Η φερριτίνη είναι πρωτεΐνη που δεσμεύει τον σίδηρο και λειτουργεί ως βασική αποθήκη σιδήρου στον οργανισμό. Η εξέταση φερριτίνης βοηθά να εκτιμηθούν τα αποθέματα σιδήρου, να διερευνηθεί η σιδηροπενική αναιμία και να αξιολογηθούν περιπτώσεις όπου η φερριτίνη είναι αυξημένη λόγω φλεγμονής, λοιμώξεων, ηπατικής νόσου ή χρόνιων παθήσεων. Το άρθρο εξηγεί τι δείχνει η χαμηλή και η υψηλή φερριτίνη και πώς χρησιμοποιείται στη διαφορική διάγνωση της αναιμίας.
Τα 2/3 περίπου του αποθηκευμένου σιδήρου είναι συνδεδεμένα με τη Φερριτίνη, ενώ το υπόλοιπο 1/3 περιέχεται στην αιμοσιδηρίνη.
Η φερριτίνη σχηματίζεται στο δικτυοενδοθηλιακό σύστημα.
Η φερριτίνη του ορού περιέχει 20-25% σίδηρο.
Η πρόσληψη σιδήρου από τη φερριτίνη γίνεται μετά την οξείδωση του Fe2+ σε Fe3+ και η απελευθέρωση του σιδήρου από τη φερριτίνη γίνεται μετά την αναγωγή του Fe3+ σε Fe2+. Έτσι, η φερριτίνη αποτελεί όχι μόνο πολύ αποτελεσματική παγίδα σιδήρου, αλλά και εύκολη διαθέσιμη πηγή σιδήρου για μεταβολικές ανάγκες.
Συνεπώς η ανίχνευση ανεπαρκών επιπέδων Φερριτίνης καθιστά δυνατή την αναμενόμενη θεραπεία.
Η φερριτίνη του ορού χρησιμοποιείται ακόμη στο διαχωρισμό της ερυθροκυτταρικής μικροκυττάρωσης που οφείλεται σε έλλειψη σιδήρου (χαμηλές τιμές) από τη μικροκυττάρωση που εμφανίζεται στους ετεροζυγώτες μεσογειακής αναιμίας (φυσιολογικές ή υψηλές τιμές).
Τα συνεχώς υψηλά επίπεδα υποδεικνύουν υψηλό φορτίο σιδήρου (φεριτίνη σιδήρου >1000 mcg/L).
Πρώτη δημοσίευση: Αύγουστος 2011 — MEDLABNEWS.GR | Συγγραφέας: Κλεοπάτρα Ζουμπουρλή, μοριακή βιολόγος
Τελευταία ουσιαστική ενημέρωση: 8 Μαΐου 2026















