Responsive Ad Slot

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κλεοπατρα Ζουμπουρλη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κλεοπατρα Ζουμπουρλη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Μαγνήσιο για κράμπες, ημικρανίες, στρες και οστά: τροφές, δόσεις και έλλειψη

μαγνήσιο
της Κλεοπάτρας Ζουμπουρλή, μοριακής βιολόγου, medlabnews.gr iatrikanea

Το μαγνήσιο είναι απαραίτητο μέταλλο για τη λειτουργία των μυών, των νεύρων, της καρδιάς και των οστών. Η έλλειψη μαγνησίου μπορεί να συνδέεται με συμπτώματα όπως κράμπες, κόπωση, μουδιάσματα, διαταραχές ύπνου ή μυϊκή ευαισθησία, ενώ το άρθρο εξηγεί και σε ποιες τροφές βρίσκεται. Ακολουθεί αναλυτικός οδηγός για τον ρόλο του μαγνησίου, τις πιθανές ενδείξεις ανεπάρκειας, τις διατροφικές πηγές, τις αλληλεπιδράσεις και τις ημερήσιες ανάγκες. 

Το μαγνήσιο είναι ένα ιχνοστοιχείο το οποίο υπάρχει στα οστά, στους ιστούς και τα όργανα του σώματος.

Είναι ένα ενδοκυττάριο μεταλλικό στοιχείο, το οποίο θα πρέπει να λαμβάνουμε σε συγκεκριμένες ποσότητες.
Στον ανθρώπινο οργανισμό υπάρχουν πολλά βασικά μέταλλα όπως το ασβέστιο, το κάλιο και το νάτριο, προκειμένου όμως αυτά να λειτουργήσουν εξαρτώνται από το μαγνήσιο. Το μαγνήσιο ενεργοποιεί περισσότερες από 300 διαφορετικές βιοχημικές αντιδράσεις στο ανθρώπινο σώμα, όλες το ίδιο απαραίτητες ώστε αυτό να λειτουργήσει σωστά. «Αντίθετα με ό,τι πιστεύει ο πολύς κόσμος, η ανεπάρκεια σε μαγνήσιο είναι πολύ συχνή ακόμα και σ’ εκείνους που το παίρνουν ως συμπλήρωμα τακτικά». 

Μαγνήσιο και ασβέστιο

To μαγνήσιο εμπλέκεται στενά μαζί με το ασβέστιο στο μεταβολισμό. Διανέμεται ευρέως στα μαλακά μόρια και το σκελετό, ο οποίος περιέχει περισσότερο από το 70% της συνολικής του ποσότητας στο σώμα. Εάν η λήψη του μέσω της διατροφής μειωθεί, το σώμα προστατεύεται από την απώλεια μαγνησίου μειώνοντας την ποσότητα αυτού στα ούρα, γεγονός που επιτρέπει τη διατήρηση του εν λόγω μετάλλου για μελλοντική χρήση. Το μαγνήσιο πρέπει να είναι παρόν σε κατάλληλες ποσότητες διότι βοηθά στην αφομοίωση του ασβεστίου. Καθώς το μαγνήσιο τείνει να απορροφάται σε χαμηλά επίπεδα από τη διατροφή, η έλλειψη αυτού είναι ευρέως διαδεδομένη.
Το μαγνήσιο ενεργοποιεί περισσότερα από 300 ένζυμα στο σώμα. Το μαγνήσιο επηρεάζει τα χαρακτηριστικά διαβατότητας και τις ηλεκτρικές ιδιότητες της μεμβράνης. Ελαττωμένα επίπεδα μαγνησίου αυξάνουν τη μεμβρανική αγωγιμότητα ιστών, όπως η καρδιά. Το μαγνήσιο ανταγωνίζεται το ασβέστιο για δεσμευτικές θέσεις σε μεμβράνες και διεγείρει τη συγκέντρωση ασβεστίου από το σαρκοπλασματικό δίκτυο. Υπομαγνησιαιμία μπορεί να επηρεάσει η έκκριση και η δράση της PYN και να οδηγήσει σε υπασβεστιαιμία.

Ο οργανισμός ενός ενήλικα περιέχει γύρω στα 24 γραμμάρια μαγνησίου, εκ των οποίων το 65% βρίσκεται στα οστά. Περισσότερο από το 65% της ποσότητας του μαγνησίου στο σώμα βρίσκεται στα οστά, όπου μαζί με το ασβέστιο και το φώσφορο βοηθά στο σχηματισμό τους και τους παρέχει ανθεκτικότητα. Το 39% στον ιστό και τα όργανα και μόλις 1% στο πλάσμα του αίματος. Το μαγνήσιο παίζει καίριο ρόλο στην απελευθέρωση ενέργειας, καθώς είναι συμπαράγοντας στις αντιδράσεις απελευθέρωσης ενέργειας. Είναι επίσης απαραίτητο για τη σύνθεση του RNA και την αντιγραφή του DNA, π.χ. κατά την παραγωγή κυττάρων. Επιπλέον, το μαγνήσιο είναι σημαντικό για τη λειτουργία των νεύρων και των μυών, συμπεριλαμβανομένου και του καρδιακού μυ. Κάποιες φορές αναφέρεται ως το μέταλλο «κατά του στρες», λόγω του ρόλου του στη μυϊκή χαλάρωση. Επίσης, είναι απαραίτητο για την αποκατάσταση και διατήρηση των σωματικών κυττάρων και ιστών, καθώς αποτελεί συμπαράγοντα στο μεταβολισμό των πρωτεϊνών.

Σε τι χρησιμεύει το μαγνήσιο

Το μαγνήσιο είναι:
· Αγχολυτικό,
· Αντιφλεγμονώδες,
· Αντιαλλεργικό,
· Ρυθμιστής της θερμοκρασίας του σώματος,
· Απαραίτητο για την οστεοποίηση (βοηθάει το ασβέστιο να εισχωρήσει στα οστά),
· Ρυθμιστής του γλυκιδικού και λιπιδικού μεταβολισμού των μυϊκών, καρδιακών και νευρικών ιστών.

Πλην όμως των παραπάνω καταστάσεων το Μαγνήσιο έχει συνδυασθεί και με άλλες παθήσεις:

Mαγνήσιο Μνήμη και Eγκεφαλικό

Η έλλειψη μαγνησίου στον οργανισμό μας, μπορεί να μειώνει τη μνήμη και τις δυνατότητες μάθησης. Αντίθετα η αφθονία μαγνησίου μπορεί να βελτιώνει τις γνωστικές μας λειτουργίες.
Το μαγνήσιο ρυθμίζει στον εγκέφαλο υποδοχείς που έχουν
καθοριστικό ρόλο στη μνήμη και στη μάθηση. Η διατήρηση κανονικής συγκέντρωσης μαγνησίου στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό, είναι απαραίτητη προϋπόθεση για τη λειτουργία των συνάψεων του κεντρικού νευρικού συστήματος στις οποίες βασίζεται η μνήμη μας
Σε περιπτώσεις εγκεφαλικών επεισοδίων παρατηρείται μείωση του μαγνησίου στον ορό του αίματος. Η αυξημένη πρόσληψη του μαγνησίου επιταχύνει την αποκατάσταση. Η επάρκεια μαγνησίου στον οργανισμό είναι ζωτικής σημασίας για τη σωστή λειτουργία του νευρικού συστήματος. Όταν ο οργανισμός έχει ανεπάρκεια μαγνησίου, τα νευρικά κύτταρα μπορεί να μη δίνουν ή να λαμβάνουν μηνύματα, με αποτέλεσμα να γίνονται πολύ ευαίσθητα και άκρως αντιδραστικά. Εξαιτίας αυτής της κατάστασης, το άτομο γίνεται υπερβολικά νευρικό και υπερευαίσθητο, διακατέχεται από έντονη νευρικότητα και ανησυχία, αντιδρά απότομα στους έντονους θορύβους και γενικά έχει την εντύπωση πως οι θόρυβοι είναι πολύ δυνατότεροι. 

Μαγνήσιο και Stress

Σχετικά πρόσφατα αποδείχθηκε ότι σε άτομα που εργάζονται κάτω από δύσκολες περιβαλλοντικές συνθήκες (έντονος θόρυβος) ή μετά από έντονη πνευματική κόπωση το Μαγνήσιο του οργανισμού τους μειώνεται επειδή αυξάνεται η αποβολή του από τα νεφρά στα ούρα. Πράγματι σε αυτά τα άτομα, μελέτες έδειξαν ότι η χορήγηση συμπληρωμάτων διατροφής που περιείχαν Μαγνήσιο βοήθησε σημαντικά την επαναφορά των επιπέδων του στο φυσιολογικό και την θεραπεία των όποιων συμπτωμάτων. Επίσης, η ανεπάρκεια του μαγνησίου μπορεί να φέρει διαταραχές στον ύπνο, με κυριότερες την αϋπνία, τις κράμπες, το ξύπνημα κατά τη διάρκεια της νύχτας από μυικούς σπασμούς και γενικότερα μια δυσάρεστη αίσθηση.

Μαγνήσιο και Ημικρανίες

Μελέτες που έγιναν σε ασθενείς με ημικρανίες απέδειξαν ότι το επίπεδο του Μαγνησίου στο αίμα τους και στα ερυθρά τους αιμοσφαίρια ήταν χαμηλότερο από το φυσιολογικό. Στηριζόμενοι σε αυτά τα ευρήματα πολλοί άλλοι ερευνητές χορήγησαν συστηματικά Μαγνήσιο και κατόρθωσαν να μειώσουν την ένταση και τη διάρκεια των κρίσεων ημικρανίας.

Μαγνήσιο και Οστεοπόρωση.

Το Μαγνήσιο σε ηλικιωμένους, άνδρες και γυναίκες, βοηθά στην αύξηση της οστικής μάζας και σε βελτίωση της αντοχής των οστών. Το Μαγνήσιο βοηθά τα οστά όσο και το Ασβέστιο.

Μαγνήσιο και καρδιακές αρρυθμίες

Είναι γνωστό σε όλους μας πως η καρδιά είναι ο δυνατότερος μυς του σώματός μας, ο οποίος δουλεύει ακατάπαυστα με συστολές για να κυκλοφορεί το αίμα στο σώμα. Ως μυς, λοιπόν, επηρεάζεται αρνητικά από την έλλειψη μαγνησίου, η οποία μπορεί να επηρεάσει δυσμενώς τις καρδιακές συστολές και μ’ αυτόν τον τρόπο να μεταβάλλει τις φυσιολογικές λειτουργίες που πρέπει να κάνει η καρδιά. Αν το μαγνήσιο είναι ανεπαρκές, δεν επιτρέπεται η χαλάρωση του καρδιακού μυ ώστε αυτός να είναι έτοιμος για την επόμενη συστολή.
Το πρόβλημα των ταχυαρρυθμιών είναι ιδιαίτερα συνηθισμένο. Στις ΗΠΑ πιστεύεται ότι πάσχουν περισσότερα από 2 εκατομμύρια άτομα ιδιαίτερα άνδρες. Συνήθως οι ταχυαρρυθμίες συνδυάζονται με Υπέρταση, καρδιακή ανεπάρκεια αλλά είναι και ιδιαίτερα συνηθισμένες και μετά καρδιακό bypass.

Μαγνήσιο και Άσθμα

Το Μαγνήσιο έχει βρεθεί ότι αναστέλλει την σύσπαση των λείων μυικών ινών, μειώνει έκκριση Ισταμίνης από τα Μαστοκύτταρα και αναστέλλει την έκκριση Ακετυλχολίνης, επομένως αποτελεί χρήσιμο φάρμακο σε ασθενείς με βρογχική σύσπαση από Ασθμα. Πράγματι μελέτες που έγιναν έδειξαν ότι μπορεί να βοηθήσει σε άτομα ανθεκτικά στην κλασική θεραπεία με β-αγωνιστές, αντιχολινεργικά και κορτικοστεροειδή.

Μαγνήσιο και Καρδιακό Bypass

Παρά την εντυπωσιακή βελτίωση των χειρουργικών μεθόδων για το καρδιακό bypass η θνησιμότητα 1 χρόνο μετά την επέμβαση κυμαίνεται από 3-20 % και εξαρτάται από την προεγχειρητική κατάσταση του ασθενούς και την ηλικία. Από την άλλη πλευρά, η θετική επίδραση του Μαγνησίου στον τόνο των αγγείων, οι αντιαρρυθμικές δυνατότητές του και θετική δράση του σε περιπτώσεις εμφραγμάτων έχουν ήδη περιγραφεί.

Μαγνήσιο και κράμπες των κάτω άκρων

Η κράμπα είναι μια παρατεταμένη και επώδυνη σύσπαση του μυός, που συμβαίνει ως απάντηση σε ελάχιστο νευρικό ερέθισμα. Εδώ συμβαίνει το εξής παράδοξο. Η έλλειψη ενέργειας στο μυ θα έπρεπε κανονικά να οδηγεί σε αδυναμία σύσπασης και όχι σε αδυναμία χαλάρωσης του μυός. Αυτό όμως που συμβαίνει στην πραγματικότητα είναι, ότι στη διαδικασία σύσπασης-χαλάρωσης του μυός η ενέργεια «προπληρώνεται» για τη χαλάρωση του μυός. Έτσι, μετά τη σύσπαση απαιτείται ενέργεια για τη χαλάρωση του μυός και αυτή η ενέργεια είναι που θα χρησιμοποιηθεί για την επόμενη σύσπαση. 

Η επάρκεια μαγνησίου σε αυτή τη διαδικασία μεριμνά για την ύπαρξη ενέργειας για τη χαλάρωση του μυός. Έτσι, όσο συχνά συμβαίνει να πάσχουν από κράμπες, ιδιαίτερα μετά από προπόνηση, αγώνες ή γενικά κούραση και απώλεια υγρών και αλάτων, πρέπει να σκεφτούν ότι πιθανόν πάσχουν από έλλειψη μαγνησίου. Αυτό αφορά κυρίως αθλητές και γενικότερα νέους και υγιείς οργανισμούς. Στους πρεσβύτερους οι κράμπες μπορεί να προέρχονται από σημαντικά προβλήματα υγείας.

Η απορρόφηση του Μαγνησίου επηρεάζεται:

Παράγοντες που είναι γνωστό ότι μειώνουν τα επίπεδα του μαγνησίου είναι οι ακόλουθοι
  • Σύνδρομα δυσαπορρόφησης
  • Παθολογική απώλεια  γαστρεντερικών υγρών
  • Νεφρικές παθήσεις  - Χρόνια πυελονεφρίτιδα - Χρόνια σπειραματονεφρίτιδα - Νεφρική σωληναριακή  οξέωση
  • Ασιτία με μεταβολική οξέωση
  • Αλκοολισμός
  • Υπερπαραθυρεοειδισμός  - υπερασβεστιαιμία
  • Υπερανδυστερονισμός
  • Οξεία πακγρεατίτιδα
  • Χρόνια παγκρεατίτιδα
  • Τοξαιμία ή εκλαμψία κύησης
Παράγοντες που είναι γνωστό ότι αυξάνουν τα επίπεδα του μαγνησίου είναι οι ακόλουθοι
  • Νεφρική ανεπάρκεια
  • Διαβητικό κώμα
  • Υποθυρεοειδισμός
  • Νόσος του Addison
  • Πολλαπλούν μυέλωμα
  • Συστηματικός ερυθηματώδης
    λύκος
  • Αφυδάτωση
  • Θεραπεία με μαγνήσιο

Διατροφή και μαγνήσιο

Το μαγνήσιο λαμβάνεται μέσω της τροφής. Η απορροφητικότητα του μειώνεται με την αύξηση της ηλικίας και τη λήψη συμπληρωμάτων σιδήρου. Το πλεόνασμα μαγνησίου αποβάλλεται μέσω των νεφρών.
Μαγνήσιο μπορούμε να λάβουμε και μέσω των τροφών, αφού απαντάται σε μεγάλη ποικιλία από αυτές, όπως στα φρέσκα πράσινα λαχανικά, όπου το συναντάμε πλούσιο λόγω του ότι είναι βασικό στοιχείο του μορίου της χλωροφύλλης. 
Βασικές πηγές μαγνησίου είναι το κακάο, τα λαχανικά, τα αποξηραμένα φρούτα, οι ξηροί καρποί, καθώς και ορισμένα μεταλλικά νερά.
Παρακάτω, ακολουθούν ανά διατροφική ομάδα, οι πλουσιότερες σε μαγνήσιο τροφές:
•   Κρεατικά ή συναφή: χοιρινό λουκάνικο, συκώτι, καρδιά, αρνίσια νεφρά, κόκκινο κρέας, πιτσούνι, αυγά.
•   Θαλασσινά: σαλιγκάρι της θάλασσας, βούκινο, μύδια, γαρίδες, καλαμάρια, αχιβάδες.
•   Αμυλώδη: καστανό ρύζι, ζυμαρικά ολικής αλέσεως, όσπρια (φακές, φασόλια, ρεβίθια).
•   Λαχανικά: σπανάκι, μπρόκολο, σέσκουλο.
•   Φρούτα: μπανάνα, φρέσκο σύκο, αποξηραμένα φρούτα και ξηροί καρποί.
Δημητριακά: δημητριακά ολικής αλέσεως, ψωμί και μπισκότα ολικής αλέσεως, νιφάδες βρώμης, μούσλι.

Περιεκτικότητα σε μαγνήσιο στα 100γρ. καταναλώσιμης τροφής.


Είδος τροφής
(100γρ.)
        Μαγνήσιο
          (mg)
Γάλα (αγελάδας)
12
Τυρί (κασέρι)
25
Αυγά
12
Κρέας (βοδινό)
151
Κοτόπουλο
20
Πατάτες
24
Λάχανο
17
Πορτοκάλια
13
Φιστίκια(αράπικα)
26
Ψωμί (άσπρο)
(πιτυρούχο)
97
230

Αλληλεπιδράσεις

Η λήψη ψευδαργύρου σε μεγάλες ποσότητες από συμπληρώματα και όχι από φυσικές πηγές μπορεί να εμποδίσει την απορρόφηση του μαγνησίου σημαντικά. Επίσης, αυξημένη πρόσληψη πρωτεϊνών στη διατροφή συνδέεται με καλύτερη πρόσληψη μαγνησίου.

Η πρόσληψη φαρμάκων που περιέχουν Σίδηρο, για αναιμία, μαζί με φάρμακα που περιέχουν Μαγνήσιο εμποδίζει την απορρόφηση από το έντερο και του Σιδήρου και του Μαγνησίου, γι αυτό και πρέπει τα δύο αυτά στοιχεία να λαμβάνονται με διαφορά 3 με 4 ωρών το ένα από το άλλο. Το ίδιο συμβαίνει και όταν λαμβάνονται αντιβιοτικά όπως οι τετρακυκλίνες. Μειώνει την απορρόφηση άρα και τη δράση του digoxin (φάρμακο για την καρδιά), του nitrofurantoin (αντιβιοτικό) και μερικών ανθελονοσιακών φαρμάκων. Επίσης, αν κάποιος λαμβάνει διφοσφωνικά για την οστεοπόρωση, πρέπει να τα λαμβάνει δύο ώρες πριν ή μετά από λήψη σκευασμάτων πλούσιων σε μαγνήσιο. Τα περισσότερα διουρητικά εξαντλούν τα αποθέματα μαγνησίου στον οργανισμό. Αν κάποιος λαμβάνει κάποιο από αυτά τα φάρμακα ή λαμβάνει συμπληρώματα πλούσια σε μαγνήσιο, πρέπει πάντα να ενημερώνει τους ιατρούς που τον παρακολουθούν.

Το Μαγνήσιο αυξάνεται με

  • Ασπιρίνη
  • Βιταμίνη D
  • Παράγωγα μαγνησίου
  • Προγεστερόνη
  • Τριαμτερένη
  • Λίθιο

Το Μαγνήσιο ελαττώνεται με

  • Αλδοστερόνη
  • Άλατα ασβεστίου
  • Κιτρικά
  • Διουρητικά
  • Αντισυλληπτικά
  • Φουρεσιμίδη.
  • Αιθανόλη
  • Αμινογλυκοζίδες
  • Κυκλοσπυρίνη
  • Φαινοτοίνη

Συνιστώμενες ημερήσιες δόσεις μαγνησίου

Σύμφωνα με το RDA χρειάζονται 6mg μαγνησίου για κάθε κιλό βάρους ανά ημέρα. Έτσι, ένα άτομο 70 κιλών χρειάζεται 420mg μαγνησίου την ημέρα για τη σωστή λειτουργία του οργανισμού. Επισημαίνουμε, ότι τα άτομα που γυμνάζονται συστηματικά χρειάζονται περισσότερο μαγνήσιο, γιατί η παραγωγή ενέργειας στο σώμα τους είναι μεγαλύτερη και οι απώλειες περισσότερες.

·      Σε mg/ημέρα
  • Βρέφη 0-6 μηνών : 30
  • Βρέφη 7-12 μηνών : 75
  • Παιδιά 1-3 ετών : 80
  • Παιδιά 4-8 ετών : 130
  • Παιδιά 9-12 ετών : 240
  • Άντρες 14-18 ετών : 410
  • Άντρες 19-30 ετών : 400
  • Άντρες 31+ ετών: 420
  • Γυναίκες 14-18 ετών : 360
  • Γυναίκες 19-30 ετών : 310
  • Γυναίκες 31+ ετών : 320
  • Εγκυμοσύνη 14-18 ετών : 400
  • Εγκυμοσύνη 19-30 ετών : 350
  • Εγκυμοσύνη 31+ ετών : 360
  • Θηλάζουσες 14-18 ετών : 360
  • Θηλάζουσες 19-30 ετών : 310
  • Θηλάζουσες 31+ ετών : 320

Φυσιολογικές τιμές = 1,5 – 2,5 mEq/L

Βιβλιογραφία: 
Itoh K et al. The effects of high oral magnesium supplementation on blood pressure serum lipids and related variables in apparently healthy Japanese subjects. The British J of Nutrition, 78;5:737-750, 1997.
Britton J et al. Dietary magnesium, lung function, wheezing, and airway hyperreactivity in a random adult population sample. The Lancet, 344:357-362, 1994.

Μαγνήσιο: οφέλη, έλλειψη, συμπτώματα και τροφές που το περιέχουν | MEDLABNEWS.GR

Πρώτη δημοσίευση: 5 Μαρτίου 2013 — MEDLABNEWS.GR | Συγγραφέας: Κλεοπάτρα Ζουμπουρλή, μοριακή βιολόγος

Τελευταία ουσιαστική ενημέρωση: 20 Ιουνίου 2026

Ρενίνη και αλδοστερόνη. Φυσιολογικές τιμές. Πώς μεταβάλλονται στην υπέρταση;

της Κλεοπάτρας Ζουμπουρλή, μοριακής βιολόγου, medlabnews.gr iatrikanea

Η ρενίνη και η αλδοστερόνη είναι εξετάσεις που χρησιμοποιούνται κυρίως στη διερεύνηση της υπέρτασης, του πρωτοπαθούς υπεραλδοστερονισμού και διαταραχών επινεφριδίων ή νεφρικής ρύθμισης της πίεσης. Οι τιμές τους επηρεάζονται από τη στάση του σώματος, την πρόσληψη αλατιού, τα φάρμακα, το άγχος και την ώρα της ημέρας. Στο άρθρο θα δείτε ποιες είναι οι φυσιολογικές τιμές ρενίνης και αλδοστερόνης, πώς ερμηνεύονται οι παθολογικές τιμές και τι χρειάζεται πριν από την εξέταση. 

Η μέτρηση της Δραστικότητας της Ρενίνης του πλάσματος (PRA) χρησιμοποιείται στη διαφορική διάγνωση της υπέρτασης.

Υπερτασικοί ασθενείς που έχουν χαμηλή δραστηριότητα ρενίνης πιθανώς έχουν ανισορροπία του όγκου των υγρών ενώ τα άτομα με υψηλή δραστηριότητα ρενίνης είναι πιθανώς υπερτασικοί λόγω της αγγειοσυσπαστικής δράσης της αγγειοτενσίνης, μια κατάσταση γνωστή ως νεφραγγειακή υπέρταση.  Οι ασθενείς με ιδιοπαθή υπέρταση μπορεί να ελέγχουν τα επίπεδα ρενίνης και αλδοστερόνης προκειμένου να αξιολογηθεί εάν είναι ευαίσθητοι στο αλάτι, γεγονός το οποίο προκαλεί χαμηλά επίπεδα ρενίνης με φυσιολογικά επίπεδα αλδοστερόνης. Αυτό βοηθά στην επιλογή της κατάλληλης φαρμακευτικής αγωγής.

Η μέτρηση των επιπέδων της αλδοστερόνης γίνεται τόσο στο πλάσμα όσο και στα ούρα. Οι πληροφορίες αυτές βοηθούν στη διάγνωση του πρωτοπαθούς αλδοστερονισμού που προκαλείται από βλάβη του φλοιού των επινεφριδίων, και του δευτεροπαθούς αλδοστερονισμού που μπορεί να οφείλεται στην υπερδιέγερση του φλοιού των επινεφριδίων από την αγγειοτενσίνη ή την ACTH. 

Η αλδοστερόνη είναι ορμόνη που παράγεται στην φλοιώδη μοίρα των επινεφριδίων, συγκεκριμένα στην σπειροειδή ζώνη και ανήκει στην ομάδα των αλατοκορτικοστεροειδών. Η βιολογική της δράση έχει σχέση με το μεταβολισμό του ύδατος και των ηλεκτρολυτών.
Η έκκριση της αλδοστερόνης ρυθμίζεται από μια σειρά πολύπλοκους μηχανισμούς με κυριότερο το σύστημα ρενίνης – αγγειοτανσίνης και ακολουθούν τα ιόντα καλίου του πλάσματος, η ACTH, τα ιόντα νατρίου, το νατριουρητικό πεπτίδιο, η σωματοστατίνη, το αγγειοκινητικό εντερικό πεπτίδιο κ.α.
Η Ρενίνη είναι ένα πρωτεολυτικό ένζυμο που συντίθεται, αποθηκεύεται και εκκρίνεται από τα παρασπειραματικά κύτταρα των νεφρών και παίζει πολύ σημαντικό ρόλο στη ρύθμιση της πίεσης του αίματος, των επιπέδων καλίου και την ισορροπία του όγκου των υγρών. Η δραστικότητα των συστημάτων ρενίνης-αγγειοτασίνης-αλδοστερόνης έχει σαν αποτέλεσμα την παραγωγή της αγγειοτενσίνης II, ενός ισχυρού αγγειοσυσταλτικού, που διεγείρει την παραγωγή της αλδοστερόνης στον φλοιό των επινεφριδίων. Η μειωμένη ροή αίματος στου νεφρού διεγείρει την έκκριση της Ρενίνης και αυξάνει έκκριση της αλδοστερόνης. Η απώλεια αίματος και η μείωση του νατρίου διεγείρουν επίσης την απελευθέρωση της Ρενίνης. Η μεταβολή της θέσης του σώματος από ύπτια σε όρθια, έχει βρεθεί να αυξάνει το επίπεδο της Ρενίνης. Η πρόσληψη νατρίου επηρεάζει επίσης τα επίπεδα της Ρενίνης: υψηλή πρόσληψη νατρίου μειώνει τα επίπεδα Ρενίνης, ενώ η μείωση του νατρίου προκαλεί απελευθέρωση αυξημένων επιπέδων Ρενίνης.

Η υπερβολική παραγωγή αλδοστερόνης η οποία δεν εξαρτάται από το σύστημα της ρενίνης αγγειοτανσίνης, ονομάζεται Πρωτοπαθής Υπεραλδοστερονισμός και έχει ως αποτέλεσμα την εμφάνιση αρτηριακής υπέρτασης και υποκαλιαιμίας.  Ο πρωτοπαθής υπεραλδοστερονισμός μπορεί να ευθύνεται για έως και το 15% των περιπτώσεων ασθενών με υπέρταση, ιδιαίτερα στη μέση ηλικία.
Οι εξετάσεις αλδοστερόνης και ρενίνης χρησιμοποιούνται για να αξιολογηθεί κατά πόσο τα επινεφρίδια παράγουν τις κατάλληλες ποσότητες αλδοστερόνης και να γίνει διάκριση μεταξύ των πιθανών αιτίων της περίσσειας ή της έλλειψης. Η αλδοστερόνη μπορεί να μετρηθεί στο αίμα ή σε ένα 24-ωρο δείγμα ούρων, όπου μετράται η ποσότητα της αλδοστερόνης που απομακρύνεται στα ούρα σε μια μέρα. Η ρενίνη μετράται συνήθως στο αίμα.

Η μέτρηση της Δραστικότητας της Ρενίνης του πλάσματος (PRA) χρησιμοποιείται στη διαφορική διάγνωση της υπέρτασης. Υπερτασικοί ασθενείς που έχουν χαμηλή δραστηριότητα ρενίνης πιθανώς έχουν ανισορροπία του όγκου των υγρών ενώ τα άτομα με υψηλή δραστηριότητα ρενίνης είναι πιθανώς υπερτασικοί λόγω της αγγειοσυσπαστικής δράσης της αγγειοτενσίνης, μια κατάσταση γνωστή ως νεφραγγειακή υπέρταση.  Οι ασθενείς με ιδιοπαθή υπέρταση μπορεί να ελέγχουν τα επίπεδα ρενίνης και αλδοστερόνης προκειμένου να αξιολογηθεί εάν είναι ευαίσθητοι στο αλάτι, γεγονός το οποίο προκαλεί χαμηλά επίπεδα ρενίνης με φυσιολογικά επίπεδα αλδοστερόνης. Αυτό βοηθά στην επιλογή της κατάλληλης φαρμακευτικής αγωγής

Οι εξετάσεις αυτές είναι πιο χρήσιμες για τον πρωτογενή υπεραλδοστερονισμό, επίσης γνωστός ως σύνδρομο Conn, ο οποίος προκαλεί υψηλή πίεση αίματος. Εάν η εξέταση είναι θετική, η παραγωγή αλδοστερόνης μπορεί να αξιολογηθεί περαιτέρω με τη δοκιμασία διέγερσης και καταστολής της.

Τα επίπεδα της αλδοστερόνης και της ρενίνης είναι υψηλότερα το πρωί και μεταβάλλονται μέσα στην ημέρα. Επηρεάζονται από τη στάση του σώματος, από το άγχος και από τα φάρμακα.

Φυσιολογικές Τιμές Αλδοστερόνης

  • Ενήλικες Όρθια Θέση: 40 – 310 pg/ml
  • Ενήλικες Ύπτια Θέση: 10 – 160 pg/ml

Τιμές Αναφοράς Ρενίνης

  • Φυσιολογική πρόσληψη Νατρίου
    • Ύπτια Θέση: 0.2 – 2.6 ng/ml/h
    • Όρθια Θέση: 1.5 – 5.7 ng/ml/h
  • Χαμηλή πρόσληψη Νατρίου
    • Ύπτια Θέση: Αυξάνεται περίπου 2 φορές σε σχέση με τη φυσιολογική πρόσληψη
    • Όρθια Θέση: Αυξάνεται περίπου 6 φορές σε σχέση με τη φυσιολογική πρόσληψη

Πιθανές Ερμηνείες Παθολογικών Τιμών Αλδοστερόνης

  • Αύξηση: Υπερπλασία του φλοιού των επινεφριδίων, αδένωμα που παράγει αλδοστερόνη, κίρρωση του ήπατος με ασκίτη, συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια, αιμορραγία, υπερκαλιαιμία, υπονατριαιμία, υποογκαιμία, δίαιτα χαμηλής περιεκτικότητας σε νάτριο, κακοήθης υπέρταση, νέφρωση, νεφρωσικό σύνδρομο, εγκυμοσύνη, πρωτοπαθής υπεραλδοστερονισμός (σύνδρομο Conn), στρες. Φάρμακα: κορτικοτροπίνη, διαζοξίδη, διουρητικά, υδροχλωρική υδραλαζίνη, νιτροπρωσσικό νάτριο, από του στόματος αντισυλληπτικά, κάλιο.
  • Μείωση: Νόσος του Addison, δίαιτα υψηλής περιεκτικότητας σε νάτριο, υπερνατριαιμία, υποκαλιαιμία, σύνδρομο απώλειας άλατος, σηψαιμία, τοξιναιμία της κύησης. Φάρμακα: κορτιζόνη, μεθυλντόπα, μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα, προπρανολόλη, στεροειδή.

Πιθανές Ερμηνείες Παθολογικών Τιμών Ρενίνης

  • Αύξηση: Νόσος του Addison, αλδοστερονισμός (δευτεροπαθής), σύνδρομο Bartter, χρόνια νεφρική ανεπάρκεια, κίρρωση, σύνδρομο Conn, όρθια στάση του σώματος για 4 ώρες (διπλασιασμός), ιδιοπαθής υπέρταση (σπάνια), υποκαλιαιμία, υποογκαιμία (που προκαλείται από αιμορραγία), τελευταίο μισό του έμμηνου κύκλου, διατροφή χαμηλή σε νάτριο, νεφροπάθεια (με απώλεια νατρίου), φυσιολογική εγκυμοσύνη, φαιοχρωμοκύττωμα, νεφρική υπέρταση, νεφρικοί όγκοι που παράγουν ρενίνη, απόρριψη του μοσχεύματος. Φάρμακα: διαζοξίδη, οιστρογόνα, φουροσεμίδη, θειική γουανεθιδίνη, υδροχλωρική υδραλαζίνη, μινοξιδίλη, νιτροπρωσσικό νάτριο, σαραλαζίνη, σπιρονολακτόνη, θειαζίδες.
  • Μείωση: Συγγενήςυπερπλασία επινεφριδίων,  σύνδρομο Cushing, ηλικιωμένοι, ιδιοπαθής υπέρταση, νηστεία, δίαιτα υψηλή σε νάτριο, πρωτοπαθής υπεραλδοστερονισμός, υπερφόρτωση με υγρά, απώλεια βάρους.Φάρμακα: Β-αποκλειστές, κλονιδίνη, διγοξίνη, ινδομεθακίνη, γλυκόριζα, μεθυλντόπα, πραζοσίνη, στεροειδή που κατακρατούν νάτριο, σαλικυλικά.

ΑΣΘΕΝΕΙΑ
ΑΛΔΟΣΤΕΡΟΝΗ
ΚΟΡΤΙΖΟΛΗ
ΡΕΝΙΝΗ
Πρωτογενής αλδοστερονισμός (σύνδρομο Conn)
Υψηλή
Κανονική
Χαμηλή
Δευτερογενής αλδοστερονισμός
Υψηλή
Κανονική
Υψηλή
Ανεπάρκεια των επινεφριδίων (ασθένεια Addison)
Χαμηλή
Χαμηλή
Υψηλή
Σύνδρομο Cushing
Χαμηλή
Υψηλή
Χαμηλή

Προετοιμασία Ασθενούς για την Εξέταση
  • Απαιτείται νηστεία 8 -10 ωρών πριν από την εξέταση.
  • Εκτός αν υπάρχουν ιδιαίτερες ιατρικές οδηγίες, ο ασθενής θα πρέπει να ακολουθήσει δίαιτα 3 gr σε νάτριο για τουλάχιστον 2 εβδομάδες πριν από την εξέταση. Αυτή η δίαιτα θεωρείται "φυσιολογική" πρόσληψη νατρίου.

ΠΡΟΣΟΧΗ
Η ποσότητα του αλατιού στη διατροφή καθώς και φάρμακά, όπως αναλγητικά της τάξης των μη στερεοειδών, διουρητικά, β-αναστολείς, στεροειδή, αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης (ΜΕΑ) και τα από του στόματος αντισυλληπτικά μπορεί να επηρεάσουν τα αποτελέσματα της εξέτασης. Μερικά από αυτά τα φάρμακα χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία της υψηλής αρτηριακής πίεσης. Το άγχος, η άσκηση και η εγκυμοσύνη μπορούν επίσης να επηρεάσουν τα αποτελέσματα της εξέτασης. Ο καφές, το τσάι ή τα αναψυκτικά τύπου κόλα μπορούν να επηρεάσουν την εξέταση του 24-ώρου δείγματος ούρων. Ο γιατρός σας θα σας πει εάν θα πρέπει να αλλάξετε την ποσότητα του νατρίου (αλάτι) που έχετε στη διατροφή σας ή να σταματήσετε την χρήση διουρητικών ή άλλων φαρμάκων ή την καθημερινή σας άσκηση πριν από την εξέταση της αλδοστερόνης.

Η γλυκόριζα μπορεί να μιμηθεί τις ιδιότητες της αλδοστερόνης και θα πρέπει να αποφεύγεται για τουλάχιστον δύο εβδομάδες πριν από την εξέταση, διότι μπορεί να μειώσει την τιμή της αλδοστερόνης. Αυτό αφορά μόνο τα ίδια τα προϊόντα της γλυκόριζας (σκληρή γλυκόριζα). Οι περισσότερες μαλακές γλυκόριζες και άλλες μορφές γλυκόριζας που πωλούνται στη Βόρεια Αμερική δεν περιέχουν πραγματικά γλυκόριζα. Ελέγξτε την ετικέτα της συσκευασίας και εάν δεν είστε σίγουροι πάρτε ένα πακέτο μαζί σας για να ρωτήσετε το γιατρό σας.

Τα επίπεδα της αλδοστερόνης είναι χαμηλά σε σοβαρές νόσους, για αυτό η εξέταση δεν πρέπει να γίνεται, όταν κάποιος είναι πολύ άρρωστος.

Διαβάστε επίσης


Ρενίνη και αλδοστερόνη: φυσιολογικές τιμές, λόγος αλδοστερόνης/ρενίνης και υπέρταση | MEDLABNEWS.GR

Πρώτη δημοσίευση: Απρίλιος 2015 — MEDLABNEWS.GR | Συγγραφέας: Κλεοπάτρα Ζουμπουρλή, μοριακή βιολόγος

Τελευταία ουσιαστική ενημέρωση: 20 Ιουνίου 2026

Δρεπανοκυτταρική αναιμία: συμπτώματα, κληρονομικότητα, διάγνωση και μικροδρεπανοκυτταρική αναιμία


της Κλεοπάτρας Ζουμπουρλή, μοριακής βιολόγου, medlabnews.gr iatrikanea

Τα δρεπανοκυτταρικά σύνδρομα χαρακτηρίζονται από την παρουσία παθολογικής αιμοσφαιρίνης S. 

 Ως Δρεπανοκυτταρικά Σύνδρομα, ICD-10 D57, χαρακτηρίζονται μια ομάδα διαταραχών του Αίματος, όπως η ομόζυγος Δρεπανοκυτταρική Αναιμία, η Μικροδρεπανοκυτταρική Αναιμία κ.α. Η Δρεπανοκυτταρική Αναιμία και Μικροδρεπανοκυτταρική Αναιμία χαρακτηρίζονται από την παρουσία της παθολογικής αιμοσφαιρίνης S. Τα ερυθροκύτταρα με αιμοσφαιρίνη S γίνονται δύσκαμπτα και παίρνουν το σχήμα δρέπανου προκαλώντας απόφραξη των μικρών αγγείων, ελλιπή οξυγόνωση του αίματος και βλάβη στους ιστούς.

Δρεπανοκυτταρική Αναιμία: (ΔΑ)Πρόκειται για βαριά αιμολυτική αναιμία η οποία έχει από την παιδική ηλικία σοβαρές επιπτώσεις σε πολλά όργανα και συστήματα, αλλά και στην ανάπτυξη του οργανισμού. Επιπρόσθετα οι ασθενείς εμφανίζουν "κρίσεις πόνου" και συχνές λοιμώξεις. Οι ασθενείς χρειάζονται συνεχή ιατρική παρακολούθηση, συχνές επισκέψεις στα Ειδικά Τμήματα των νοσοκομείων.

Η δρεπανοκυτταρική αναιμία είναι μία κληρονομικού χαρακτήρα νόσος που κληροδοτείται στα παιδιά αν ένας από τους δύο γονείς ή και οι δύο έχουν το γονίδιο. Εάν ένα παιδί κληρονομήσει το γονίδιο μόνο από τον ένα γονιό του, τότε έχει το στίγμα της δρεπανοκυτταρικής αναιμίας, και είναι δυνατό, ακόμη κι αν δεν εκδηλώσει κανένα σύμπτωμα να κληροδοτήσει το γονίδιο στο παιδί του.

Η μικροδρεπανοκυτταρική αναιμία είναι η μεικτή ετεροζυγωτία δρεπανοκυτταρικού και β θαλασσαναιμικού γονυλλίου.
Στην Ιταλία, στην Ελλάδα και στην Αφρική  παρατηρείται μια μορφή συγγενούς αιμολυτικής αναιμίας που μοιάζει με την δρεπανοκυτταρική στις επώδυνες και αναιμικές κρίσεις, αλλά έχει διαφορετικά αιματολογικά χαρακτηριστικά.


Αιτία της ασθένειας είναι η παθογόνος (σημειακή) μετάλλαξη στο γονίδιο της β-σφαιρίνης. Αυτή προκαλεί τη σύνθεση της μεταλλαγμένης β-σφαιρίνης(β s ) και της αντίστοιχης HbS (α 2 β s 2 ) αντί της φυσιολογικής HbA (α 2 β Α 2 ). Όταν και τα δύο γονίδια που κληρονομούνται από τους γονείς έχουν την παθογόνο μετάλλαξη (ομόζυγη Δρεπανοκυτταρική Αναιμία) τότε στα ερυθρά αιμοσφαίρια του αίματος υπάρχει μόνο η HbS που προκαλεί τη δημιουργία δρεπανόμορφων κυττάρων. Τα κύτταρα αυτά ευθύνονται για την αναιμία και τα υπόλοιπα σοβαρά κλινικά συμπτώματα. Τα ερυθροκύτταρα με την αιμοσφαιρίνη S γίνονται δύσκαμπτα και μοιάζουν με δρεπάνι (απ’ όπου και προέρχεται το όνομα δρεπανοκυτταρική αναιμία) προκαλώντας απόφραξη των μικρών αγγείων, ελλιπή οξυγόνωση του αίματος και βλάβη στους ιστούς.


Η νόσος είναι κληρονομική. Εάν οι γονείς φέρουν το υπεύθυνο γονίδιο, το παιδί έχει πολλές πιθανότητες να εκδηλώσει την εν λόγω αναιμία. Οι πάσχοντες παρουσιάζουν μετάλλαξη της αιμοσφαιρίνης, η οποία είναι η βασική αιτία δρεπανοκυτταρικής αναιμίας. Η μετάλλαξη αυτή απαντάται στο έκτο αμινοξύ της Β-πολυπεπτιδικής αλυσίδας και διαταράσσει την ισορροπία των ερυθρών αιμοσφαιρίων. Στη συνέχεια προκαλείται απόφραξη των αγγείων, δυσκολία οξυγόνωσης του αίματος και γενικότερη βλάβη στους ιστούς. Έχει παρατηρηθεί ότι η νόσος απαντάται συχνά σε τροπικές περιοχές και στη μαύρη φυλή

Συμπτώματα
Η κλινική εικόνα των ασθενών με δρεπανοκυτταρική θαλασσαιμία κυμαίνεται από ελαφριά ως και βαρύτατη. Οι πάσχοντες σε γενικές γραμμές εμφανίζουν αναστολή της ανάπτυξης και διαταραχές θρέψης. Τα συνηθέστερα συμπτώματα είναι:
Επώδυνες κρίσεις: Το άλγος αφορά την κοιλιακή χώρα δίνοντας ακόμη και την εντύπωση οξείας κοιλίας, το θώρακα και τις αρθρώσεις. Συχνά οι κρίσεις αρχίζουν χωρίς σαφή αιτιολογία. Στο 30% των περιστατικών προηγείται κάποια λοίμωξη ενώ σε άλλες περιπτώσεις ενοχοποιούνται μεταβολές του καιρού, αφυδάτωση, αλλαγή υψόμετρου. Ειδική αναφορά γίνεται στον πριαπισμό που αποτελεί επώδυνη στύση πέρα των έξι ωρών και αφορά κυρίως νεαρά άτομα.

• Βλάβες οργάνων λόγω αγγειακής απόφραξης: Τα αλλεπάλληλα έμφρακτα οδηγούν προοδευτικά σε βλάβες των ιστών και των οργάνων. Παραδειγματικά τα έμφρακτα του σπληνός οδηγούν σε ατροφία του οργάνου, τα έμφρακτα των πνευμόνων καταλήγουν σε πνευμονική υπέρταση και εκδηλώσεις χρόνιας πνευμονικής καρδίας και τα έμφρακτα του ήπατος σε ίνωση του οργάνου. Αξίζει να αναφέρουμε πως οι αποφράξεις των εγκεφαλικών αγγείων καταλήγουν σε σπασμούς, κεφαλαλγίες, τύφλωση, ακόμη και σε κώμα και ημιπληγία. Οι νεφροί υφίστανται και αυτοί τις συνέπειες της παθολογικής αιμοσφαιρίνης και συμμετέχουν συχνά με εκδηλώσεις που κυμαίνονται από απλή ισοσθενουρία ως και νεφρική ανεπάρκεια.

• Ευπάθεια στις λοιμώξεις: Κατά μεγάλο μέρος οφείλεται στην υπολειτουργία του σπληνός και στην ατελή οψωνοποίηση και φαγοκυττάρωση των μικροβίων. Συχνότερα αίτια προσβολής είναι ο πνευμονιόκοκκος, ο σταφυλόκοκκος, ο αιμόφιλος, η σαλμονέλλα και το μυκόπλασμα.

• Εκδηλώσεις αναιμίας: Είναι αιμολυτικού τύπου και ποικίλης βαρύτητας. Χαρακτηριστική είναι η προσαρμογή των ασθενών σε χαμηλές τιμές αιμοσφαιρίνης.

• Επιπτώσεις στο σκελετό: Η άσηπτη νέκρωση της κεφαλής του μηριαίου, η αμφίκοιλη παραμόρφωση των μεσοσπονδύλιων δίσκων και η καθυστερημένη σύγκλειση των επιφύσεων είναι μερικές από αυτές.

• Υποτροπιάζοντα έλκη: Συνήθως εντοπίζονται στο κάτω τριτημόριο και στην εσωτερική επιφάνεια της κνήμης εξαιτίας πτωχής παράπλευρης κυκλοφορίας.

Tα συμπτώματα της δρεπανοκυτταρικής αναιμίας είναι παρόμοια με αυτά της απλής αναιμίας:

•    Ζάλη
•    Αίσθημα κόπωσης
•    Ταχυκαρδία
•    Δύσπνοια
•    Τάση λιποθυμίας και αδυναμίας
•    Θωρακικός πόνος
•    Ωχρότητα των ματιών και του δέρματος
•    Απλαστική κρίση (διακοπή παραγωγής ερυθρών αιμοσφαιρίων από το μυελό των οστών)
•    Δακτυλίτιδα
•    Κοιλιαλγία
•    Εγκεφαλικό επεισόδιο
•    Ευκολία λοίμωξης
•    Βλάβες στα νεφρά
•    Καθυστέρηση ανάπτυξης στα παιδιά

Δρεπανοκυτταρική αναιμία και ψυχική υγεία

Η επίπτωση της δρεπανοκυτταρικής αναιμίας στην ψυχική υγεία τόσο του ασθενούς όσο και της οικογενείας του είναι αδιαμφισβήτητη. Παρά την εκτεταμένη καταγραφή των ψυχικών προβλημάτων σε ασθενείς με δρεπανοκυτταρική αναιμία δεν έχει δοθεί η πρέπουσα έμφαση στην πρόληψη, στην αιτιολογική και ολιστική αντιμετώπιση και στην θωράκιση των οικογενειών στην καθημέρα κλινική πράξη. 
Πρέπει επίσης να σημειώσουμε ότι τα παιδιά με δρεπανοκυτταρική αναιμία έχουν χαμηλότερο ΙQ κατά περίπου 5 βαθμούς συγκρινόμενα με το γενικό πληθυσμό. Οι ασθενείς με δρεπανοκυτταρική αναιμία παρουσιάζουν επίσης αυξημένη συχνότητα ψυχιατρικών διαταραχών και ψυχοκοινωνικών προβλημάτων. Ειδικά οι ασθενείς με αυξημένη συχνότητα επώδυνων κρίσεων και περιορισμένη κοινωνική ζωή καθώς και οι μητέρες τους παρουσιάζουν κατάθλιψη και αυξημένα επίπεδα άγχους. Είναι μάλιστα ενδιαφέρον ότι υπάρχει συσχέτιση μεταξύ του βαθμού της κατάθλιψης του παιδιού και του βαθμού της κατάθλιψης και της προσαρμογής στο γάμο της μητέρας του. Παιδί και μητέρα λειτουργούν ως μία αναπόσπαστη μονάδα επηρεάζοντας ο ένας τον άλλο. Οι ίδιες μάλιστα οι μητέρες θεωρούν ότι τα παιδιά τους όχι μόνο πάσχουν από κατάθλιψη σε αυξημένα ποσοστά αλλά και ότι έχουν πολύ μειωμένες ικανότητες σε σχέση με τους συμμαθητές τους. Είναι σημαντικό ότι η κατάθλιψη και το άγχος που βιώνει ένα παιδί είναι ανεξάρτητα από την οικονομική κατάσταση της οικογένειας και εξαρτάται μόνο από την σοβαρότητα της νόσου.


Διάγνωση 
Η διάγνωση της νόσου γίνεται με ειδικές αιματολογικές εξετάσεις(ηλεκτροφόρηση αιμοσφαιρίνης) ή μοριακή ανάλυση. Προγεννητικά, η ανίχνευση του γονιδίου γίνεται μέσω της αμνιοπαρακέντησης.
Από το οικογενειακό ιστορικό ο ένας γονέας έχει δρεπανοκυτταρικό γονύλλιο και ο άλλος θαλασσαναιμικό.
Υπάρχουν οι θαλασαναιμικές μορφολογικές αλλοιώσεις των ερυθροκυττάρων, που λείπουν από την ομόζυγη δρεπανοκυτταρική αναιμία.
Η δοκιμασία δρεπανώσεως είναι θετική
Στην ηλεκτροφόρηση υπάρχει 70% HbS, λίγη Hb F και αυξημένη HbA2 χαρακτηριστική του θαλασσαναιμικού γονυλλίου. Ως προς την HbA, αν το θαλασσαναιμικό γονύλλιο είναι β+, τότε αυτή υπάρχει σε ποσοστό 10-25%, εάν όμως το θαλασσαναιμικό γονύλλιο είναι β0, τότε η HbA λείπει τελείως, οπότε η διάκριση από την δρεπανοκυτταρική αναιμία γίνεται δυσχερώς και θα στηριχθεί στις θαλασσαναιμικές μορφολογικές αλλοιώσεις και την αυξημένη HbA2.

Οριστική θεραπεία για την πάθηση δεν υπάρχει. Οι υπάρχουσες στοχεύουν στην αντιμετώπιση των συμπτωμάτων και στην ελαχιστοποίηση των ενδεχόμενων επιπλοκών. Ως πάγια θεραπευτική μέθοδος εφαρμόζεται η μετάγγιση είτε η απλή είτε η αφαιμαξομετάγγιση. Σε περιπτώσεις χρόνιων μεταγγίσεων ο οργανισμός λαμβάνει υπερβολικές ποσότητες σιδήρου, γεγονός που καθιστά απαραίτητη την αποσιδήρωσή του.
Οι μεταγγίσεις ενδείκνυνται σε χαμηλές τιμές του αιματοκρίτη κυρίως κάτω από 20 μονάδες και σε αντιμετώπιση σοβαρών επιπλοκών όπως η βαριά απλαστική κρίση, το σύνδρομο παγίδευσης ερυθρών στο σπλήνα και η σηψαιμία.

Όταν παρουσιάζονται κρίσεις απαιτείται ενυδάτωση του ασθενή και ταυτόχρονη χορήγηση αναλγητικών για την ανακούφιση των συμπτωμάτων. Συνιστάται ο εμβολιασμός του ασθενούς για την πρόληψη της ηπατίτιδας Β, του πνευμονιόκοκκου, του μικροβίου που προκαλεί την μηνιγγίτιδα και του αιμόφιλου της ινφλουέντσας. Σε ορισμένες, λίγες στον αριθμό, περιπτώσεις προτείνεται η μεταμόσχευση μυελού των οστών. Η γονιδιακή θεραπεία θα καθορίσει την τελική θεραπεία που θα δοθεί στον ασθενή που πάσχει από την εν λόγω νόσο.
Πρόληψη 
Για την πρόληψη της νόσου καλούνται όλοι όσοι επιθυμούν να τεκνοποιήσουν να υποβληθούν σε ειδικά αιματολογικά τεστ για να διαπιστωθεί αν φέρουν το γονίδιο που ευθύνεται για την πρόκληση της νόσου. Αν και οι δύο γονείς εντοπιστούν με το εν λόγω γονίδιο, υπάρχουν σοβαρές πιθανότητες να φέρουν στον κόσμο ένα παιδί με δρεπανοκυτταρική αναιμία.
Αν έχει ήδη διαγνωστεί η νόσος επιβάλλεται η ιδιαίτερη προσοχή στις λοιμώξεις και εμβολιασμός του παιδιού. Οι άνθρωποι που πάσχουν από δρεπανοκυτταρική αναιμία έχουν μικρότερο προσδόκιμο ζωής. Εάν ο πάσχων φροντίζει σωστά την υγεία του και ακολουθεί τις ιατρικές συμβουλές μπορεί να ζήσει και για περισσότερα από 50 χρόνια.

Παγκόσμια Ημέρα Δρεπανοκυτταρικής Νόσου

Στις 22 Δεκεμβρίου 2008, η Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών αναγνώρισε για πρώτη φορά τη Δρεπανοκυτταρική αναιμία ως ένα σοβαρό πρόβλημα δημόσιας υγείας. Ανάμεσα στα αντικείμενα αυτής της απόφασης, A/63/L63, ήταν και ο καθορισμός της 19ης Ιουνίου, εκάστου έτους, ως «Παγκόσμια Ημέρα Δρεπανοκυτταρικής Νόσου». Μία παγκόσμια ημέρα αφιερωμένη σε εκστρατείες ευαισθητοποίησης τόσο σε εθνικό όσο και σε διεθνές επίπεδο.

Ο πρώτος εορτασμός της Παγκόσμιας ημέρας Δρεπανοκυτταρικής νόσου, στις 19 Ιουνίου 2009, έγινε στη Νέα Υόρκη, σε συνεργασία με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (WHO - World Health Organization), το Ταμείο Έκτακτης Ανάγκης Παιδιών των Ηνωμένων Εθνών (UNICEF - United Nations Children's Emergency Fund) και τα Ηνωμένα Έθνη (UN - United Nations).

Δρεπανοκυτταρική αναιμία: συμπτώματα, κληρονομικότητα, διάγνωση και μικροδρεπανοκυτταρική αναιμία | MEDLABNEWS.GR

Πρώτη δημοσίευση: 19 Ιουνίου 2015 — MEDLABNEWS.GR | Συγγραφέας: Κλεοπάτρα Ζουμπουρλή, μοριακή βιολόγος

Τελευταία ουσιαστική ενημέρωση: 19 Ιουνίου 2026

Copyright © 2015-2022 MEDLABNEWS.GR / IATRIKA NEA All Right Reserved. Τα κείμενα είναι προσφορά και πνευματική ιδιοκτησία του medlabnews.gr
Kάθε αναδημοσίευση θα πρέπει να αναφέρει την πηγή προέλευσης και τον συντάκτη. Aπαγορεύεται η εμπορική χρήση των κειμένων