Responsive Ad Slot

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΕDLAB. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΕDLAB. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Μελάνωμα: τι είναι, πώς εμφανίζεται και πότε μια ελιά χρειάζεται έλεγχο. Η ψηφιακή δερματοσκόπηση


του Ξενοφώντα Τσούκαλη, M.D., medlabnews.gr iatrikanea

Τι είναι το μελάνωμα;

Ο καρκίνος που αναπτύσσεται από τα μελανοκύτταρα, λέγεται μελάνωμα (άλλες ονομασίες: δερματικό μελάνωμα, κακόηθες μελάνωμα). Τα μελανοκύτταρα είναι τα κύτταρα που παράγουν την μελανίνη, πρωτεΐνη που έχει τον ρόλο να προστατεύει το δέρμα από την βλαπτική επίδραση της υπεριώδους ακτινοβολίας, που είναι ο κατ΄ εξοχήν καρκινογενετικός παράγοντας για το δέρμα.  
Το μελάνωμα είναι μια πάρα πολύ σοβαρή νόσος γιατί δίνει εύκολα μεταστάσεις σε άλλα όργανα του σώματος, μέσω του λεμφικού συστήματος. Αυτό το σύστημα αποτελείται από λεπτά αγγεία που σχηματίζουν δίκτυο όπως τα αιμοφόρα αγγεία, σε όλους τους ιστούς του σώματος. Τα καρκινικά κύτταρα, αποσπώνται από τον πρωτοπαθή όγκο και δια μέσου της λέμφου (του υγρού που περιέχουν τα λεμφικά αγγεία), φτάνουν στους λεμφαδένες. Ομάδες από λεμφαδένες βρίσκονται κυρίως στις μασχάλες, το λαιμό, τους βουβώνες και τη κοιλιά. Το μελάνωμα μπορεί επίσης να δώσει μεταστάσεις και μέσω του αίματος (αιματογενής διασπορά).
Το μελάνωμα είναι η χειρότερη μορφή καρκίνου του δέρματος. Δυστυχώς τα τελευταία χρόνια καταγράφεται σημαντική και ανησυχητική αύξηση νέων περιστατικών ιδιαίτερα μεταξύ των νέων γυναικών.

Πώς εμφανίζεται το μελάνωμα;

Συχνά, η πρώτη ένδειξη για το μελάνωμα είναι αλλαγή στο μέγεθος, σχήμα ή χρώμα ενός σπίλου (ελιάς). Φυσιολογικά ένας σπίλος είναι ένα καφέ, σκούρο ή μαύρο σημάδι στο δέρμα. Μπορεί να είναι επίπεδος ή επηρμένος και το σχήμα μπορεί να είναι στρογγυλό ή οβάλ. Οι σπίλοι είναι συνήθως μικροί, μικρότεροι από 0,5 εκατοστό. Ένας σπίλος μπορεί να υπάρχει από τη γέννηση ή μπορεί να εμφανιστεί αργότερα, συνήθως τα πρώτα 10 χρόνια της ζωής. Πολλοί από τους σπίλους 1 σε μεγάλες ηλικίες. Οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν 10-30 σπίλους στο δέρμα τους. Η μεγάλη πλειοψηφία από αυτούς είναι τελείως ακίνδυνοι. Μια αλλαγή πάντως σε ένα σπίλο είναι σημάδι ότι θα πρέπει να επισκεφτείτε το δερματολόγο σας. Φυσικά το μελάνωμα μπορεί να εμφανιστεί και σαν ένας καινούριος σπίλος. 
Το μελάνωμα στους άνδρες εμφανίζεται συχνότερα στον κορμό, στο κεφάλι και στο λαιμό. Στις γυναίκες εμφανίζεται συνήθως στους βραχίονες και στις κνήμες. Είναι πιο συχνό στα ανοιχτόχρωμα δέρματα. Στη μαύρη φυλή και σε πολύ μελαχρινά άτομα, είναι πιο πιθανό να εμφανιστεί στις παλάμες και στα πέλματα.

Ποια είναι τα αίτια του μελανώματος;

Σήμερα, σύμφωνα με τους ερευνητές – δερματολόγους γιατρούς, η κύρια αιτία της ανάπτυξης μελανώματος είναι η υπερέκθεση στην υπεριώδη ακτινοβολία, η οποία αποτελεί τον ενοχοποιητικό παράγοντα  στο 70%-80-% των περιπτώσεων.   Παρόλο που ο μηχανισμός δράσης της υπεριώδους ακτινοβολίας στη γένεση του μελανώματος δεν είναι επακριβώς γνωστός, οι ερευνητές υποθέτουν ότι η διαλείπουσα  έκθεση (αυτή που προσλαμβάνουμε στις καλοκαιρινές διακοπές) είναι πιο σημαντική, ειδικά όταν συμβαίνει σε ανοιχτόχρωμο, μη προσαρμοσμένο δέρμα.  Τα έντονα ηλιακά εγκαύματα σε οποιαδήποτε ηλικία αποτελούν δείκτη επικινδυνότητας για την νόσο.  Το κατά πόσο τα ίδια τα εγκαύματα συμβάλλουν στην παθογένεση του μελανώματος με την πρόκληση ογκογόνων μεταλλάξεων στο γενετικό υλικό των μελανοκυττάρων, ή αποτελούν απλώς ένα δείκτη της ευαισθησίας του δέρματος, βρίσκεται ακόμα υπό διερεύνηση.   Άλλοι παράγοντες που συμβάλουν είναι :
• Γενετικοί παράγοντες 

• Ανοσοκαταστολή

• Παρουσία γιγαντιαίων συγγενών σπίλων (ελιών που υπάρχουν από την γέννηση)

• Ορισμένες σπάνιες κληρονομικές δερματοπάθειες, όπως η μελαγχρωματική ξηροδερμία. 
 Η έκθεση στις υπεριώδεις ακτίνες του ήλιου και το μαύρισμα με τη βοήθεια ειδικών λαμπτήρων εκθέτουν τα κύτταρα του δέρματος σε υψηλής ενέργειας υπεριώδη ακτινοβολία που είναι σε θέση να αλλοιώνει το DNA. Οι εν λόγω αλλοιώσεις μπορούν να οδηγούν στη γένεση καρκίνων του δέρματος και μεταξύ αυτών, το ιδιαίτερα θανατηφόρο μελάνωμα.
Οι άνθρωποι με κόκκινα ή ξανθά μαλλιά, μπλε μάτια και γενικά ανοιχτόχρωμοι, είναι πιο πιθανό να εμφανίσουν μελάνωμα. Οι μαύροι λιγότερο συχνά εμφανίζουν τη νόσο, προφανώς γιατί έχουν περισσότερη μελανίνη στο δέρμα τους που τους προστατεύει. Ο κίνδυνος ανάπτυξης μελανώματος είναι μεγαλύτερος σε ανθρώπους με δυσπλαστικούς σπίλους ή οικογενειακό ιστορικό μελανώματος ή σε αυτούς με μεγάλους σπίλους (ελιές). 
Ρόλο παίζει επίσης και το μέρος όπου ένα άτομο ζει. Σε περιοχές με αυξημένη ηλιακή ακτινοβολία, ο κίνδυνος αυξάνεται. Έτσι, σε παγκόσμιο επίπεδο, τα μεγαλύτερα ποσοστά μελανώματος βρίσκονται στην Αυστραλία.
 Η κληρονομικότητα: Σε ένα ποσοστό 10% των περιπτώσεων υπάρχει κληρονομικότητα, με την έννοια ότι συνυπάρχουν και άλλα κρούσματα μελανώματος μέσα στην ίδια οικογένεια.  Εκτός από το οικογενειακό ιστορικό, γενετική προδιάθεση συνήθως υπάρχει σε ασθενείς που εκδηλώνουν μελάνωμα σε νεαρή ηλικία (κάτω των 30 ετών) και σε ανθρώπους που εμφανίζουν περισσότερα του ενός μελανώματα.  Αν και υπάρχει γενετικό τεστ για το μελάνωμα, το οποίο ανιχνεύει μεταλλάξεις του μόνου γονιδίου που έχει συσχετιστεί- προς το παρόν – με το μελάνωμα (γονίδιο CDKN2A ή p16), η πρακτική εφαρμογή του σε ασθενείς με μελάνωμα βρίσκεται υπό διερεύνηση.

Πώς γίνεται η διάγνωση του μελανώματος;


Είναι ένα σύστημα ηλεκτρονικής φωτογράφησης και αρχειοθέτησης των σπίλων, με ταυτόχρονη 'χαρτογράφηση' ολόκληρου του σώματος, αν αυτό είναι απαραίτητο. Αξιοποιώντας την πιο σύγχρονη τεχνολογία, το μηχάνημα βλέπει στοιχεία στον σπίλο που δεν μπορεί να δει το ανθρώπινο μάτι ενώ μεγεθύνει τόσο όσο είναι απαραίτητο για τον ιατρό για να διαγνώσει κάποια κακοήθεια. Oι εικόνες από κάθε ελιά του σώματος καταγράφονται, χαρτογραφούνται και αποθηκεύονται σε ατομικό αρχείο. Mε ειδικό πρόγραμμα τέλος αναλύεται κάθε σπίλος και εξάγεται το ποσοστό κινδύνου ανάπτυξης μελανώματος που βοηθά τον ιατρό στην απόφασή του να αφαιρέσει ή να παρακολουθήσει τον όποιο σπίλο.

Επειδή το μελάνωμα μπορεί να δώσει μεταστάσεις, η έγκαιρη διάγνωση από τον γιατρό, έχει μεγάλη σημασία. Η βιοψία Είναι αυτή που θα θέσει την οριστική διάγνωση. Ο όγκος αφαιρείται και εξετάζεται κάτω από το μικροσκόπιο από ένα παθολογοανατόμο. Το επόμενο βήμα είναι να καθοριστεί η έκταση ή το στάδιο του όγκου και αυτό γίνεται με τη μέτρηση του πάχους του, το βάθος στο οποίο έχει φτάσει στο δέρμα και ανάλογα με το εάν υπάρχουν μεταστάσεις στους παρακείμενους λεμφαδένες ή σε άλλα όργανα του σώματος. Όταν καθοριστεί το στάδιο, τότε σχεδιάζεται ανάλογα και η θεραπεία, λαμβάνοντας επί πλέον υπ' όψιν και την ηλικία και τη γενική υγεία του ασθενή.

Έχει σημασία η έγκαιρη διάγνωση;

Η έγκαιρη διάγνωση και θεραπεία είναι κανόνας στην ιατρική κι αυτό ισχύει ιδιαίτερα για το μελάνωμα: Όσο πιο έγκαιρα διαγιγνώσκεται, τόσο πιθανότερη είναι η πλήρης ίαση. Θα πρέπει τακτικά να εξετάζετε το δέρμα σας και οποιαδήποτε αλλαγή σε σπίλο ή εμφάνιση καινούριου θα πρέπει να σας οδηγεί στο δερματολόγο σας. Ειδικότερα αυτοί που ήδη έχουν ιστορικό μελανώματος, θα πρέπει τακτικά (ανά 3 - 6 μήνες) να εξετάζονται για τη πιθανότητα υποτροπής. 
Σε μερικές οικογένειες, τα μέλη έχουν μια ορισμένη κατηγορία σπίλων που λέγονται δυσπλαστικοί σπίλοι. Αυτοί εξαλλάσσονται πιο συχνά σε μελανώματα. 

Πώς θεραπεύεται το μελάνωμα;

Στις μέρες μας το μελάνωμα αντιμετωπίζεται με χειρουργική εκτομή που βασίζεται σε κλινικά στοιχεία και πεδία δράσης. Ο κύριος παράγοντας πρόγνωσης είναι ο κανόνας του Breslow σε συσχετισμό με το βαθύτερο πάχος που μετριέται στην ιστολογική πλάκα .
Τα χειρουργικά όρια πρέπει να προσαρμοστούν στο πάχος του όγκου: ένα όριο τουλάχιστον 1 εκατ. απαιτείται για τους όγκους με έναν δείκτη Breslow 1 χιλ. ή λιγότερο. Ενα όριο που αποτελείται μεταξύ 1 και 2 εκατ. για τους όγκους με έναν δείκτη Breslow 1 χιλ. έως 2 χιλ.. ‘Ενα όριο 2 εκατ. απαιτείται για έναν δείκτη μεταξύ 2 και 4 χιλ., και ένα όριο 3 εκατ. απαιτείται για έναν δείκτη υπερβαίνοντας τα 4 χιλ.
 εκτομή από την πρώτη (και μοναδική ) χειρουργική επέμβαση.


Το μελάνωμα και ένα μέρος υγιούς δέρματος γύρω από αυτό, αφαιρούνται. Μερικές φορές τοποθετείται και ένα μόσχευμα (=κομμάτι δέρματος από άλλο σημείο που αντικαθιστά το αφαιρεθέν). Αν και οι γιατροί προσπαθούν να κάνουν όσο το δυνατό καλύτερη δουλειά, η χειρουργική αφαίρεση προκαλεί μερικές φορές την εμφάνιση ουλών. 
Σε ασθενείς με μελάνωμα που έχει φτάσει σε βάθος ή έχει εξαπλωθεί, υπάρχει ο κίνδυνος της υποτροπής παρ' όλη την αφαίρεση. Τότε, μπορεί να γίνει και η λεγόμενη υποστηρικτική θεραπεία με χημειοθεραπεία (αντικαρκινικά φάρμακα). 
Επειδή τα υπάρχοντα σήμερα φάρμακα δεν είναι πολύ δραστικά σε περιπτώσεις προχωρημένης νόσου, γίνονται συνεχώς έρευνες και μελετώνται νέες θεραπείες.
 Ένα καινούριο θεραπευτικό κεφάλαιο, λέγεται βιοθεραπεία και χρησιμοποιεί φυσικές ουσίες που τις παράγει ο ίδιος ο οργανισμός του ανθρώπου. Σκοπός, η ενίσχυση ή η αποκατάσταση του αμυντικού συστήματος του οργανισμού ώστε να "πολεμήσει" τη νόσο πιο αποτελεσματικά. Δύο τέτοιες ουσίες - φάρμακα, είναι η ιντερλευκίνη-2 και η ιντερφερόνη. 
Μερικές φορές θα χρειαστούν και ακτινοβολίες με τις οποίες, υψηλής ισχύος ακτίνες x καταστρέφουν τη ικανότητα των καρκινικών κυττάρων να αυξάνονται και να πολλαπλασιάζονται. Η ακτινοθεραπεία χρησιμοποιείται περισσότερο για την απάλυνση του πόνου.

Τι πρέπει να προσέχει κανείς μετά τη θεραπεία;

Επειδή οι ασθενείς με μελάνωμα έχουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης κι άλλου μελανώματος, θα πρέπει να εξετάζονται τακτικά από τον γιατρό τους.
Ανάλογα με το μέγεθος και την έκταση του πρωτοπαθούς όγκου, η παρακολούθηση μπορεί να περιλαμβάνει ψηφιακή δερματοσκόπηση και ακτινογραφίες

Εάν υπάρξει σε μια ελιά του δέρματος αλλαγή του χρώματος, εμφάνιση διαφόρων χρωματισμών στην επιφάνεια της, αύξηση των ορίων και μεγέθους της, ασυμμετρία, ακανόνιστο  περίγραμμα, αύξηση της διαμέτρου της, κνησμός ή αιμορραγία, πρέπει άμεσα να γίνεται εξέταση από ειδικό γιατρό για έγκαιρη διάγνωση και αντιμετώπιση του προβλήματος.

Βιβλιογραφία:
National Institutes of Health 
American Academy of Dermatology 

  
Μελάνωμα: τι είναι, πώς εμφανίζεται και πότε μια ελιά χρειάζεται έλεγχο | MEDLABNEWS.GR

Πρώτη δημοσίευση: 18 Νοεμβρίου 2011 — MEDLABNEWS.GR | Συγγραφέας: Ξενοφών Τσούκαλης

Τελευταία ουσιαστική ενημέρωση: 10 Ιουνίου 2026

Παθήσεις θυρεοειδούς: συμπτώματα, υπερθυρεοειδισμός, υποθυρεοειδισμός και εξετάσεις


του Ξενοφώντα Τσούκαλη, M.D., medlabnews.gr iatrikanea

Ο θυρεοειδής είναι ένας μικρός αλλά κρίσιμος αδένας στον λαιμό, κάτω από τον λάρυγγα και πάνω από την τραχεία. Παράγει τις θυρεοειδικές ορμόνες Τ3 και Τ4, οι οποίες επηρεάζουν τον μεταβολισμό, την ενέργεια, το βάρος, τη θερμοκρασία σώματος, την καρδιακή λειτουργία και την ψυχική ισορροπία. Οι συχνότερες παθήσεις είναι ο υπερθυρεοειδισμός, ο υποθυρεοειδισμός, η βρογχοκήλη, οι όζοι και, σπανιότερα, ο καρκίνος θυρεοειδούς. Το άρθρο εξηγεί τα βασικά συμπτώματα και τις εξετάσεις που χρησιμοποιούνται για τη διάγνωση και παρακολούθηση. 

Η ονομασία θυρεοειδής δόθηκε εξαιτίας του σχήματός του, που μοιάζει με θυρεό (οικόσημο σε σχήμα ασπίδας).
Διαχειρίζεται με ακρίβεια σημαντικές λειτουργίες του οργανισμού, ρυθμίζοντας τις καύσεις, την ανάπτυξη, το μεταβολισμό και έμμεσα την ψυχική μας υγεία και ισορροπία. Επιτελεί τις βασικές βιολογικές του δράσεις μέσω των ορμονών που παράγει της Τ3 και της Τ4 οι οποίες με το αίμα καταλήγουν σε όλους τους ιστούς του ανθρωπίνου σώματος. Για τη σύνθεση των θυρεοειδικών ορμονών απαραίτητο στοιχείο είναι το ιώδιο.

Τι προβλήματα παρουσιάζει ο θυρεοειδής και πώς αυτά εκδηλώνονται;

Οι πιο συχνά εμφανιζόμενες παθήσεις του θυρεοειδούς είναι ο υπερθυρεοειδισμός, κατάσταση κατά την οποία έχουμε ένα «ζωηρό» θυρεοειδή που εκκρίνει μεγαλύτερες από το φυσιολογικό ποσότητες θυρεοειδικών ορμονών και ο υποθυρεοειδισμός, κατάσταση κατά την οποία ο θυρεοειδής «τεμπελιάζει» και εκκρίνει μειωμένη ποσότητα ορμονών. Στον υπερθυρεοειδισμό το άτομο παραπονιέται για αυξημένη νευρικότητα, τρόμο στα άκρα, αϋπνίες, ταχυκαρδία, εύκολο λαχάνιασμα και κόπωση. Δεν ανέχεται τη ζέστη, και είναι χαρακτηριστικό ότι η όρεξή του είναι αυξημένη και ενώ τρώει συνήθως πολύ, χάνει βάρος και αδυνατίζει! Όταν η νόσος προσβάλει τα μάτια, οι ασθενείς εμφανίζουν εξόφθαλμο (προπέτεια των οφθαλμών). Αντίθετα στον υποθυρεοειδισμό εμφανίζεται προοδευτικά έντονη κούραση και σωματική αδυναμία, νωθρότητα, αργός ρυθμός ομιλίας, βραχνάδα, ιδιαίτερη ευαισθησία στο κρύο, δυσκοιλιότητα, αύξηση του βάρους και ξηρό δέρμα. Σε πιο ακραίες μορφές (που ευτυχώς σπάνια συναντάμε σήμερα) ο ασθενής μπορεί να παρουσιάσει προοδευτική υποθερμία και κώμα. Ο όρος βρογχοκήλη που τόσο συχνά ακούγεται στις παθήσεις του θυρεοειδούς, αναφέρεται στο μέγεθος του αδένα και απλά σημαίνει διόγκωσή του, που γίνεται εύκολα αντιληπτή ως πρήξιμο στο λαιμό και προκαλεί πολλές φορές ανησυχία στον ασθενή. Τέλος μπορεί να εμφανιστεί σε κάποιο σημείο μέσα στο θυρεοειδικό ιστό μια διόγκωση, ένα ογκίδιο, που ονομάζεται όζος. Έχει μεγάλη σημασία η παρακολούθηση αυτών των όζων, γιατί κάποιοι από αυτούς, ευτυχώς λίγοι, μπορεί να κρύβουν κακοήθεια.

Τα συμπτώματα του υπερθυρεοειδισμού ή του υποθυρεοειδισμού δεν εμφανίζονται όλα μαζί. Αν όμως παρουσιάζετε περισσότερα από ένα για αρκετά μεγάλο διάστημα, θα πρέπει να ζητήσετε τη γνώμη του γιατρού.

Υπερθυρεοειδισμός

• Ταχυκαρδία (αίσθημα παλμών)
• Νευρικότητα
• Μειωμένη αντοχή
• Διάρροια
• Υπερβολική εφίδρωση
• Μυϊκή αδυναμία
• Τρέμουλο στα χέρια
• Απώλεια βάρους, παρά την όρεξη για φαγητό
• Δυσανεξία στη ζέστη

• Τριχόπτωση
• Δερματικά προβλήματα
• Διαταραχές στην εμμηνορρυσία
• Εξόφθαλμος
• Βρογχοκήλη (διόγκωση του θυρεοειδούς αδένα)

Υποθυρεοειδισμός

• Αδυναμία
• Μειωμένη αντοχή
• Δυσκοιλιότητα
• Αρθρίτιδες

 • Ξηροδερμία
• Διαταραχές στην μνήμη
• Διαταραχές στην εμμηνορρυσία (συχνότερη και μεγαλύτερης ποσότητας)
• Διαταραχές γονιμότητας
• Κράμπες
• Κατάθλιψη
• Υπνηλία
• Αύξηση του σωματικού βάρους


Τι πρέπει να κάνουμε όταν παρουσιάζουμε κάποιο ή κάποια από τα παραπάνω συμπτώματα στον θυρεοειδή;

Οι περισσότερες παθήσεις του θυρεοειδούς αντιμετωπίζονται επαρκώς με φαρμακευτική αγωγή. Η παρακολούθηση θα πρέπει να είναι συστηματική, για να επιτευχθεί το επιθυμητό αποτέλεσμα. Η χειρουργική αντιμετώπιση αποτελεί λύση όταν τα αποτελέσματα είναι ανεπαρκή με τα φάρμακα ή όταν πρέπει να εξαιρεθεί ο θυροειδής (πχ σε καρκίνο)

Τι πρέπει να κάνουμε όταν παρουσιάζουμε κάποιο ή κάποια από τα παραπάνω συμπτώματα;


Οι περισσότερες παθήσεις του θυρεοειδούς αντιμετωπίζονται επαρκώς με φαρμακευτική αγωγή. . Η παρακολούθηση θα πρέπει να είναι συστηματική, για να επιτευχθεί το επιθυμητό αποτέλεσμα. Η χειρουργική αντιμετώπιση αποτελεί λύση όταν τα αποτελέσματα είναι ανεπαρκή με τα φάρμακα ή όταν πρέπει να εξαιρεθεί ο θυροειδής (πχ σε καρκίνο)

Τι εξετάσεις γίνονται για τον θυρεοειδή;

Οι εξετάσεις του θυρεοειδούς που βοηθούν στην επιβεβαίωση της κλινικής μας διάγνωσης περιλαμβάνουν τη μέτρηση των επιπέδων των θυρεοειδικών ορμονών στο αίμα:

Τ3 (τριϊωδοθυρονίνη),  fT3 (ελεύθερη τριϊωδοθυρονίνη), T4 (θυροξίνη), fT4 (ελεύθερη θυροξίνη) : οι παραγόμενες από το θυρεοειδή ορμόνες και τα βιολογικά δραστικά κλάσματά τους.

TSH (θυρεοτρόπος ορμόνη) : η εγκεφαλική ορμόνη που ρυθμίζει τη λειτουργία του θυρεοειδούς, από τη μέτρηση της οποίας εξάγονται συμπεράσματα για την υπο/υπερ- λειτουργία του.

Αnti-TPO (αντιθυρεοειδικά αντισώματα), anti-TG (αντιθυρεοσφαιρινικά αντισώματα) : τα κύρια αντιθυρεοειδικά αντισώματα. Οι αναλύσεις μπορούν να προβλέψουν αρχόμενη υπολειτουργία του αδένα και χρησιμοποιούνται για τη διαπίστωση της θυρεοειδίτιδας Hashimoto και της ασθένειας Graves. 

Θυρεοσφαιρίνη (TG), καλσιτονίνη (CT), CEA (καρκινοεμβρυϊκό αντιγόνο) : δείκτες με τους οποίους μπορούν να ανιχνευθούν νεοπλασίες και καρκινώματα στον αδένα. Οι αναλύσεις προτείνονται σε περιπτώσεις που υπάρχουν ενδείξεις νεοπλασματικού νοσήματος.



• Tο υπερηχογράφημα, 

• το σπινθηρογράφημα του θυρεοειδούς αδένα, 

• αξονική ή μαγνητική τομογραφία και τέλος

• η παρακέντησή του, όταν υπάρχει όζος. 



Η καθεμιά από τις παραπάνω εξετάσεις έχει την ιδιαίτερη ένδειξή της ανάλογα με την κλινική εικόνα της θυρεοειδικής νόσου. Για την παρακέντηση αξίζει να αναφέρουμε ότι είναι πλέον πρώτης γραμμής εξέταση στη διερεύνηση των όζων του θυρεοειδούς. Η διαδικασία είναι απλή, γρήγορη, χωρίς πόνο και χωρίς κίνδυνο να γίνει διασπορά καρκινικών κυττάρων σε περίπτωση κακοήθους όζου.


Ο πίνακας, που ακολουθεί συνοψίζει τα αποτελέσματα των εξετάσεων και την πιθανή ερμηνεία τους





TSH

T4

T3

Ερμηνεία

Ψηλή

Φυσιολογική

Φυσιολογική

Ήπιος (υποκλινικός) Υποθυρεοειδισμός

Ψηλή

Χαμηλή

Χαμηλή ή Φυσιολογική

Υποθυρεοειδισμός

Χαμηλή

Φυσιολογική

Φυσιολογική

Ήπιος (υποκλινικός) Υπερθυρεοειδισμός

Χαμηλή


Ψηλή ή Φυσιολογική


Ψηλή ή Φυσιολογική

Υπερθυρεοειδισμός


Χαμηλή

Χαμηλή ή Φυσιολογική

Χαμηλή ή Φυσιολογική

Σπάνιος Υποφυσιακός   (Δευτεροπαθής) Υποθυρεοειδισμός


Ακούμε συχνά για όζους στο θυρεοειδή. Τι σημαίνει αυτό;



Πολλές φορές στον θυρεοειδή αναπτύσσονται μικροί σχηματισμοί οι οποίοι ονομάζονται όζοι γιατί συνήθως είναι στρογγυλοί και πιο σκληροί από τον αδένα και αποτελούν αποτέλεσμα τοπικής υπερπλασίας του αδένα με ίνωση ή κύστη ή καλοήθη όγκο και πολλές φορές κακοήθεια



ΚΑΡΚΙΝΟΣ ΘΥΡΕΟΕΙΔΟΥΣ




Πρόκειται για μια μορφή καρκίνου (< 1% όλων των καρκίνων ) έχει καλή πρόγνωση και διακρίνεται σε δύο μορφές: Το μυελοειδές καρκίνωμα, που προέρχεται από τα παραθυλακιώδη κύτταρα και είναι το λιγότερο συχνό, και τα καρκινώματα που προέρχονται από τα θυλακιώδη κύτταρα και είναι τα συχνότερα (θηλώδη και θυλακιώδη καρκινώματα). Στις περισσότερες περιπτώσεις ανευρίσκεται τυχαία, υπό μορφή μονήρους όζου (τοπικής διόγκωσης) μετά από κλινική εξέταση ή μετά από παρατήρηση του ίδιου του ασθενή ή κάποιου ατόμου του περιβάλλοντός του. Κάποιες φορές η διάγνωση γίνεται μετεγχειρητικά, μετά από αφαίρεση του αδένα, που έγινε για θεραπεία βρογχοκήλης. Η πιο αποτελεσματική προεγχειρητική μέθοδος για τη διαφορική διάγνωση μεταξύ καλοήθους όζου και καρκίνου είναι η κυτταρολογική εξέταση υλικού από παρακέντηση με λεπτή βελόνα (FNA).Οι περισσότεροι ασθενείς υποβάλλονται αρχικά σε θυρεοειδεκτομή, και όλοι μετεγχειρητικά λαμβάνουν ορμονοθεραπεία. Πολλοί είναι αυτοί που λαμβάνουν ραδιενεργό ιώδιο, ενώ σπάνια προτείνεται ακτινοθεραπεία και ακόμη πιο σπάνια, χημειοθεραπεία.



ΞΕΡΕΤΕ ΟΤΙ….




• Παρά τις έντονες επιπτώσεις του υποθυρεοειδισμού στον οργανισμό (σε δέρμα και μαλλιά), οι οποίες ευθύνονται για τη γερασμένη όψη που παρουσιάζει ο πάσχοντας, μία και μόνο θεραπεία αρκεί για να μεταμορφώσει στην κυριολεξία κάποιον που πάσχει απ’ αυτόν;

• Μετά τη διάγνωση και αφού αρχίσει η θεραπεία, ύστερα από 2-3 μήνες είναι απαραίτητη μια επανεξέταση;

• Αν μια μέρα ξεχάσετε να πάρετε το χάπι σας, δεν χρειάζεται να σας πιάσει πανικός. Αρκεί να μην το επαναλαμβάνετε συχνά.

• Η συχνότητά του εξαρτάται από την εθνικότητα, τον τόπο διαμονής και τη διατροφή;



ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΚΑΝΟΥΝ ΠΡΟΛΗΠΤΙΚΟ ΕΛΕΓΧΟ….
…..για την ανίχνευση του υποθυρεοειδισμού (ένα δηλαδή εύκολο και καθόλου δαπανηρό υπερηχογράφημα θυρεοειδούς και μια εξέταση αίματος FT3 και TSH):



• Τα νεογέννητα και όσοι έχουν βεβαρημένο οικογενειακό ιστορικό θυρεοειδοπαθειών.

• Όσοι έχουν συμπληρώσει το 65ο έτος της ηλικίας τους.

• Όσοι πάσχουν από λεύκη, ρευματοειδή αρθρίτιδα, ανεπάρκεια επινεφριδίων.

• Όσοι υποφέρουν από διάφορες αλλεργίες.

• Οι λεχώνες, 1-2 μήνες μετά τον τοκετό.



Να πάρω τη θυροξίνη μου την ημέρα που θα κάνω εξετάσεις για το θυρεοειδή ή όχι;



H θυροξίνη χορηγείται σε περίπτωση υποθυρεοειδισμού και κατά κανόνα λαμβάνεται το πρωί. 
Οι ενδοκρινολόγοι συνήθως συνιστούν στους ασθενείς τους να μην πάρουν θυροξίνη το πρωί των εξετάσεων, αλλά αμέσως μετά. Ο λόγος είναι ότι η θυροξίνη τροφοδοτεί τον οργανισμό με την ορμόνη Τ4, η οποία μετριέται στο πλαίσιο των εξετάσεων του θυρεοειδούς. Έτσι, η λήψη της θα μπορούσε να επηρεάσει το αποτέλεσμα. Αυτή η πιθανότητα είναι όμως μικρή, επειδή η θυροξίνη έχει μεγάλη διάρκεια δράσης στον οργανισμό (7-8 ημέρες), γεγονός που σημαίνει ότι τα επίπεδά της δεν μεταβάλλονται ιδιαίτερα από τη μία ημέρα στην άλλη ή από μία και μόνο δόση. Εάν πάντως, ξεχαστείτε και πάρετε θυροξίνη το πρωί των εξετάσεων, καλό είναι να ενημερώσετε το μικροβιολόγο και τον ενδοκρινολόγο, προκειμένου να το λάβουν υπόψη τους στην αξιολόγηση των αποτελεσμάτων. Επίσης, να θυμάστε ότι για να μετρήσετε τις ορμόνες του θυρεοειδούς δεν χρειάζεστε να είστε νηστικοί.



Διαβάστε επίσης
Παθήσεις θυρεοειδούς: συμπτώματα, υπερθυρεοειδισμός, υποθυρεοειδισμός και εξετάσεις | MEDLABNEWS.GR

Πρώτη δημοσίευση: Μάιος 2011 — MEDLABNEWS.GR | Συγγραφέας: Ξενοφών Τσούκαλης, M.D.

Τελευταία ουσιαστική ενημέρωση: 22 Μαΐου 2026

Φερριτίνη: τι δείχνει, πότε είναι χαμηλή ή υψηλή και σχέση με αναιμία

της Κλεοπάτρας Ζουμπουρλή, μοριακής βιολόγου, medlabnews.gr iatrikanea

Η φερριτίνη είναι πρωτεΐνη που δεσμεύει τον σίδηρο και λειτουργεί ως βασική αποθήκη σιδήρου στον οργανισμό. Η εξέταση φερριτίνης βοηθά να εκτιμηθούν τα αποθέματα σιδήρου, να διερευνηθεί η σιδηροπενική αναιμία και να αξιολογηθούν περιπτώσεις όπου η φερριτίνη είναι αυξημένη λόγω φλεγμονής, λοιμώξεων, ηπατικής νόσου ή χρόνιων παθήσεων. Το άρθρο εξηγεί τι δείχνει η χαμηλή και η υψηλή φερριτίνη και πώς χρησιμοποιείται στη διαφορική διάγνωση της αναιμίας. 
Η φερριτίνη αποτελεί την κύρια ουσία στην οποία αποθηκεύεται ο σίδηρος. Η Φερριτίνη (Ferritin) είναι μια πρωτεΐνη που δεσμεύει τον σίδηρο και λειτουργεί στον οργανισμό σαν αποθήκη σιδήρου.

Τα 2/3 περίπου του αποθηκευμένου σιδήρου είναι συνδεδεμένα με τη Φερριτίνη, ενώ το υπόλοιπο 1/3 περιέχεται στην αιμοσιδηρίνη. 

Η φερριτίνη σχηματίζεται στο δικτυοενδοθηλιακό σύστημα.


Αποτελείται από πρωτεϊνικό κέλυφος, την αποφερριτίνη MB 445.000, που περιέχει διαφορετικές ποσότητες σιδήρου υπό μορφή συμπλέγματος οξυυδροξειδίου του σιδήρου. Η φερριτίνη ανευρίσκεται σχεδόν σ’ όλους τους ιστούς του σώματος ιδιαίτερα όμως στα ηπατοκύτταρα και στα κύτταρα του δικτυοενδοθηλιακού συστήματος, όπου χρησιμεύει ως αποθήκη σιδήρου.


Η φερριτίνη του ορού περιέχει 20-25% σίδηρο.
Η πρόσληψη σιδήρου από τη φερριτίνη γίνεται μετά την οξείδωση του Fe2+ σε Fe3+ και η απελευθέρωση του σιδήρου από τη φερριτίνη γίνεται μετά την αναγωγή του Fe3+ σε Fe2+. Έτσι, η φερριτίνη αποτελεί όχι μόνο πολύ αποτελεσματική παγίδα σιδήρου, αλλά και εύκολη διαθέσιμη πηγή σιδήρου για μεταβολικές ανάγκες.

Διάφορες επιστημονικές μελέτες επιβεβαίωσαν την άμεση σχέση μεταξύ της συγκέντρωσης της Φερριτίνης και του αποθηκευμένου σιδήρου στον οργανισμό λειτουργώντας ως δείκτης των ποσοτήτων και αποθεμάτων του σιδήρου στον οργανισμό. 


Η συγκέντρωση Φερριτίνης στον ορό, τόσο σε υγιή άτομα όσο και σε άτομα με έλλειψη ή πλεόνασμα σιδήρου, σχετίζεται άμεσα με την ποσότητα του αποθηκευμένου σιδήρου στο δικτυοενδοθηλιακό σύστημα. Έτσι, η χαμηλή συγκέντρωση Φερριτίνης στον ορό είναι πάντα ενδεικτική της έλλειψης σιδήρου στον οργανισμό, ενώ ψηλή συγκέντρωση Φερριτίνης μπορεί να οφείλεται σε διάφορες αιτίες, όπως υπερβολική λήψη σιδήρου, ηπατική νόσος, χρόνιες παθήσεις, νεοπλασίες αίματος, λευχαιμία, νόσος Hodgkin’s κ.λ.π. 

Η σιδηροπενική αναιμία είναι μια συνήθης ασθένεια η οποία μπορεί να προκληθεί από ανεπαρκή πρόσληψη σιδήρου, εγκυμοσύνη, αιμοκάθαρση ή αιμοδοσία.
Στις βιομηχανικά ανεπτυγμένες χώρες η σιδηροπενική αναιμία αποτελεί το συχνότερο πρόβλημα λόγω διαιτητικών εφαρμογών. 


Τα υψηλά επίπεδα φερριτίνης ενδεχομένως να είναι ένδειξη σοβαρότερης νόσησης στην περίπτωση που ο ασθενής έχει προσβληθεί από τη νόσο COVID-19 που προκαλεί ο νέος κοροναϊός SARS-CoV-2. Όταν ενεργοποιηθούν τα μακροφάγα αρχίζουν να εκκρίνουν κυτταροκίνες, ειδικά σηματοδοτικά μόρια που διαμεσολαβούν και ρυθμίζουν την ανοσία. Σε χαμηλές συγκεντρώσεις, βοηθούν τον οργανισμό να προστατευθεί από ιούς και βακτήρια. Σε υψηλά επίπεδα, την λεγόμενη «καταιγίδα κυτταροκινών», μπορεί να είναι θανατηφόρα για το 50% των ασθενών και ειδικά όταν πρόκειται για ηλικιωμένους. Άρα η υπερφερριτιναιμία σωστά έχει σχετιστεί με αυξημένο κίνδυνο για μεγαλύτερη νοσηρότητα και ανεπιθύμητο τελικό αποτέλεσμα. Κι αυτό αφορά και στη νόσο COVID-19. 

Ο καθορισμός της συγκέντρωσης της Φερριτίνης στον οργανισμό, αποτελεί μία αξιόπιστη, ευαίσθητη και εξειδικευμένη μέτρηση για την έγκαιρη ανίχνευση της σιδηροπενικής αναιμίας στα αρχικά της στάδια, επειδή η πρώτη αντίδραση του οργανισμού στη μείωση των αποθεμάτων σιδήρου γίνεται με την πτώση των επιπέδων της Φερριτίνης.
Συνεπώς η ανίχνευση ανεπαρκών επιπέδων Φερριτίνης καθιστά δυνατή την αναμενόμενη θεραπεία.
Επιπλέον, η υπερβολική ποσότητα σιδήρου είναι χαρακτηριστικό ασθενειών όπως η μεσογειακή αναιμία και η σιδηροβλαστική αναιμία και επομένως η μέτρηση των επιπέδων της Φερριτίνης συμβάλλει στη διάγνωση και στην παρακολούθηση του ασθενή. 


Η αύξηση της φερριτίνης που παρατηρείται σε οξείες λοιμώξεις (απάντηση οξείας φάσεως) είναι δυνατόν να επισκιάσει τις πραγματικά χαμηλές τιμές φερριτίνης. Ο προσδιορισμός φερριτίνης είναι κλινικά χρήσιμος στη διάκριση ανάμεσα στη σιδηροπενική αναιμία, όπου τα επίπεδα φερριτίνης είναι ελαττωμένα και της «αναιμίας των χρόνιων νοσημάτων» όπου τα επίπεδα φερριτίνης είναι συνήθως φυσιολογικά ή αυξημένα.
Η φερριτίνη του ορού χρησιμοποιείται ακόμη στο διαχωρισμό της ερυθροκυτταρικής μικροκυττάρωσης που οφείλεται σε έλλειψη σιδήρου (χαμηλές τιμές) από τη μικροκυττάρωση που εμφανίζεται στους ετεροζυγώτες μεσογειακής αναιμίας (φυσιολογικές ή υψηλές τιμές). 

Τα χαμηλά επίπεδα υποδεικνύουν φυσιολογική παθολογία, η ένδειξη <300 mcg/L είναι εντός των ορίων του φυσιολογικού ορίου για έναν άνδρα, ενώ η ένδειξη <150 mcg/L είναι εντός του φυσιολογικού ορίου για μια γυναίκα σε περίοδο εμμηνόρροιας.

Τα συνεχώς υψηλά επίπεδα υποδεικνύουν υψηλό φορτίο σιδήρου (φεριτίνη σιδήρου >1000 mcg/L).



Φερριτίνη: τι δείχνει, πότε είναι χαμηλή ή υψηλή και σχέση με αναιμία | MEDLABNEWS.GR

Πρώτη δημοσίευση: Αύγουστος 2011 — MEDLABNEWS.GR | Συγγραφέας: Κλεοπάτρα Ζουμπουρλή, μοριακή βιολόγος

Τελευταία ουσιαστική ενημέρωση: 8 Μαΐου 2026

Copyright © 2015-2022 MEDLABNEWS.GR / IATRIKA NEA All Right Reserved. Τα κείμενα είναι προσφορά και πνευματική ιδιοκτησία του medlabnews.gr
Kάθε αναδημοσίευση θα πρέπει να αναφέρει την πηγή προέλευσης και τον συντάκτη. Aπαγορεύεται η εμπορική χρήση των κειμένων