωστός για τις δύο πρώιμες συνεργασίες του με τον Πολ Νιούμαν: το γουέστερν «Butch Cassidy and the Sundance Kid» (1969) και το «The Sting» (1973), που αναδείχθηκαν σε κλασικά του αμερικανικού σινεμά. Παρά τη χημεία τους και τη μακρόχρονη φιλία τους, δεν συνεργάστηκαν ξανά μέχρι τον θάνατο του Νιούμαν το 2008.

Το «Butch Cassidy» έκανε τον Ρέντφορντ αστέρι από τη μια μέρα στην άλλη, αλλά εκείνος δεν αισθάνθηκε ποτέ άνετα με τη διασημότητα ούτε με την εικόνα του «αρσενικού ειδώλου», που τον ακολουθούσε ακόμα και μετά τα 60 του.

Ιδιαίτερα προσεκτικός με την προσωπική του ζωή, αγόρασε γη στη Γιούτα στις αρχές της δεκαετίας του 1970 για να φτιάξει ένα οικογενειακό καταφύγιο, απολαμβάνοντας ένα επίπεδο ιδιωτικότητας άγνωστο στους περισσότερους σταρ. Ο πρώτος του γάμος διήρκεσε περισσότερα από 25 χρόνια, μέχρι το διαζύγιό του το 1985. Το 2009 παντρεύτηκε για δεύτερη φορά τη Γερμανίδα καλλιτέχνιδα και μακροχρόνια σύντροφό του, Σίμπιλ Ζάγκαρς.

Χρησιμοποίησε τη φήμη του για να επιλέγει απαιτητικά κινηματογραφικά πρότζεκτ, ενώ στήριξε διακριτικά περιβαλλοντικές οργανώσεις όπως το Natural Resources Defense Council και το National Wildlife Federation. «Μερικοί άνθρωποι έχουν αναλύσεις. Εγώ έχω τη Γιούτα», είχε σχολιάσει.

Αν και ποτέ δεν έδειξε ενδιαφέρον να εισέλθει στην πολιτική, εξέφραζε συχνά φιλελεύθερες απόψεις. Σε συνέντευξή του το 2017, κατά την προεδρία του Ντόναλντ Τραμπ, είχε δηλώσει στο Esquire ότι «η πολιτική βρίσκεται σε πολύ σκοτεινό σημείο αυτή τη στιγμή» και ότι ο Τραμπ θα έπρεπε «να παραιτηθεί για το καλό μας».

Το όνειρο να γίνει ζωγράφος

Ο Ρόμπερτ Ρέντφορντ γεννήθηκε στις 18 Αυγούστου 1937 στη Σάντα Μόνικα του Λος Άντζελες, σε μια οικογένεια που ο ίδιος χαρακτήριζε «κατώτερης εργατικής τάξης». Εξασφάλισε υποτροφία στο μπέιζμπολ, την οποία όμως έχασε εξαιτίας της έντονης κοινωνικής του ζωής.

Αποφασισμένος να γίνει καλλιτέχνης, μετακόμισε αρχικά στην Ιταλία και αργότερα στη Νέα Υόρκη για να σπουδάσει ζωγραφική. Εγγράφηκε σε δραματική σχολή με στόχο να ασχοληθεί με το σκηνικό σχέδιο («η υποκριτική μου φαινόταν γελοία», θυμόταν), όμως τελικά πείστηκε να ανέβει στη σκηνή και το 1959 ήταν ήδη μόνιμος ηθοποιός στο Μπρόντγουεϊ, ενώ σύντομα άρχισε να εμφανίζεται και στην τηλεόραση.

Πρωτοεμφανίστηκε στον κινηματογράφο το 1962 με την ταινία χαμηλού προϋπολογισμού «Warhunt», αλλά έγινε γνωστός το 1967 με το «Ξυπόλητοι στο πάρκο», δίπλα στην Τζέιν Φόντα.

Απέρριψε τον ρόλο που ενσάρκωσε ο Ντάστιν Χόφμαν στον «Πρωτάρη» («ποτέ δεν έμοιαζα με 21χρονο φοιτητή που δεν είχε κάνει ποτέ σεξ», σχολίασε αργότερα) και προτίμησε το «Butch Cassidy and the Sundance Kid». Τη δεκαετία του 1970 ακολούθησαν ταινίες όπως το «The Way We Were» και το «Ο μεγάλος Γκάτσμπι».

Από τη δεκαετία του 1980 αφιέρωσε περισσότερο χρόνο στην παραγωγή ταινιών και στην ίδρυση του Ινστιτούτου Sundance, ενός εργαστηρίου για νέους κινηματογραφιστές, καθώς και του Φεστιβάλ Sundance, που εξελίχθηκε σε ένα από τα σημαντικότερα βήματα για τον ανεξάρτητο κινηματογράφο παγκοσμίως.

Το 2001 τιμήθηκε με Τιμητικό Όσκαρ για τη συνολική του προσφορά.

Παρέμεινε ενεργός ως ηθοποιός και παραγωγός μέχρι το τέλος της ζωής του. Το 2017 συνεργάστηκε ξανά με την Τζέιν Φόντα για το Netflix στο δράμα «Our Souls at Night», μια ιστορία αγάπης ανάμεσα σε ένα χήρο και μια χήρα. «Ζω για τις ερωτικές σκηνές μαζί του», είχε δηλώσει τότε η Φόντα στη Βενετία.

Ο Ρέντφορντ είχε ανακοινώσει τότε ότι αυτή θα ήταν μια από τις τελευταίες του ερμηνείες, καθώς σκόπευε να αφοσιωθεί περισσότερο στη σκηνοθεσία και στην πρώτη του αγάπη — την τέχνη.

Η επιρροή και η κληρονομιά του

Ο Ρέντφορντ δεν έμεινε απλά ένας σταρ της μεγάλης οθόνης·

Έγινε σύμβολο ενός κινηματογράφου με βάθος της συνείδησης, που δεν φοβήθηκε να θίξει θέματα όπως η περιβαλλοντική κρίση, η κοινωνική και πολιτική διαφθορά.

Ήταν υποστηρικτής των ανθρώπινων δικαιωμάτων και της προστασίας του περιβάλλοντος.

Βραβεύσεις

Ως καλλιτέχνης

Βραβείο Όσκαρ για τη συνολική προσφορά του στον κινηματογράφο (2002) Ως ηθοποιός:

Βραβείο Emmy β' ανδρικού ρόλου για την τηλεοπτική σειρά Alcoa Premiere

Χρυσή Σφαίρα πιο πολλά υποσχόμενου ηθοποιού για την ταινία Inside Daisy Clover

Βραβείο BAFTA καλύτερου ηθοποιού για την ταινία Tell Them Willie Boy Is Here

Βραβείο BAFTA καλύτερου ηθοποιού για την ταινία Downhill Racer

Ως σκηνοθέτης:

Όσκαρ σκηνοθεσίας για την ταινία Ordinary People

Γιώργος Λάνθιμος: Αποθέωση για την «Bugonia». Με κονκάρδα υπέρ της Παλαιστίνης – «Η ανθρωπότητα θα λογοδοτήσει» (video)

 medlabnews.gr

Γιώργος Λάνθιμος μαζί με τους συνεργάτες του και τη «μούσα» του Εμα Στόουν (Emma Stone) έφτασαν την Πέμπτη, 28 Αυγούστου, στο 82ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας και παρουσίασαν τη νέα τους συνεργασία, την ταινία «Bugonia», η οποία συμμετέχει στο επίσημο διαγωνιστικό τμήμα.

Το φιλμ, που σύμφωνα με τον σκηνοθέτη αποτελεί μια αντανάκλαση των όσων «συμβαίνουν σήμερα» στην κοινωνία, έλαβε θριαμβευτική υποδοχή.

Μετά την προβολή του στη Sala Grande, το κοινό αποθέωσε τον Λάνθιμο και τους πρωταγωνιστές με ένα ενθουσιώδες «standing ovation» διάρκειας 6 λεπτών και 50 δευτερολέπτων.

Η στιγμή ήταν τόσο έντονη, που η Στόουν, με τον σύζυγό της Ντέιβ ΜακΚάρι (Dave McCary) να βρίσκεται πίσω της, δάκρυσε από χαρά. Στη συνέχεια, ξέσπασε σε γέλια όταν είδε ένα πλακάτ μέσα στην αίθουσα που έγραφε: «Εμα, θέλεις να χορέψεις μαζί μου;», σύμφωνα με το Variety.

Συνεχίζοντας να υποκλίνονται, ο σκηνοθέτης και οι ηθοποιοί αποχώρησαν από την αίθουσα κρατώντας ο ένας τον ώμο του άλλου, σχηματίζοντας μια αλυσίδα.

Για το κόκκινο χαλί της πρεμιέρας η διάσημη πρωταγωνίστρια επέλεξε μία ξεχωριστή, μάξι, λευκή δημιουργία Louis Vuitton με λεπτές τιράντες και ασημένιες λεπτομέρειες. Το μακιγιάζ της ήταν σε φυσικούς τόνους, ενώ ολοκλήρωσε την εμφάνισή της με ένα εντυπωσιακό δαχτυλίδι κοκτέιλ.

Στο πλευρό της στην ταινία, πρωταγωνιστούν οι Τζέσι Πλέμονς (Jesse Plemons), Σταύρος Χαλκιάς, Εϊνταν Ντέλμπις (Aidan Delbis) και Αλίσια Σιλβερστόουν (Alicia Silverstone).

Σε σενάριο του Γουίλ Τρέισι (Will Tracy) το φιλμ εστιάζεται «σε δύο νεαρούς άνδρες που έχουν εμμονή με τις θεωρίες συνωμοσίας (Πλέμονς και Ντέλμπις) και απάγουν την ισχυρή διευθύνουσα σύμβουλο μιας μεγάλης εταιρείας (Στόουν), πεπεισμένοι ότι είναι μια εξωγήινη δύναμη που έχει ως σκοπό να καταστρέψει τον πλανήτη Γη».

«Η ανθρωπότητα αντιμετωπίζει μια κρίση πολύ σύντομα και οι άνθρωποι πρέπει να επιλέξουν το σωστό μονοπάτι, αλλιώς δεν ξέρω πόσο χρόνο έχουμε με όλα όσα συμβαίνουν στον κόσμο, με την τεχνολογία, την τεχνητή νοημοσύνη, τους πολέμους, την κλιματική αλλαγή και την άρνηση όλων αυτών των πραγμάτων», σχολίασε λίγο νωρίτερα ο διάσημος σκηνοθέτης στη συνέντευξη Τύπου για το «Bugonia».

Αξίζει να σημειωθεί ότι ο όρος «Βουγονία» προέρχεται από τις ελληνικές λέξεις «βοῦς» (βόδι) και «γένεσις» (γέννηση) ή «γόνος» (γόνος, απόγονος) και συνδέεται με μια αρχαία πεποίθηση για τον τρόπο αναπαραγωγής των μελισσών, η οποία συναντάται και στα γραπτά του Ρωμαίου ποιητή Βιργιλίου, σύμφωνα με την οποία οι μέλισσες μπορούν να αναπαραχθούν από το σώμα μιας νεκρής αγελάδας.

Tην παραγωγή του «Bugonia» υπογράφουν οι Εντ Γκίνεϊ (Ed Guiney) και Αντριου Λόουβ (Andrew Lowe) για την Element Pictures, ο Λάνθιμος μέσω της εταιρείας του Pith, η Στόουν για τη Fruit Tree, οι Αρι Αστερ (Ari Aster) και Λαρς Κνούντσεν (Lars Knudsen) της Square Peg, καθώς και οι Μίκι Λι (Miky Lee) και Τζέρι Κιουνγκμπούμ Κο (Jerry Kyoungboum Ko) για την CJ ENM.

Η Focus Features αρχικά θα κυκλοφορήσει την ταινία στις 24 Οκτωβρίου σε περιορισμένη διανομή στις ΗΠΑ πριν από την ευρεία προβολή της στις 31 Οκτωβρίου. Στις ελληνικές αίθουσες αναμένεται στις 6 Νοεμβρίου από την Tanweer.

Γιώργος Λάνθιμος: Με κονκάρδα υπέρ της Παλαιστίνης – «Η ανθρωπότητα θα λογοδοτήσει»

Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Γιώργος Λάνθιμος εκφράζει την αλληλεγγύη του στον λαό της Παλαιστίνης.

Ο διεθνώς καταξιωμένος σκηνοθέτης ήταν ένας από τους 400 καλλιτέχνες που υπέγραψαν το κείμενο ενάντια στη γενοκτονία της Γάζας, στην πρεμιέρα του Φεστιβάλ των Καννών τον περασμένο Μάιο.

Τώρα στο Φεστιβάλ της Βενετίας και με αφορμή την προβολή της νέας του ταινίας με τίτλο «Bugonia», που διεκδικεί τον Χρυσό Λέοντα, ο σκηνοθέτης εμφανίστηκε στη συνέντευξη Τύπου φορώντας στο πέτο του σακακιού του κονκάρδα στα χρώματα της παλαιστινιακής σημαίας αποσπώντας το θερμό χειροκρότημα του κοινού.

Μαζί με τους συνεργάτες του, τον σεναριογράφο Γουίλ Τρέισι, τον συνθέτη Tζέρσκιν Φέντριξ και τους πρωταγωνιστές του Εμα Στόουν και Τζέσι Πλέμονς, ο σκηνοθέτης απάντησε σε ερωτήσεις δημοσιογράφων σχετικά με τη «Bugonia» που βασίζει την ιδέα της στην κορεατική μαύρη κωμωδία «Save the Green Planet».

Στην ερώτηση δημοσιογράφου για το εάν η νέα του ταινία αποτελεί ένα δυστοπικό sci-fi η απάντηση του σκηνοθέτη υπήρξε ένα ξεκάθαρο σχόλιο για όσα αντιμετωπίζει η ανθρωπότητα. Όπως ανέφερε: «Δυστυχώς, μεγάλο μέρος της δυστοπίας σε αυτή την ταινία δεν είναι καθόλου μυθοπλαστικό. Πολλά από αυτά είναι αντανάκλαση του πραγματικού κόσμου», είπε ο Λάνθιμος. «Αν μη τι άλλο, αυτή η ταινία λέει ότι αυτό συμβαίνει τώρα. Στην πραγματικότητα, έγινε πιο επίκαιρη όσο περνούσε ο καιρός. Η ανθρωπότητα θα κληθεί να λογοδοτήσει πολύ σύντομα», υπογράμμισε ο σκηνοθέτης.

Ο Γιώργος Λάνθιμος είχε συνυπογράψει με εκατοντάδες κινηματογραφιστές διεθνή επιστολή διαμαρτυρίας για τη δολοφονία της 25χρονης Παλαιστίνιας φωτορεπόρτερ και ηθοποιού, Φατίμα Χασούνα, πρωταγωνίστριας του ντοκιμαντέρ «Βάλε την ψυχή σου στο χέρι σου και περπάτα». Η Χασούνα σκοτώθηκε μαζί με 10 συγγενείς της σε ισραηλινή αεροπορική επιδρομή στο σπίτι της οικογένειάς της στη βόρεια Γάζα πριν από μερικούς μήνες.

«Νιώθω απροετοίμαστος»

Στον αντίποδα των αντιδράσεων για το έγκλημα κατά του παλαιστινιακού λαού, ερωτηματικά εγείρει η στάση του Προέδρου της κριτικής επιτροπής της 82ης Μόστρα της Βενετίας, Αλεξάντερ Πέιν, που απέφυγε να πάρει ανοιχτά θέση για τη γενοκτονία που εκτυλίσσεται στη Γάζα δηλώνοντας «απροετοίμαστος».

«Ειλικρινά, νιώθω λίγο απροετοίμαστος για αυτή την ερώτηση», εξήγησε ο βραβευμένος σκηνοθέτης, συμπληρώνοντας: «Βρίσκομαι εδώ για να κρίνω και να μιλήσω για τον κινηματογράφο. Οι πολιτικές μου απόψεις, είμαι βέβαιος, δεν διαφέρουν πολύ από τις δικές σας».

Η υγεία του Μπρους Γουίλις έχει επιδεινωθεί «ο εγκέφαλός του τον εγκαταλείπει»

 medlabnews.gr iatrikanea

Η υγεία του διάσημου ηθοποιού Μπρους Γουίλις, ο οποίος εδώ και πάνω από δύο χρόνια δίνει μάχη με τη μετωποκροταφική άνοια, επιδεινώνεται συνεχώς, όπως αποκάλυψε η σύζυγός του, Έμμα Χέμινγκ Γουίλις.

Σε συνέντευξή της στην Νταϊάν Σόγιερ για το ABC News, η Χέμινγκ ανέφερε ότι, αν και ο 70χρονος σταρ παραμένει σε σχετικά καλή φυσική κατάσταση, «ο εγκέφαλός του τον εγκαταλείπει» και η δυνατότητά του να επικοινωνεί έχει πλέον περιοριστεί σε μεγάλο βαθμό.

«Όταν είμαστε μαζί του, φωτίζεται. Μας κρατάει το χέρι, μας φιλά, μας αγκαλιάζει. Δεν χρειάζομαι να θυμάται ότι είμαι η σύζυγός του, αρκεί που νιώθω αυτή τη σύνδεση. Η γλώσσα (η ικανότητα του λόγου) υποχωρεί και, ξέρετε, έχουμε μάθει να προσαρμοζόμαστε. Και έχουμε έναν τρόπο επικοινωνίας μαζί του, ο οποίος είναι απλώς ένας… διαφορετικός τρόπος», είπε χαρακτηριστικά η σύζυγός του.

Με βαθιά συγκίνηση συμπλήρωσε: «Ημέρες δεν έχουμε… αλλά έχουμε στιγμές». Και πρόσθεσε: «Είναι το γέλιο του, έτσι δεν είναι; Έχει ένα τόσο δυνατό, πηγαίο γέλιο. Και, ξέρεις, μερικές φορές βλέπεις εκείνη τη λάμψη στα μάτια του ή εκείνο το χαμόγελο…Και είναι δύσκολο να το βλέπεις, γιατί τόσο γρήγορα όσο εμφανίζονται αυτές οι στιγμές, άλλο τόσο γρήγορα χάνονται. Είναι σκληρό. Αλλά είμαι ευγνώμων. Είμαι ευγνώμων που ο σύζυγός μου είναι ακόμη εδώ μαζί μας».

Η ίδια μίλησε επίσης για την απόφαση να μεταφερθεί ο ηθοποιός σε δεύτερο σπίτι, πλήρως προσαρμοσμένο στις ανάγκες του και με συνεχή φροντίδα. Όπως εξήγησε: «Ήταν από τις πιο σκληρές αποφάσεις, αλλά ήξερα ότι θα το ήθελε για τις κόρες μας. Να έχουν ένα περιβάλλον προσαρμοσμένο στις δικές τους ανάγκες».

Όταν ρωτήθηκε τι θα επιθυμούσε περισσότερο από εκείνον σήμερα, απάντησε: «Θα ήθελα απλώς μια συζήτηση μαζί του. Να ξέρω πώς αισθάνεται, αν είναι καλά, αν φοβάται. Να μπορώ να τον ακούσω».

Τι είναι η αφασία

Η αφασία είναι μια νευρολογική πάθηση που στερεί στον παθόντα την ικανότητα επικοινωνίας. Μπορεί να επηρεάσει την ικανότητά του να μιλάει, να γράφει και να κατανοεί τη γλώσσα, προφορική και γραπτή.

Συνήθως συμβαίνει μετά από βαρύ ισχαιμικό επεισόδιο όπου φράζει ένα αγγείο και εξαρτάται από το μέγεθος και την σημασία του αγγείου στο οποίο διεκόπη η αιματική ροή. Απόφραξη της καρωτίδας προκαλεί ημιπληγία, ημιαναισθησία, ημιανοψία, ολική αφασία (σε αριστερή βλάβη). Απόφραξη της μέσης εγκεφαλικής αρτηρίας μπορεί να προκαλέσει ημιπληγία, αφασία, διαταραχές της επικριτικής αισθητικότητας, ημιανοψία κ.α. Αφασία μπορεί να προκληθεί και από κτύπημα, αιμάτωμα, όγκο στον εγκεφάλου. Επίσης μπορεί να προκληθεί και από εκφυλιστική νόσο όπως η πολλαπλή σκλήρυνση.

Θεραπεία

Εάν η εγκεφαλική βλάβη είναι ήπια, ο ασθενής μπορεί να ανακτήσει τις γλωσσικές του δεξιότητες χωρίς θεραπεία. Ωστόσο, οι περισσότεροι υποβάλλονται σε λογοθεραπεία για να αποκαταστήσουν τις γλωσσικές τους δεξιότητες και να συμπληρώσουν τις επικοινωνιακές τους εμπειρίες.

Πέθανε ο ηθοποιός Τέρενς Σταμπ, σε ηλικία 87 ετών. Ο Μάνος Χατζιδάκης τι είχε πεί για τον Σταμπ; (video)

 medlabnews.gr

Την τελευταία του πνοή σε ηλικία 87 ετών άφησε ο Βρετανός ηθοποιός Τέρενς Σταμπ, γνωστός για τον ρόλο του στρατηγού Ζοντ στις ταινίες «Σούπερμαν» και «Σούπερμαν ΙΙ».

Σε μια καριέρα που διήρκεσε έξι δεκαετίες, ο υποψήφιος για Όσκαρ ηθοποιός, έμεινε αξέχαστος για τον ρόλο του στρατηγού Ζοντ στον “Superman”, καθώς και για τους ρόλους του σε ταινίες του Παζολίνι και του Κεν Λόουτς.

Ο υποψήφιος για Όσκαρ ηθοποιός πρωταγωνίστησε σε ταινίες που ξεκινούν από το «Θεώρημα» του Πιερ Πάολο Παζολίνι το 1968 και το «Μια εποχή στην κόλαση» το 1971 έως τις «Περιπέτειες της Πρισίλα, Βασίλισσας της Ερήμου» το 1994, όπου υποδύθηκε μια τρανς.

Σε δήλωση της οικογένειάς του, αναφέρθηκε ότι πέθανε το πρωί της Κυριακής, προσθέτοντας: «Αφήνει πίσω του ένα εξαιρετικό έργο, τόσο ως ηθοποιός όσο και ως συγγραφέας, που θα συνεχίσει να συγκινεί και να εμπνέει τους ανθρώπους για πολλά χρόνια».

Ο Σταμπ έλαβε διάφορες διακρίσεις κατά τη διάρκεια της καριέρας του, μεταξύ των οποίων μία χρυσή σφαίρα το 1962 για τον πιο υποσχόμενο νέο ηθοποιό για την ταινία «Billy Budd» και το βραβείο καλύτερου ηθοποιού στο Φεστιβάλ των Καννών το 1965 για την ταινία «The Collector».

Αποτελούσε ένα από τα πιο λαμπερά ζευγάρια της Βρετανίας με την Τζούλι Κρίστι, με την οποία πρωταγωνίστησε στην ταινία «Μακριά από τον θόρυβο και την πολυκοσμία» το 1967. Ο Σταμπ είχε σχέση με την Μπριζίτ Μπαρντό και την Τζιν Σρίμπτον

Γιος εργάτη, πρωτοεμφανίσθηκε το 1962 στο ρόλο ενός ναύτη που απαγχονίσθηκε επειδή σκότωσε έναν συνάδελφό του: η ταινία «Μπίλι Μπαντ» του Πίτερ Ουστίνοφ του χάρισε υποψηφιότητα για Όσκαρ και μια Χρυσή Σφαίρα πρωτοεμφανιζόμενου ηθοποιού

Ο ηθοποιός με τα σαγηνευτικά μπλε μάτια συνέχισε υποδυόμενος έναν ψυχοπαθή στον «Συλλέκτη» του Γουίλιαμ Γουάιλερ, ταινία για την οποία τιμήθηκε με το βραβείο ερμηνείας το 1965 στις Κάννες.

Ο Κεν Λόουτς τον προσέλαβε για την πρώτη του ταινία, «Όχι δάκρυα για την Τζόυ» (1967).

Αφού έμεινε για καιρό στην αφάνεια, το 1977, ο Ρίτσαρντ Ντόνερ τον επέλεξε για να υποδυθεί τον στρατηγό Ζοντ στον «Superman».

Το 1994 υποδύθηκε επίσης την Μπερναντέτ, την τρανσέξουαλ της ταινίας «Οι περιπέτειες της Πρισίλα, βασίλισσας της ερήμου».

Μέχρι το τέλος της καριέρας του, συμμετείχε τόσο σε μεγάλες παραγωγές («Πόλεμος των Άστρων», «Ο Σικελός», «Γουόλ Στριτ») όσο και σε ανεξάρτητες ταινίες όπως οι «Συμβόλαιο με το θάνατο» του Στίβεν Φρίαρς (1984) ή «Ο Εγγλέζος» του Στίβεν Σόντερμπεργκ (1999).

Τι δήλωνε ο Μάνος Χατζιδάκις για τον Σταμπ

«Το 1968 το Χόλιγουντ ζούσε την επανάσταση των λουλουδιών, με πολλά παραισθησιογόνα, με αρκετή διστακτική ερωτική ελευθερία και με μια εφημερίδα εβδομαδιαία, τη “Free Press”, που την πουλούσαν με φανατισμό εθελοντικά νέοι στα πεζοδρόμια της Sunset Strip», αφηγούνταν ο Χατζιδάκις όταν είχε πλέον επιστρέψει στην Ελλάδα όπως αναφέρει η Καθημερινή. «Τον ίδιο καιρό η Paramount γύριζε ένα φιλόδοξο ποιητικό γουέστερν με σκηνοθέτη έναν Καναδό, τον Ναριζάνο, με πρωταγωνιστές έναν Αγγλο, τον Τέρενς Σταμπ, κι έναν Μεξικανό, τον Ρικάρντο Μονταλμπάν, και συνθέτη έναν Ελληνα, εμένα. Τότε ήταν που ξενάγησα και φιλοξένησα στην Paramount τους Bee Gees, ενώ κάτω στην εβραϊκή συνοικία οι H.P. Lovecraft τραγουδούσαν το “Μεθυσμένο καράβι” του Ρεμπό. Μέσα σ’ αυτό το μεθυστικό πανηγύρι προσπάθησα να ξεπεράσω σε ομορφιά τον Τέρενς Σταμπ κι έγραψα αυτή τη μουσική του “Blue”».

O Μάικλ Ντάγκλας απολαμβάνει το τέλος της καριέρας του και στα 80 του αποσύρεται

 medlabnews.gr

Εμβληματικός ηθοποιός, ένας από τους μεγαλύτερους πρωταγωνιστές της γενιάς του, ο δύο φορές βραβευμένος με Όσκαρ, Μάικλ Ντάγκλας, φαίνεται πως έχει αποφασίσει να βάλει τέλος στη μεγάλη καριέρα του στο σινεμά.

Μιλώντας στο διεθνές φεστιβάλ κινηματογράφου του Καρλόβι Βάρι στην Τσεχία, σε μια επετειακή εκδήλωση για τα 50 χρόνια από την κυκλοφορία του «Στη Φωλιά του Κούκου» (ο Ντάγκλας συμμετείχε στην παραγωγή), ο ηθοποιός δήλωσε πως «εάν δεν προκύψει κάτι ξεχωριστό», δεν προτίθεται να ενεργοποιηθεί ξανά στην υποκριτική.

Στον τελευταίο του ρόλο, ο Ντάγκλας υποδύθηκε τον Βενιαμίν Φραγκλίνο στη σειρά του Apple TV+ «Franklin», η οποία γυρίστηκε το 2022 και κυκλοφόρησε το 2024.

«Δεν έχω εργαστεί από το 2022, επειδή κατάλαβα ότι έπρεπε να σταματήσει» είπε ο Μάικλ Ντάγκλας, ο οποίος βρίσκεται αυτές τις ημέρες στο στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Κάρλοβι Βάρι στην Τσεχία.

«Έχω εργαστεί πάρα πολύ τα τελευταία 60 χρόνια και δεν θέλω να είμαι από αυτούς τους ανθρώπους που πεθαίνουν μέσα στη δουλειά» συμπλήρωσε ο σταρ του Χόλιγουντ.

Ωστόσο, σύμφωνα με το Variety, ο Μάικλ Ντάγκλας δεν θεωρεί πως έχει βγει στη σύνταξη και δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο να επιστρέψει στο πλατό και την υποκριτική. Αλλά είναι αποφασισμένος να το κάνει με τους δικούς του όρους.

«Ειλικρινά δεν έχω καμία πρόθεση να επιστρέψω στη ‘δράση’. Ωστόσο δεν λέω πως έχω συνταξιοδοτηθεί, γιατί αν εμφανιστεί ένας ιδιαίτερος ρόλος δεν θα έλεγα όχι» ξεκαθάρισε ο γνωστός ηθοποιός.

«Αυτή τη στιγμή είμαι χαρούμενος που παίζω τη γυναίκα της συζύγου μου, στο πνεύμα της διατήρησης ενός καλού γάμου» είπε αστειευόμενος για την Κάθριν Ζέτα Τζόουνς, με την οποία είναι μαζί περισσότερα από 25 χρόνια.

Πάντως μέσα στη χρονιά αναμένεται να βγει στις σκοτεινές αίθουσες και η ταινία «Looking Through Water» – αυτή που για πολλούς θα αποτελέσει τους τίτλους τέλους στην κινηματογραφική πορεία του Μάικλ Ντάγκλας.

Τι μεσολάβησε, ενώ στα 70 του χρόνια, έχοντας ξεπεράσει μια σοβαρότατη ασθένεια, κατηγορίες για σεξουαλική παρενόχληση και το σοκ της πρώτης συμμετοχής σε περιπέτεια υπερηρώων, με τον ρόλο του Χανκ Πιμ στο «Ant Man» και το φινάλε των «Avengers», έλεγε πως δεν σκοπεύει να τα παρατήσει ποτέ; Μπορεί και τίποτε συγκεκριμένο. Είναι ένας από τους εναπομείναντες ιππότες της διάδοχης, εναλλακτικής εποχής που ακολούθησε τη χρυσή περίοδο του πατέρα του, αν και ο ίδιος αρνείται πως μεγάλωσε ως γόνος ενός χολιγουντιανού βασιλιά.

Χωρίς να είναι ο γεννημένος sexy star ή ο πιο αγαπητός ηθοποιός ή η προφανής αφίσα σε εφηβικό δωμάτιο, ο Ντάγκλας ανέδιδε σιγουριά και εγγύηση για κάτι διασκεδαστικό και σκεπτόμενο, ως ενήλικος με πείρα, ίσως αντιπαθής και αλαζονικός αλλά ατελής, με ενδιαφέροντα στοιχεία. Ο λόγος είναι απλός: όταν ο Μάικλ ήταν ακόμη μικρός, ο Κερκ Ντάγκλας εργαζόταν νυχθημερόν, βγάζοντας ως και πέντε ταινίες ετησίως, για να φτιάξει όνομα και να συντηρήσει την οικογένειά του. Πριν από τον «Σπάρτακο» και την άνεση που του προσέφεραν οι επιτυχίες της ακμής του, ο σκληρός του αμερικανικού κινηματογράφου ζούσε με την πρώτη του σύζυγο και τα παιδιά τους σε μια γκαρσονιέρα και το μόνο του μέλημα ήταν να μη μοιάσει στον δικό του πατέρα, τον Ρωσοεβραίο μετανάστη και ρακοσυλλέκτη που τα βρόντηξε κι έφυγε. Με τον πατριό του, τον Μπιλ, να αποτελεί πολύτιμη άγκυρα στα κρίσιμα χρόνια της ενηλικίωσης (ήταν 13 όταν η μητέρα του ξαναπαντρεύτηκε), ο Μάικλ είχε ανασφάλεια εξαιτίας της τεταμένης ψυχολογικής κατάστασης του πατέρα του, ενός ανθρώπου που είδε τον γάμο του να διαλύεται αλλά δεν επιθυμούσε με τίποτε να απουσιάζει από την ανατροφή των γιων του.

Συνεπαρμένος από την καλιφορνέζικη ελευθερία των ’60s, ο έφηβος Ντάγκλας βασικά καβαλούσε τη μηχανή του φορώντας βελούδινα πουκάμισα και βολτάροντας ως το Σαν Φρανσίσκο, και δεν είχε ασχοληθεί σοβαρά με τον επαγγελματικό του προσανατολισμό, ώσπου ο καθηγητής του στο πανεπιστήμιο της Σάντα Μπάρμπαρα τον πίεσε να ειδικευθεί: «θέατρο», απάντησε χωρίς να το σκεφτεί πολύ, και από τότε και μετά δεν κοίταξε πίσω. Σε κάθε του παράσταση, ο Κερκ ήταν παρών, και δεν παρέλειπε να του λέει πάντα την αλήθεια, δηλαδή πόσο χάλια ήταν πάνω στη σκηνή.

Και είχε δίκιο: ο Μάικλ ακόμη έχει την απορία γιατί δεν τα παράτησε με τόσο τρακ που τον έζωνε σε κάθε έργο, πασχίζοντας για παραπάνω από έναν χρόνο να το ξεπεράσει, ώσπου συνήλθε και βελτιώθηκε, ακολουθώντας την πατρική συμβουλή να δίνει τον καλύτερο του εαυτό σε ό,τι κάνει. Από υπάλληλος σε βενζινάδικο και αρχηγός της άγνωστης ροκ μπάντας Down Shifters, βρήκε τον μέντορα που έλειπε από τον θολό χάρτη του επαγγελματικού του μέλλοντος στο πρόσωπο του γνωστού, βραβευμένου με Όσκαρ ηθοποιού και καλού φίλου του Κερκ, Καρλ Μάλντεν.

Από τους «Δρόμους του Σαν Φρανσίσκο» στο ξεκίνημα της δεκαετίας του ’70 έγινε ουσιαστικά αποδεκτός ως ηθοποιός, αποσπώντας τρεις συναπτές υποψηφιότητες για Emmy ερμηνείας δεύτερου ρόλου και μακαρίζοντας τον συνάδελφο αστυνομικό στη σειρά για τη γενναιοδωρία του, σε μια εποχή που ο πρωταγωνιστής σπάνια επέτρεπε στον σκηνοθέτη να στρέψει την κάμερα στο δεύτερο όνομα – ο Μάλντεν φημιζόταν για τη βοήθειά του σε νέους ηθοποιούς.

Κι ενώ απολάμβανε την εύκολη επιτυχία που του εξασφάλιζε το ανώδυνο σίριαλ, υλοποίησε το μεγάλο, απραγματοποίητο όνειρο του πατέρα του, μεταφέροντας στη μεγάλη οθόνη το βιβλίο του Κεν Κέισι «Η φωλιά του κούκου», που ο Κερκ προόριζε για τον εαυτό του, αλλά μετά από 14 χρόνια αναμονής και μάταιας προσπάθειας να το κάνει pitch σε όλα τα στούντιο του Χόλιγουντ, αντιλήφθηκε πως είχε μεγαλώσει για τον κεντρικό ρόλο και παραχώρησε τα δικαιώματα στον γιο του και τον Σολ Ζάεντς.

Αν και θεωρητικά αντιεμπορικό λόγω του δύσκολου θέματος, το φιλμ του Μίλος Φόρμαν με τον Τζακ Νίκολσον και τη Λουίζ Φλέτσερ έσκισε σε όλον τον κόσμο, και ο Μάικλ πήρε απότομο βάπτισμα του πυρός στο κινηματογραφικό σύμπαν με ένα Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας, αποκτώντας ταυτόχρονα αξιοζήλευτο status. Αξιοποίησε το εκτόπισμα του βραβείου με το «Σύνδρομο τ

ης Κίνας», στο οποίο επίσης πρωταγωνίστησε με την Τζέιν Φόντα, και έγινε παγκόσμια γνωστός με το «Κυνηγώντας το Πράσινο Διαμάντι» και τη συνέχειά του, εγκαινιάζοντας πολυετή συνεργασία και φιλία ζωής με την Καθλίν Τέρνερ. Ανέκαθεν, και ειδικά από τότε που κατηγορήθηκε για κακοποιητική συμπεριφορά, υποστήριζε πως στις ταινίες του καλλιεργούσε περιβάλλον άνεσης και ελευθερίας έκφρασης για τις γυναίκες, κάτι για το οποίο η Σάρον Στόουν και το υποχρεωτικό της σταυροπόδι μπορεί και να έχει αντιρρήσεις…

Ωστόσο, με αναιμικούς ρόλους στο «It’s my Turn» και στο «A Chorus Line», που πέρασαν απαρατήρητοι, ο Μάικλ δεν προχωρούσε καλλιτεχνικά, ώσπου ο Όλιβερ Στόουν διέκρινε τη μοχθηρία που κρυβόταν στην άκρη του συχνά παγωμένου του χαμόγελου, πίσω από τη συμπαθή του περσόνα και πιο κοντά στην επιθετικότητα που κληρονόμησε από τον Κερκ.

Το «Wall Street» υπήρξε το διαβατήριό του για τη μεγάλη φάση της καριέρας του, ένα έργο-μαρτυρία των άπληστων και ηθικά ανελέητων ’80s με performance-στιλέτο από τον απεχθή Γκόρντον Γκέκο του Ντάγκλας. Με σκληρό ανταγωνισμό από τους συνυποψηφίους του, ανάμεσα σε αυτούς και ο κολλητός του, Τζακ Νίκολσον, κέρδισε το Όσκαρ Α' Ανδρικού Ρόλου το 1988, ευχαριστώντας ιδιαίτερα τον πατέρα του, που βοήθησε έναν γιο να βρει την περπατησιά του μακριά από τη μεγάλη σκιά του. Η χρονιά αποδείχθηκε χρυσή, σε συνδυασμό με το τεράστιο σούσουρο γύρω από την «Ολέθρια Σχέση», την απιστία, το σεξ στο ασανσέρ και το κουνέλι στιφάδο, και προϋπάντησε μια σειρά από ρόλους υψηλού προφίλ σε πολυσυζητημένες ταινίες, όπως οι «Αποκαλύψεις», ο «Αμερικανός Πρόεδρος», και λίγο πιο πριν, το φιλμ-φαινόμενο «Βασικό Ένστικτο» το 1992, τη χρονιά που αποφάσισε πως πρέπει να κόψει μαχαίρι το αλκοόλ και τα ναρκωτικά – ως και για εθισμό στο σεξ «κατηγορήθηκε» ο Ντάγκλας στις μεγάλες του δόξες.

Χωρίς να είναι ο γεννημένος sexy star ή ο πιο αγαπητός ηθοποιός ή η προφανής αφίσα σε εφηβικό δωμάτιο, ο Ντάγκλας ανέδιδε σιγουριά και εγγύηση για κάτι διασκεδαστικό και σκεπτόμενο, ως ενήλικος με πείρα, ίσως αντιπαθής και αλαζονικός αλλά ατελής, με ενδιαφέροντα στοιχεία. Από κοντά, επικοινωνούσε ευγένεια και ενσυναίσθηση (είχαμε μιλήσει στο πλαίσιο των συνεντεύξεών του για το «The Game» του Ντέιβιντ Φίντσερ), και οι παρατηρήσεις του πρόδιδαν άνθρωπο που ήξερε να ακούει και να μη λέει ανιαρές τυπικούρες.

Με την πιο απαιτητική από τις ερμηνείες του να παραμένει εκείνη στο «Falling Down» του Τζόελ Σουμάχερ, το πορτρέτο ενός άνδρα που καταρρέει ολοσχερώς και λειτουργεί με τα ψήγματα λογικής που του απομένουν σε ένα καταστροφικό σπιράλ, η καλή του περίοδος ολοκληρώθηκε στο τέλος του αιώνα, με το «Traffic» και το «Wonder Boys». Ξανασυναντήθηκε αγαστά με τον Στίβεν Σόντερμπεργκ στην τηλεταινία «Behind the Candelabra», κερδίζοντας το μοναδικό του Emmy ως πλουμιστός Λιμπεράτσε βουτηγμένος στη λαγνεία, τις γούνες και την υποκρισία (ευφυές κάστινγκ, γιατί κανείς δεν φανταζόταν τον Ντάγκλας στον ρόλο του uber-διασκεδαστή).

Ανάμεσα στον κοινωνικό του ακτιβισμό, τις φιλανθρωπίες, το διαζύγιό του από την Ντιάντρα, τα προβλήματα στη σχέση με τον πρωτότοκο γιο του, Κάμερον, και τον μυθιστορηματικό, on and off γάμο του με την Κάθριν Ζίτα Τζόουνς, ο Μάικλ Ντάγκλας δεν σταμάτησε να παίζει κυρίως σε σειρές, πρωταγωνιστώντας μαζί με τον Άλαν Άρκιν ως ηθοποιός που έγινε coach στη «Μέθοδο Κομίνσκι» και ολοκληρώντας μια ξεχωριστή πορεία με μεγαλοπρέπεια, στον ρόλο του Βενιαμίν Φρακλίνου, πριν συνειδητοποιήσει πως ακόμη και για έναν τόσο ανήσυχο και εφευρετικό άνθρωπο του θεάματος, οι ευκαιρίες, ρεαλιστικά, δεν είναι οι ίδιες όπως στο παρελθόν.

Τα ποντίκια τελικά σκότωσαν τη σύζυγο του Τζιν Χάκμαν και μετά πέθανε και ο ίδιος. Υγειονομική βόμβα το σπίτι τους

medlabnews.gr 

Ο περιβάλλων χώρος ήταν γεμάτος νεκρά τρωκτικά και φωλιές σύμφωνα με αναφορά της αρμόδιας υγειονομικής υπηρεσίας, που επικαλείται το TMZ. Το αρμόδιο τμήμα δημόσιας Υγείας του Νιου Μέξικο συνέταξε περιβαλλοντική έκθεση τον περασμένο Μάρτιο, μία μόλις εβδομάδα αφού ο Τζιν Χάκμαν και η σύζυγός του βρέθηκαν νεκροί μέσα στο σπίτι τους. Σημειώνεται ότι η αιτία θανάτου της Ακανάουα, η οποία φέρεται να πέθανε στις 12 Φεβρουαρίου, σύμφωνα με την ιατροδικαστική έκθεση ήταν πνευμονικό σύνδρομο χανταϊού (HPS).

Η θανατηφόρα αυτή ασθένεια μεταδίδεται από τα ούρα ποντικιών και τρωκτικών, στον άνθρωπο κατά πάσα πιθανότητα κατά τη διάρκεια καθαριότητας σε χώρους όπως σοφίτες και υπόγεια. Στην περίπτωση του Χάκμαν και της συζύγου του, εντοπίστηκαν ακαθαρσίες τρωκτικών σε τρία γκαράζ του σπιτιού, σε δύο εξωτερικούς χώρους, και σε τρία ακόμα υπόστεγα του οικοπέδου του ζευγαριού.

Στα γκαράζ εντοπίστηκαν ένα ζωντανό και ένα νεκρό τρωκτικό αλλά και μία φωλιά τρωκτικών. Σε δύο οχήματα του ζευγαριού επίσης εντοπίστηκαν αντίστοιχα δείγματα τρωκτικών: φωλιές και ακαθαρσίες. Οι ερευνητές ανακάλυψαν ακόμα και ζωντανές παγίδες στα εξωτερικά κτίρια, κάτι που υποδεικνύει ότι είχαν να αντιμετωπίσουν περιστατικά μόλυνσης.

Το τμήμα δημόσιας Υγείας του Νιου Μέξικο στις 5 Μαρτίου διεξήγαγε μία έρευνα για τον κίνδυνο που ενδέχεται να ενέχει η περιοχή για τους συγγενείς που θα έσπευδαν πρώτοι στο σημείο.Σύμφωνα με την έρευνά του τμήματος υπήρχε χαμηλό ρίσκο.

Ο Τζον Χάκμαν πέθανε στις 17 ή στις 18 Φεβρουαρίου από καρδιακό νόσημα και προχωρημένο Αλτσχάιμερ — άσχετη με τον χανταϊό.

Η τοξίκωση από το μονοξείδιο του άνθρακα αρχικά θεωρήθηκε πιθανή αιτία θανάτου, αλλά απορρίφθηκε όταν βρέθηκαν νεκροί σκύλος και τρωκτικά στο ακίνητο.

Ο χανταϊός, που ανιχνεύθηκε μετά την έρευνα της αστυνομίας, μεταδίδεται μέσω των περιττωμάτων και ούρων των τρωκτικών, επιβεβαιώνοντας ότι η κατάσταση της ιδιοκτησίας ήταν ανησυχητική.

Ειδικότερα, οι αρχές εντόπισαν πολλές φωλιές και αποδεικτικά στοιχεία για τρωκτικά σε διάφορες αποθήκες και γκαράζ του κτήματος. Παρόλο που η κύρια κατοικία θεωρήθηκε χαμηλού κινδύνου, η υγειονομική αξιολόγηση συνεχίζεται για να διασφαλιστεί η ασφάλεια των επισκεπτών.

Copyright © 2015-2022 MEDLABNEWS.GR / IATRIKA NEA All Right Reserved. Τα κείμενα είναι προσφορά και πνευματική ιδιοκτησία του medlabnews.gr
Kάθε αναδημοσίευση θα πρέπει να αναφέρει την πηγή προέλευσης και τον συντάκτη. Aπαγορεύεται η εμπορική χρήση των κειμένων