Ο καρκίνος του τραχήλου της μήτρας αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα νόσου που μπορεί να προληφθεί και να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά όταν διαγνωστεί έγκαιρα. Χάρη στον προσυμπτωματικό έλεγχο, κυρίως με το τεστ Παπανικολάου και αργότερα με τον έλεγχο για τον ιό των ανθρωπίνων θηλωμάτων (HPV), η συχνότητα και η θνησιμότητα του καρκίνου του τραχήλου της μήτρας στις Ηνωμένες Πολιτείες έχουν μειωθεί κατά περισσότερο από 50% τα τελευταία 50 χρόνια.
Παρά τη μεγάλη αυτή πρόοδο, το πρόβλημα δεν έχει εξαλειφθεί. Πολλές γυναίκες εξακολουθούν να διαγιγνώσκονται σε προχωρημένα στάδια της νόσου, όταν οι θεραπευτικές επιλογές είναι πιο περιορισμένες και η πρόγνωση σαφώς χειρότερη. Όταν ο καρκίνος εντοπίζεται σε αρχικό στάδιο, η πενταετής επιβίωση ξεπερνά το 90%. Αντίθετα, όταν υπάρχουν απομακρυσμένες μεταστάσεις, το ποσοστό αυτό πέφτει περίπου στο 20%.
Ο βασικός λόγος για αυτή τη διαφορά είναι απλός: πολλές γυναίκες δεν υποβάλλονται τακτικά στον προτεινόμενο έλεγχο. Υπολογίζεται ότι περίπου 1 στις 4 γυναίκες στις ΗΠΑ δεν είναι ενήμερη ή δεν είναι συνεπής με τις οδηγίες προσυμπτωματικού ελέγχου. Μάλιστα, περίπου οι μισές γυναίκες που διαγιγνώσκονται με καρκίνο του τραχήλου της μήτρας είτε δεν έχουν εξεταστεί ποτέ είτε δεν έχουν εξεταστεί τακτικά. Τα χαμηλότερα ποσοστά ελέγχου παρατηρούνται συχνότερα σε γυναίκες με χαμηλότερο εισόδημα, λιγότερα χρόνια εκπαίδευσης ή περιορισμένη πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας.
Σε αυτό το πλαίσιο, οι νέες οδηγίες για τον προσυμπτωματικό έλεγχο του καρκίνου του τραχήλου της μήτρας, που ανακοινώθηκαν πρόσφατα από το Υπουργείο Υγείας και Ανθρωπίνων Υπηρεσιών των ΗΠΑ και δημοσιεύθηκαν στο JAMA, αποτελούν ένα σημαντικό βήμα προς τα εμπρός. Η Καθηγήτρια Θεραπευτικής – Επιδημιολογίας - Προληπτικής Ιατρικής, Παθολόγος (Θεραπευτική Κλινική Ιατρικής Σχολής ΕΚΠΑ, Νοσοκομείο Αλεξάνδρα) Θεοδώρα Ψαλτοπούλου, η Αλεξάνδρα Σταυροπούλου (Βιολόγος) και ο Θάνος Δημόπουλος (τ. Πρύτανης ΕΚΠΑ, Καθηγητής Θεραπευτικής – Ογκολογίας – Αιματολογίας, Διευθυντής Θεραπευτικής Κλινικής) συνοψίζουν τα κυριότερα σημεία.
Η πιο ουσιαστική αλλαγή αφορά τις γυναίκες ηλικίας 30 έως 65 ετών που ανήκουν στον γενικό πληθυσμό, χωρίς αυξημένο κίνδυνο. Για αυτή την ομάδα, ο έλεγχος με εξέταση υψηλού κινδύνου HPV (hrHPV) κάθε 5 χρόνια καθιερώνεται ως η προτιμώμενη μέθοδος. Το τεστ Παπανικολάου εξακολουθεί να αποτελεί επιλογή, είτε μόνο του είτε σε συνδυασμό με το HPV τεστ, ιδιαίτερα όταν ο έλεγχος HPV δεν είναι διαθέσιμος.
Η σημαντικότερη καινοτομία, ωστόσο, που αναμένεται να αλλάξει ουσιαστικά το τοπίο του προσυμπτωματικού ελέγχου, είναι η δυνατότητα αυτοληψίας δείγματος για τον έλεγχο HPV. Με απλά λόγια, οι γυναίκες μπορούν πλέον – με τη χρήση εγκεκριμένων τεστ – να συλλέξουν μόνες τους κολπικό δείγμα, είτε στο ιατρείο είτε στο σπίτι τους, και να το αποστείλουν για εργαστηριακή ανάλυση.
Επιστημονικές μελέτες έχουν δείξει ότι η αυτοληψία δείγματος είναι εξίσου αξιόπιστη με τη λήψη δείγματος από επαγγελματία υγείας όσον αφορά την ανίχνευση του ιού HPV. Παράλληλα, μειώνει σημαντικά τα εμπόδια που αποτρέπουν πολλές γυναίκες από τον έλεγχο: τον φόβο ή την αμηχανία της γυναικολογικής εξέτασης, τις δυσκολίες μετακίνησης, την έλλειψη χρόνου ή την περιορισμένη πρόσβαση σε γιατρό, ιδιαίτερα σε αγροτικές ή απομακρυσμένες περιοχές.
Η αυτοληψία δείγματος προσφέρει επίσης μεγαλύτερη ιδιωτικότητα και αίσθημα ελέγχου στη γυναίκα, στοιχεία που αποδεικνύονται καθοριστικά για τη συμμετοχή στον προσυμπτωματικό έλεγχο. Ανάλογα με το τεστ που χρησιμοποιείται, η διαδικασία μπορεί να πραγματοποιηθεί είτε σε ιατρικό χώρο είτε στο σπίτι, με αποστολή του δείγματος στο εργαστήριο, κατά τρόπο παρόμοιο με αυτόν που εφαρμόζεται ήδη στον προσυμπτωματικό έλεγχο για τον καρκίνο του παχέος εντέρου.
Ένα ακόμη σημαντικό στοιχείο των νέων οδηγιών είναι η κάλυψη του κόστους. Οι ασφαλιστικοί φορείς υποχρεούνται να καλύπτουν όχι μόνο τον αρχικό έλεγχο, αλλά και όλες τις απαραίτητες συμπληρωματικές εξετάσεις που ενδέχεται να χρειαστούν για να ολοκληρωθεί η διαγνωστική διαδικασία, είτε μετά από αυτοληψία δείγματος είτε μετά από κλινική εξέταση, χωρίς οικονομική επιβάρυνση για τη γυναίκα. Αυτό περιλαμβάνει, για παράδειγμα, κυτταρολογικό έλεγχο, βιοψία ή κολποσκόπηση, εφόσον κριθούν απαραίτητες.
Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι οι νέες οδηγίες αφορούν γυναίκες μέσου κινδύνου. Δεν ισχύουν για γυναίκες με αυξημένο κίνδυνο, όπως όσες είναι ανοσοκατεσταλμένες, ζουν με HIV, έχουν εκτεθεί σε διαιθυλστιλβεστρόλη κατά την κύηση ή έχουν ιστορικό σοβαρών προκαρκινικών αλλοιώσεων.
Ο προσυμπτωματικός έλεγχος του καρκίνου του τραχήλου της μήτρας σώζει ζωές. Η εισαγωγή της αυτοληψίας δείγματος για τον έλεγχο HPV, η διεύρυνση των επιλογών για τις γυναίκες και η εξάλειψη του οικονομικού κόστους αποτελούν καθοριστικά βήματα για την αύξηση της συμμετοχής στον έλεγχο. Πρόκειται για μια εξέλιξη που ενδυναμώνει τις γυναίκες, μειώνει τις ανισότητες στην υγεία και φέρνει πιο κοντά τον στόχο της ουσιαστικής πρόληψης ενός καρκίνου που, σε μεγάλο βαθμό, μπορεί να αποφευχθεί.
Christine B, Bush M, Thurakal A, Sheehy AM. New Cervical Cancer Screening Guidelines From the US Department of Health and Human Services: Strengthening Women's Preventive Health. JAMA. 2026 Jan 5. doi: 10.1001/jama.2025.26456


















